Η άνοδος και πτώση του Πάνου Καμμένου

Η άνοδος και πτώση του Πάνου Καμμένου
Eurokinissi

Το μεγαλύτερο στοίχημα της συγκυβέρνησης εισέρχεται στη τελική ευθεία και παρόλο που οι 151 ψήφοι αποτελούν ρεαλιστική πρόβλεψη, η αποχώρηση του Πάνου Καμμένου με αφορμή τη Συνθήκη των Πρεσπών αποτελεί το μεγαλύτερο και ίσως τελευταίο φίασκο στη πολύχρονη πολιτική του καριέρα. Από το 2015, ο κυβερνητικός εταίρος δέσποζε αλώβητος στο θρόνο του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης, γεγονός που επιβεβαιώθηκε και ύστερα από τη παραίτηση του Νίκου Κοτζιά. Όμως, η 9σέλιδη επιστολή άφηνε αιχμές για το παρασκήνιο του χωρισμού και λίγους μήνες αργότερα λειτουργεί ως προφητεία, επιβεβαιώνοντας τον απλό κανόνα ότι «ουδείς αναντικατάστατος». Πόσο χρήσιμος ήταν τελικά ο Πάνος Καμμένος για τη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ; Πόση ανάγκη τον έχει η πολιτική σκηνή της Ελλάδας; Σαφής απάντηση δεν μπορεί να δοθεί χωρίς την απαραίτητη ανάλυση, όμως ο Αλέξης Τσίπρας ήδη μετανιώνει τη θυσία του πιστού συντρόφου Κοτζιά.

Η παρουσία του Πάνου Καμμένου στα πολιτικά δρώμενα της χώρας αποτελεί από μόνη της ένα παραμύθι δίχως αρχή και τέλος. Έχοντας αποτελέσει επί σειρά ετών άτυπο εκπρόσωπο των σκληροπυρηνικών κύκλων της Νέας Δημοκρατίας, προσπάθησε με ποικίλους τρόπους να αναδειχθεί. Στη πιο «intellectual» εκδοχή του ασχολήθηκε με τη συγγραφή βιβλίων. Το αποτέλεσμα; Εξαιρετικά αμφιλεγόμενο. Αξίζει κανείς να ρίξει μία σύντομη ματιά σε αποσπάσματα του πλέον συλλεκτικού «Τρομοκρατία, θεωρία και πράξη», όπου ευθέως κατηγορούσε πολιτικά πρόσωπα του ΠΑΣΟΚ για συνεργασίες με τη τρομοκρατική οργάνωση 17 Νοέμβρη. Η ιστορία διέψευσε πανηγυρικά τους ισχυρισμούς του, αλλά λόγω του οχετού πολιτικής παραπληροφόρησης, οι συνέπειες και τότε ήταν μηδαμινές για τον ίδιο.

Fast forward στο 2011 και όντας βουλευτής με τη ΝΔ, οι κόντρες με τον Αντώνη Σαμαρά τον οδήγησαν στο περιθώριο. Εν μέσω διαφωνιών και δίχως ευκαιρίες για ανάληψη κάποιου υπουργείου, χρησιμοποίησε τη βουλευτική του ιδιότητα για την έναρξη προεκλογικής εκστρατείας, που συνοδεύτηκε από συναισθηματικά φορτισμένους πολιτικούς λόγους εναντίον σουρεάλ σχεδίων «αφανισμού του Ελληνισμού». Αυτά επινοήθηκαν μέσα σε λίγα λεπτά για τα φώτα της δημοσιότητας, που συγκεντρώνονταν όλο και πιο συχνά επάνω του. Το αποτέλεσμα αν μη τι άλλο εντυπωσιακό: δεκάδες χιλιάδες προβολές σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μαζικές συνεντεύξεις σε ΜΜΕ και τελικώς, μία νέα αρχή - αυτή τη φορά ως αρχηγός του κόμματος των Ανεξαρτήτων Ελλήνων. Η επανεκκίνηση του Πάνου Καμμένου είχε αρχίσει να αποκτά σάρκα και οστά.

