Η διαρκής Επανάσταση της Κρήτης

Απόσπασμα από το υπό έκδοση βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά: «1821-2021, Ρέκβιεμ ή Αναγέννηση» (Εναλλακτικές Εκδόσεις)
Το Ολοκαύτωμα της Μονής Αρκαδίου - Ελαιογραφία του Ιταλού ζωγράφου Γκαττέρι
Το Ολοκαύτωμα της Μονής Αρκαδίου - Ελαιογραφία του Ιταλού ζωγράφου Γκαττέρι
commons wikimedia

Επειδή η Επανάσταση του 1821 παρέμεινε ανολοκλήρωτη, καθώς δεν κατόρθωσε παρά να απελευθερώσει ένα μικρό μέρος του ελληνισμού ενώ το μεγαλύτερο συνέχισε να παραμένει υπόδουλο, η περίοδος μέχρι το 1920 συνιστά στο σύνολό της μια διαρκή προσπάθεια ολοκλήρωσης της Επανάστασης.

Η ελληνική επανάσταση καθίσταται ίσως η μακρότερη χρονικά στην πρόσφατη ιστορία, καθώς εκκινά το 1821 και κλείνει το 1920, σε μια προσπάθεια απελευθέρωσης, ενοποίησης του ελληνικού έθνους σε ένα ενιαίο κράτος﮲ προσπάθεια την οποία αποκάλεσε Μεγάλη Ιδέα σε μια συζήτηση στην ελληνική Βουλή, στις 14 Ιανουαρίου 1844, ο Ιωάννης Κωλέττης.

Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα για το επαναστατικό ήθος της εποχής είναι η Κρήτη οποία από το 1821 μέχρι το 1912 και την ενσωμάτωση της στην Ελλάδα διεξάγει αδιάκοπες εξεγέρσεις και επαναστάσεις –θυμίζοντας την ανάλογη περίοδο των διαρκών επαναστάσεων εναντίον των Ενετών μέχρι την πτώση της Πόλης το 1453.

Στο μέσον αυτής της περιόδου, η μεγάλη επανάσταση που θα διαρκέσει από το 1866 έως 1869 και θα αμφισβητήσει ευρύτερα τη στρατηγική των μεγάλων δυνάμεων για τη διατήρηση της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η Επανάσταση θα πραγματοποιηθεί μάλιστα σε μια στιγμή που οι Εγγλέζοι πίστευαν πως είχαν κατευνάσει τις ελληνικές αλυτρωτικές τάσεις με την αποπομπή του «μεγαλοϊδεάτη» Όθωνα, την ενθρόνιση του πειθήνιου Γεώργιου Γλύξμπουργκ το 1864, και την παραχώρηση –ως επιβράβευση– των Επτανήσων, που βρίσκονταν σε διαρκή επαναστατικό αναβρασμό, στο ελληνικό κράτος.

Και όμως οι Κρητικοί ενθουσιασμένοι για το ότι γεγονός ότι οι Επτανήσιοι επέτυχαν την Ένωση με την Ελλάδα, πρώτοι από τους υπόδουλους Έλληνες, θα δουν την ενσωμάτωση των Επτανήσων ως ενισχυτική του αγώνα τους.

Η επανάσταση κηρύχθηκε επίσημα στις 21 Αυγούστου 1866 και έγινε παγκοσμίως γνωστή με τη μάχη του Βαφέ τον Οκτώβριο του 1866, όπου οι 800 επαναστάτες, Κρητικοί και εθελοντές αντιμετώπισαν τουρκικές δυνάμεις 12.000 ανδρών και στην οποί/α έχασαν τη ζωή τους Ελλαδίτες και Κύπριοι εθελοντές και προπαντός με το ολοκαύτωμα της Μονής Αρκαδίου: Στις 8 Νοεμβρίου του 1866, οι οθωμανικές δυνάμεις με 15.000 τακτικό στρατό και τριάντα κανόνια πολιόρκησαν τη Μονή Αρκαδίου όπου είχε εγκατασταθεί το αρχηγείο των επαναστατών και στην οποία εκτός από τους 325 επαναστάτες είχαν βρει καταφύγιο και 700 γυναικόπαιδα.

Μετά από μια δραματική σύγκρουση κατά την οποία σκοτώθηκε στις επάλξεις και ο ηγούμενος Γαβριήλ Μαρινάκης οι οθωμανικές δυνάμεις εισήλθαν στη μονή και τότε ο Κωστής Γιαμπουδάκης, ανατίναξε την πυριτιδαποθήκη και η μονή μεταβλήθηκε σε ερείπια, θάβοντας κάτω από τα συντρίμμια υπερασπιστές της Μονής γυναικόπαιδα και εισβολείς.

Παρ’ όλα ταύτα οι επαναστάτες κατάφεραν αρχικά να κυριαρχήσουν στην ύπαιθρο και οι μάχες θα συνεχίζονται μέχρι τον Ιανουάριο του 1869.

