ΤΟ BLOG
20/07/2019 09:24 EEST | Updated 20/07/2019 09:24 EEST

Η ασφαλής επιλογή Σχοινά και το νέο ευρωπαϊκό σκηνικό

Τα ζητήματα που ανοίγουν πλέον για τη νέα ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι ακανθώδη και πολυεπίπεδα.

Yves Herman / Reuters

Η ελληνική κυβέρνηση κατέληξε στην επιλογή του Μαργαρίτη Σχοινά για τη θέση του νέου Έλληνα Επιτρόπου. Πρόκειται για μία οπωσδήποτε «ασφαλή» επιλογή, με τεχνοκρατικά χαρακτηριστικά, όχι αμιγώς πολιτική και σε κάθε περίπτωση κατάλληλη να προσαρμοστεί στο νέο ευρωπαϊκό σκηνικό που διαμορφώνεται. Ένα σκηνικό, όμως, που ενέχει αμφισημίες και έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις στα μεγάλα κέντρα λήψης αποφάσεων. 

Η επιλογή Σχοινά είναι μία επιλογή που εξαρχής γνώριζε η ελληνική κυβέρνηση ότι θα μπορούσε να είναι η εναλλακτική που θα της «έλυνε τα χέρια» στην περίπτωση που κάποιες άλλες ενδεχόμενες πολιτικές επιδιώξεις της δεν ευοδώνονταν. Και μιλώντας για πολιτικές επιδιώξεις δεν αναφερόμαστε σε τίποτε άλλο από τη συζητηθείσα υποψηφιότητα του Αντώνη Σαμαρά για τη θέση του Έλληνα Επιτρόπου. Ο πρώην πρωθυπουργός δεν έκρυψε το ενδιαφέρον του για μια θέση στο Κολλέγιο των Επιτρόπων, αλλά και για τη συνακόλουθη Αντιπροεδρία της Κομισιόν, την οποία θεσμικά και πολιτικά θα εδικαιούτο ως πρώην πρωθυπουργός κράτους μέλους. Πρόκειται για πάγια πρακτική που ακολουθείται από τις Βρυξέλλες, με κλασικό πρόσφατο παράδειγμα την περίπτωση του Λετονού Βάλντις Ντομπρόφσκις. 

Αν επιχειρήσουμε να χαρακτηρίσουμε με μία φράση την επιλογή Σχοινά, αυτή σίγουρα είναι: «Ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση». Επί εικοσαετία άνθρωπος που εργάζεται και κινείται στα υψηλά τεχνοκρατικά κλιμάκια των Βρυξελλών. Γεννημένος το 1962, με καταγωγή από τη Χαλκιδική, ο Μαργαρίτης Σχοινάς είναι πτυχιούχος της νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Επίσης, είναι κάτοχος Διπλώματος Ειδικών Ευρωπαϊκών Σπουδών, στην Ευρωπαϊκή Δημόσια Διοίκηση, από το Κολλέγιο της Ευρώπης (1986), ενώ το 1987 έλαβε Μεταπτυχιακό Τίτλο στη Δημόσια Διοίκηση και Πολιτική, από το London School of Economics. Τον Οκτώβριο του 2011 αποφοίτησε από το Πρόγραμμα “High Potential Leadership”, της Σχολής Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, με χρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. 

Το 1989 συμμετείχε στις εξετάσεις για υπαλλήλους της ΕΕ, πετυχαίνοντας και άρχισε να εργάζεται στην Γενική Διεύθυνση Μεταφορών και ακολούθως στο Γραφείο της Αντιπροσωπείας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Αθήνα. Από το 1999 έως το 2004 διετέλεσε Αναπληρωτής Επικεφαλής στο γραφείο της αντιπροέδρου της Λογιόλα Ντε Παλάθιο, αρμόδιος για θέματα Μεταφορών, Ενέργειας και Σχέσεων με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Από το 2004 έως το 2007 ήταν Επικεφαλής του γραφείου του Ευρωπαίου Επιτρόπου της Κύπρου Μάρκου Κυπριανού. 