Με περισσότερες από 600.000 ψήφους μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι οι εκλογές του 2012 αποτέλεσαν προσωπικό του θρίαμβο. Ο Πάνος Καμμένος βρέθηκε ξαφνικά με χιλιάδες νέους οπαδούς, καθώς για σατανική του τύχη υπήρξε η ιστορική συγκυρία μετά την ολοκλήρωση της συγκυβέρνησης του Λουκά Παπαδήμου. Αυτή ήταν και η χρονιά του. Ο «αγώνας» είχε διάρκεια και γέννησε καρπούς ύστερα από χρόνια γεμάτα ακροδεξιά και ομοφοβικά παραληρήματα, έντονους καυγάδες σε ζωντανή μετάδοση, επιθέσεις στους «δανειστές» και αργότερα, καλέσματα σε λιντσάρισμα. Στη πραγματικότητα όμως εκατοντάδες χιλιάδες ψηφοφόροι έδωσαν βήμα σε μία νέα μορφή πολιτικής ανικανότητας μην έχοντας εναλλακτικές - κάτι που αποτελεί σαφές δείγμα παρακμής της δεξιάς στην Ελλάδα. Ο μέσος Έλληνας διψούσε για πίστη σε μία «νέα» παράταξη - λιγότερο σκληροπυρηνική από αυτής της Χρυσής Αυγής, αλλά περισσότερο αντιμνημονιακή από αυτή του Αντώνη Σαμαρά. Αυτό το κενό, τελικώς, κατάφεραν να εκμεταλλευτούν οι Ανεξάρτητοι Έλληνες στην εποχή του ίντερνετ, βοηθώντας χιλιάδες κόσμου να βρουν «καταφύγιο» στο Twitter ενός χυδαίου επαναστάτη της Νέας Δημοκρατίας, που μεταξύ άλλων επιχείρησε να ομαλοποιήσει τον ακραίο πολιτικό του λόγο. Ένας λόγος, που με βάση τα δείγματα του Πάνου Καμμένου στο δημόσιο διάλογο, μετριέται αποκλειστικά σε μονάδες db.

Η λαϊκή δεξιά ανέκαθεν αποτελούσε προβληματικό χώρο έκφρασης, στον οποίο «ορφανοί» βουλευτές βρίσκουν καταφύγιο. Η εξήγηση αυτού του φαινομένου δεν είναι και τόσο πολύπλοκη. Προσφέρει παραδοσιακά εύκολη κομματική κινητικότητα χωρίς συνέπειες στο προφίλ των πολιτικών που τη τολμούν. Κατά συνέπεια έχουν δοθεί πολλές δεύτερες ευκαιρίες, με πιο πρόσφατες αυτές στους βουλευτές του Ποταμιού, και προηγουμένως στους Μάκη Βορίδη και Άδωνι Γεωργιάδη, που δεν τιμωρήθηκαν ποτέ για το «ένδοξο» παρελθόν τους. Αντιθέτως, αναδείχθηκαν ως Φοίνικες από ετοιμοθάνατους οργανισμούς, όπως αυτόν του ΛΑ.ΟΣ, και με πλήρες «λίφτινγκ» και καμουφλαρισμένη ρητορική ολοκλήρωσαν «θαρραλέες» μεταγραφές. Η Νέα Δημοκρατία τους προσέφερε πολύτιμη στέγη, και μέχρι σήμερα αποπειράται να αποκρύψει το βάσανισμένο τους παρελθόν. Παράλληλα με τις προσθήκες, υπήρξαν και αποχωρήσεις. Η εξαίρεση στο κανόνα είναι φυσικά ο Πάνος Καμμένος, που πρωτοτύπησε σημαντικά και εκμεταλλευόμενος τα υψηλά ποσοστά δημοτικότητας του το 2012, πραγματοποίησε την έκπληξη και ίδρυσε νέο κόμμα. Στο παρελθόν ανάλογα δεξιά εγχειρήματα δεν γνώρισαν την ίδια επιτυχία - ενώ ακόμα και η Πολιτική Άνοιξη είχε σχετικά μικρό προσδόκιμο ζωής και δεν «άγγιξε» τα ποσοστά των ΑΝΕΛ.