Η Κρητική Επανάσταση θα αποτελέσει ένα μεγάλο εθνικό γεγονός, ίσως το μεγαλύτερο μετά το ’21 και θα υπομνύει στους πολίτες και την κυβέρνηση του ελληνικού κράτους τους αγώνες του αλύτρωτου ελληνισμού.

Θα σχηματιστούν πολλές επιτροπές υποστήριξης του Κρητικού αγώνα όπως η «Κεντρική υπέρ των Κρητών επιτροπή» στην Αθήνα και η «Ειδική επί των αποστολών επιτροπή» στη Σύρο, οι οποίες και θα μεταφέρουν εφόδια και πολεμιστές με τα πλοία Αρκάδι, Κρήτη, Ένωσις, Ύδρα και Πανελλήνιον.

Στο νησί θα κατέβουν όχι μόνο Κρητικοί, αλλά και εκατοντάδες εθελοντές, –ανάμεσά τους και πολλοί στρατιωτικοί– από την Ελλάδα και την Κύπρο, όπως ο Κρητικός συνταγματάρχης και δύο φορές υπουργός στρατιωτικών Πάνος Κορωναίος.

Το ελληνικό κράτος εξέφρασε μεν τη συμπαράστασή του, αλλά δεν αποτόλμησε να κηρύξει τον πόλεμο κατά των Τούρκων, παρότι θα λειτουργεί ως μετόπισθεν κα επιμελητεία του κινήματος με επίκεντρο την Ερμούπολη.

Η Αναγέννηση του φιλελληνισμού

Αν η μάχη του Βαφέ προκάλεσε μεγάλη συγκίνηση στον ευρύτερο ελληνισμό, το Αρκάδι και το ολοκαύτωμά του θα ηλεκτρίσει την κοινή γνώμη της Ευρώπης και της Αμερικής, όπως είχε συμβεί με την πολιορκία και την έξοδο του Μεσολογγίου, θέτοντας επί τάπητος εκ νέου το Ανατολικό ζήτημα.

Δημιουργείται ένα καινούργιο φιλελληνικό κίνημα και ξένοι εθελοντές καταφθάνουν στην Κρήτη. Ο Gustave Flourens, –καθηγητής στο Collège de France, και αργότερα στρατηγός στην Κομoύνα του Παρισιού, όπου και εκτελέστηκε το 1871– έφτασε στην Κρήτη στα τέλη του 1866.

Ο Φλουράνς δημιούργησε μια διεθνή φιλελληνική ομάδα με Γάλλους, Άγγλους, Αμερικανούς, Ιταλούς και Ούγγρους η οποία εξέδωσε το φυλλάδιο La question d’ Orient et la Renaissance crétoise, (Το Ανατολικό ζήτημα και η Κρητική Αναγέννηση) εγκαινιάζοντας έτσι την παράδοση του αριστερού φιλελληνισμού στην οποία αργότερα θα διακριθούν οι Γαριβαλδινοί αγωνιστές της Μεγάλης Ιδέας, όπως ο επίσης «κομουνάρος» Amilcare Cipriani και ο γιός του Γαριβάλδι, Riccioto Garibaldi, που θα συμμετάσχουν και ως εθελοντές στον πόλεμο του 1897.

Ο διαχρονικός φίλος της ελληνικής υπόθεσης Βικτώρ Ουγκώ στην περίφημη «Ανοικτή Επιστολή» του στην εφημερίδα Le Figaro καταδικάζει τη σιωπή της Ευρώπης και καταλήγει: «Για ποιο λόγο ξεσηκώθηκε η Κρήτη; Διότι ενώ ο Θεός την έπλασε ως τον καλύτερο τόπο της οικουμένης, οι Τούρκοι την μετέβαλαν στον αθλιέστερο… Οι Τούρκοι φέρνουν τη νύκτα. Επαναστάτησε, διότι η Κρήτη είναι Ελλάδα και όχι Τουρκία».

Έντονη φιλελληνική κίνηση αναπτύχθηκε και στις ΗΠΑ, που εκδηλώθηκε, μεταξύ άλλων και με την αποστολή χρημάτων και όπλων για την ενίσχυση της Επανάστασης.

Μια παραφωνία – η φιλοτουρκική συνηγορία των Μαρξ και Ένγκελς

Όμως η συμπαράταξη με την κρητική επανάσταση ομόθυμη μεταξύ των φιλελευθέρων και της αριστεράς, θα συναντήσει την αντίθεση των Μαρξ και Ένγκελς – οι οποίοι υποστηρίζουν την Τουρκία και καταδικάζουν τόσο αυτή όσο και τις επόμενες κρητικές επαναστάσεις,.

Ο Μαρξ, όχι μόνο δεν συγκινείται από τις σφαγές και το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου αλλά, επιπλήττει τον Γάλλο σοσιαλιστή Vermorel, στις 27/8/1867 πως «η εφημερίδα του απηχεί ρωσικά (και ελληνικά, γιατί οι Έλληνες είναι τα όργανα των Ρώσων) ψεύδη για την λεγόμενη επανάσταση της Κρήτης».