Το 2007 έγινε ευρωβουλευτής, παίρνοντας τη θέση του Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος έφυγε από την Ευρωβουλή προκειμένου να επιστρέψει στην κεντρική πολιτική σκηνή. Το 2009 ο Κώστας Καραμανλής δεν τον τοποθέτησε εκ νέου στο ευρωψηφοδέλτιο. Το 2010 διορίστηκε αναπληρωτής διευθυντής του Γραφείου Συμβούλων Ευρωπαϊκής Πολιτικής από τον τότε πρόεδρο της Κομισιόν, Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο. 

Τον Απρίλιο του 2013 ανέλαβε Γενικός Διευθυντής της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών και Χρηματοδοτικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Το 2013 και το 2014 επέστρεψε στην Αθήνα, όπου ανέλαβε συντονιστής, εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όλων των ομάδων που παρείχαν τεχνική βοήθεια στην Ελλάδα. 

Από τον Νοέμβριο του 2014 ανέλαβε καθήκοντα Επικεφαλής Εκπροσώπου Τύπου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, μετά από πρόταση του Προέδρου της Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ. Από τις 16 Δεκεμβρίου 2015 ανέλαβε Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής της Διεύθυνσης Επικοινωνίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. 

Η θητεία του δίπλα στον Γιούνκερ έδωσε στον Σχοινά την ευκαιρία να παίξει κρίσιμο ρόλο κατά το «καυτό» πρώτο εξάμηνο του 2015, όταν η ελληνική κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα βρισκόταν σε μια διαρκή διαπραγμάτευση (συχνά στα όρια της ρήξης) με τους Ευρωπαίους εταίρους και δανειστές της. Ο Σχοινάς προσπάθησε τότε να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο δύσκολες «βάρκες». Αφενός στην επαγγελματική ευσυνειδησία του, που ταυτιζόταν με τα ευρωπαϊκά συμφέροντα, καθώς ήταν εκπρόσωπος της Κομισιόν και όχι της Ελλάδας φυσικά και αφετέρου στην επιθυμία του να συμβάλει προς μια θετική έκβαση των διαπραγματεύσεων με τον λιγότερο επώδυνο τρόπο για την πατρίδα του. 

Η ελληνική επιλογή γίνεται σε μια μεταβατική συγκυρία για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Νέα πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εκλέχθηκε η Γερμανίδα Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Πρώην Υπουργός Άμυνας της Γερμανίας, υπέρμαχος της ευρωπαϊκής ομοσπονδιοποίησης, αλλά και απόλυτα ευθυγραμμισμένη με τις θέσεις της Άγκελα Μέρκελ, η κυρία Φον Ντερ Λάιεν αποτελεί μια επιλογή «ανάγκης» και είναι το αποτέλεσμα μίας πρωτοφανούς διαπραγμάτευσης που έλαβε χώρα στους κόλπους του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, για πρώτη φορά μετά από ευρωεκλογές. Σύμφωνα με τις συνθήκες, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο έχει την αρμοδιότητα να προτείνει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έναν υποψήφιο πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, λαμβάνοντας υπόψιν τα αποτελέσματα των τελευταίων ευρωεκλογών. Με απλά λόγια, έναν πολιτικό ο οποίος να προέρχεται από το πρώτο σε ψήφους κόμμα. Το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα πρώτευσε για άλλη μια φορά στις ευρωεκλογές της 26ης Μαΐου 2019, χωρίς όμως αυτή τη φορά να κερδίσει την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών του ευρωκοινοβουλίου. Έτσι, ο υποψήφιός του για την Κομισιόν, κ. Μάνφρεντ Βέμπερ, αποτέλεσε τον εύκολο στόχο για πολλούς και πρωτίστως για τον Πρόεδρο της Γαλλίας, Εμμανουέλ Μακρόν. Η... παράκαμψη του κυρίου Βέμπερ έγινε  χωρίς χρονοτριβή και αμέσως άνοιξαν οι συζητήσεις για άλλα ονόματα. Η Άγκελα Μέρκελ έθεσε τότε το δικό της veto. Υποστήριξε τη θέση ότι εφόσον αποκλείστηκε η επιλογή Βέμπερ (πρόταση της πολιτικής οικογένειας στην οποία ανήκει η κ. Μέρκελ, αλλά και προσωπική της επιλογή), θα έπρεπε να αποκλειστούν από τη συζήτηση και οι υποψήφιοι των άλλων μεγάλων κομμάτων, δηλαδή ο κ. Φρανς Τίμμερμανς από τους Ευρωπαίους Σοσιαλιστές και η κ. Μαργκρέτε Βεστάγκερ από τους Φιλελεύθερους. 