Το κόμμα των ΑΝΕΛ και δη ο πρόεδρος τους αποτελούν ένα πολιτικό μυστήριο, χωρίς επαρκή αιτιολόγηση. Όχι, δεν υπήρξαν ποτέ αναγκαίοι στην Ελληνική πολιτική σκηνή. Και όχι, σίγουρα δεν ήταν η μοναδική επιλογή του Αλέξη Τσίπρα το 2015. Εάν δοκιμάσει κανείς να αναγνώσει την ιδρυτική διακύρηξη και το πρόγραμμα τους, έρχεται αντιμέτωπος με τη πικρή πραγματικότητα: από ιδεολογική σκοπιά, το κόμμα δεν έχει υπόσταση. Στην εποχή της οικονομικής κρίσης κατάφερε απλώς να αποκτήσει πρωταγωνιστικό ρόλο λόγω κωμικοτραγικών συγκυριών και αποτέλεσε κομμάτι της συνολικής διάσπασης του πολιτικού φάσματος, μέσα στο οποίο δόθηκε ακόμα και βήμα στον Πάνο Καμμένο να αυτο-χαρακτηριστεί εκπρόσωπος της «πρώτης φοράς αριστερά». Όταν ιστορικοί του μέλλοντος επιχειρήσουν να αναλύσουν τη πολιτική ταυτότητα νεοσύστατων Ελληνικών κομμάτων στα χρόνια της λιτότητας, είναι δεδομένο ότι οι ΑΝΕΛ θα αποτελέσουν σαφέστατα μία τεράστια πρόκληση.

Πριν τη παραίτηση του στις 13 Ιανουαρίου 2019, ο Πάνος Καμμένος γνωρίζε καλά ότι ο κύκλος του ολοκληρώθηκε και κάλεσε ευθέως τον Αλέξη Τσίπρα να αναλάβει τις ευθύνες επιλογών που πάρθηκαν πριν τέσσερα χρόνια. Οι στολές παραλλαγής, προεκλογικές υποσχέσεις και συχνές δηλητηριώδεις παρεμβάσεις στο δημόσιο λόγο είχαν ημερομηνία λήξης. Το κουκλοθέατρο δεν μπορούσε να συνεχιστεί. Η κυβέρνηση παίζει πλέον το τελευταίο της χαρτί με τη συνθήκη των Πρεσπών, που σε διπλωματικό και οικονομικό επίπεδο μπορεί να έχει σημαντικά οφέλη για το ρόλο της Ελλάδας και τους συμμάχους της στα Βαλκάνια. Η παραίτηση αποδεικνύει περίτρανα το βαθμό πανικού στον οποίο έχει βυθιστεί απέναντι στο «πατριωτικό» κόστος, αλλά και τη τρικυμία εν κρανίω που κατά το παρελθόν τον διευκόλυνε με περίσσεια μαεστρία να υπερψηφίζει μνημονιακές συμβάσεις και περικοπές. Ο ίδιος τύπος λαϊκισμού, που του χάρισε ποσοστά άνω του 10% το 2012, δεν φέρεται πλέον να συγκινεί.

Στο βωμό της λαϊκής δεξιάς ο Πάνος Καμμένος δεν έχει το γνώθι σαυτόν, και είναι πλέον αργά για να το αποκτήσει, όντας θαμπωμένος από την εφήμερη αξία που απέκτησε ελέω προσωπικών επιλογών του Αλέξη Τσίπρα. Η οπορτουνιστική ιδεολογία του αναμένεται να αφανιστεί με τον πλέον σκληρό τρόπο μέσα από ένα (ακρο)δεξιό παραμύθι που δεν προσέφερε απολύτως κανένα όφελος στη πολιτική σκηνή της χώρας. Προς όλους τους επίδοξους Καμμένους: experto crede.

Δημοφιλή