Το ευρωκοινοβούλιο υπερψήφισε την κυρία Φον ντερ Λάιεν με οριακή πλειοψηφία και με μεγάλο μέρος των Σοσιαλδημοκρατών να αντιτάσσεται στην πρόταση των ευρωπαίων ηγετών. Τα ζητήματα που ανοίγουν πλέον για τη νέα ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι ακανθώδη και πολυεπίπεδα. Η νέα Πρόεδρος θα κληθεί να εισηγηθεί νομοθετικές πρωτοβουλίες πολύ σημαντικές για το μέλλον της Ευρώπης και πρωτίστως για τη μεγάλη πλειοψηφία των Ευρωπαίων πολιτών. Η συμμετοχή του ευρωκοινοβουλίου στη λήψη των αποφάσεων δεν θα είναι πάντοτε το κρίσιμο και οι πλειοψηφίες είναι δυνατόν να επιτυγχάνονται με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Εκείνο που έχει αξία, ωστόσο, είναι η ουσία των νομοθετικών παρεμβάσεων της Επιτροπής. Η κλιματική αλλαγή, που ήρθε για να μείνει, απαιτεί άμεσες και στοχευμένες λύσεις, προς την κατεύθυνση της μείωσης των ρύπων και της καθιέρωσης εναλλακτικών μορφών ενέργειας σε τομείς όπως η βιομηχανία και οι μεταφορές. Ορθές υπήρξαν οι σχετικές επισημάνσεις της κ. Φον ντερ Λάιεν στην εναρκτήρια ομιλία της. Βεβαίως, θα κριθεί και σε αυτές εκ του αποτελέσματος. Επίσης, το ζήτημα της μετανάστευσης είναι φλέγον και ένα νέο σύστημα χορήγησης ασύλου είναι απαραίτητο, με τη συνολική αναδιαμόρφωση του υπάρχοντος πλαισίου, το οποίο επιβαρύνει ιδιαίτερα τις χώρες πρώτης υποδοχής και κατανέμει άνισα το βάρος από τη μετακίνηση τεράστιων πληθυσμών προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. 

Περαιτέρω, η ανάληψη πρωτοβουλιών στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας είναι ίσως η τρίτη πιο χαρακτηριστική πρόκληση των επόμενων ετών. Όπως έχει γραφτεί και παλαιότερα, η Ένωση δεν μπορεί πλέον να προτάσσει την ισχύ του δικαίου της ως αποκλειστική μέθοδο επίλυσης των διαφορών της και επιδίωξης των στόχων της. Είναι αδήριτη ανάγκη η προληπτική διπλωματία και η διακηρυκτική εξωτερική πολιτική να συνδυαστούν με στρατιωτική δύναμη. 

Οι μεγάλες προκλήσεις για την Ευρώπη είναι πλέον καταφανώς προκλήσεις επιβίωσης της ίδιας της ισχύος του ευρωπαϊκού λόγου και της απτής ευρωπαϊκής πολιτικής. Η Ελλάδα μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο στο νέο αυτό πλαίσιο. Μένει να φανεί αν η σημερινή μεταβατική περίοδος θα καταλήξει στη συντήρηση ενός αναιμικού status quo με έντονα διακυβερνητικά χαρακτηριστικά και αργόσυρτους διευθυντικούς μηχανισμούς ή σε μία Ένωση πραγματικά υπερεθνική, περισσότερο δημοκρατική και ουσιαστικά ισχυρή έναντι «φίλων» και «εχθρών».