Είκοσι δύο χρόνια αργότερα στο κίνημα του 1889 και απέναντι σε νέες τουρκικές θηριωδίες, ο Ένγκελς σε επιστολή του στον Ζόργκε θα χαρακτηρίσει τους επαναστάτες, «Κρητικούς προβατοκλέφτες». Οι αναφορές σε τουρκικές βαρβαρότητες χαρακτηρίζονται μυθεύματα της ρωσικής προπαγάνδας ενώ αντίθετα εξαίρεται ο «Τούρκος αγρότης» για τις αρετές του!

Και όμως μέχρι το καλοκαίρι του 1853, οι Διόσκουροι της Επανάστασης τάσσονταν ανοικτά με το πλευρό των Ελλήνων: Ο Ένγκελς, το 1846, κατήγγελλε την Ιερά Συμμαχία ενώ το 1850, οι Μαρξ και Ένγκελς, σε κοινό τους κείμενο, υποστήριζαν πως «ο πόλεμος εναντίον της Τουρκίας είναι αναγκαστικά πόλεμος ευρωπαϊκός».

Ωστόσο μετά την καταστολή της Επανάστασης του 1848 στην Ευρώπη και τον Κριμαϊκό πόλεμο το 1853, η Ρωσία αντιμετωπίζεται ως ο κατ’ εξοχήν εχθρός της ευρωπαϊκής Επανάστασης, οι δε ελληνικές και σλαβικές επαναστατικές απόπειρες, καταδικάζονται, ως υποκινούμενες από την Ρωσία!

Η οθωμανική Τουρκία καθίσταται, «αντικειμενικά», σύμμαχος του ευρωπαϊκού προλεταριάτου και οι κρητικές επαναστάσεις όργανα του τσαρισμού.

Μάλιστα, για να δικαιολογήσουν οι πατέρες του μαρξισμού την παρασπονδία τους απέναντι στους απογόνους των αρχαίων Ελλήνων εκθειάζουν τον Φαλμεράυερ, και υποστηρίζουν πως οι Έλληνες της Τουρκίας έχουν απλώς «δεχθεί την ελληνική γλώσσα, μολονότι στην πραγματικότητα είναι σλαβικής καταγωγής».

Ο Ένγκελς, στα 1885, χαρακτήρισε όλους τους βαλκανικούς λαούς, «νανοφυλές»: «…τα άθλια συντρίμμια πρώην εθνών, Σέρβοι, Βούλγαροι, Έλληνες και ο υπόλοιπος ληστοσυρφετός…, θέλουν σώνει και καλά να κόψουν τους λαίμαργους λαιμούς τους. Αυτό θα ήταν πολύ ωραίο… αν κάθε μια από αυτές τις νανοφυλές δεν αποφάσιζε για ειρήνη ή για πόλεμο στην Ευρώπη».

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς, υποτιμούσαν βαθύτατα τους Σλάβους αλλά και τους Έλληνες, τους οποίους έβλεπαν ως «εμπόδιο» στο ευρωπαϊκό προλεταριάτο· άλλωστε η αντιπαλότητα των Γερμανών προς τους νεώτερους Έλληνες αναπτύσσεται ραγδαία κατά τον φθίνοντα 19ο αιώνα.

Χαρακτηριστική είναι μια μεγάλη συζήτηση που ξέσπασε στο εσωτερικό του γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, μετά τη νέα Κρητική Επανάσταση και τις σφαγές των Αρμενίων το 1896.

Ο Βίλχελμ Λίμπκνεχτ (1826-1900), ιδρυτής του κόμματος, μαθητής των Μαρξ-Ένγκελς, επιτίθεται με σκαιό τρόπο κατά της Λούξεμπουργκ, που υποστήριζε τους Αρμενίους και τους Έλληνες, αρνούμενος μάλιστα να της δημοσιεύσει σχετικό άρθρο της στο όργανο του κόμματος, το Vorwärts.

Ο Λίμπκνεχτ όπως λέει δεν θεωρεί «κάθε κλεφτοκοτά που έρχεται σε αντίθεση με τους Τούρκους “καταπιεζόμενη εθνότητα”», είναι δε πεπεισμένος πως το «Ανατολικό Ζήτημα δεν θα λυθεί ούτε στην Κρήτη ούτε στη Βαλκανική Χερσόνησο, αλλά στα μητροπολιτικά κέντρα της Ευρώπης»

Αντίθετα, η Λούξεμπουργκ και ο Μπερνστάιν υποστηρίζουν με θέρμη την ανάγκη της εθνικής αποκατάστασης των καταπιεζομένων από τους Τούρκους, λαών, και κατ’ εξοχήν των Ελλήνων.

Η Λούξεμπουργκ τονίζει πως «πρέπει να δεχθούμε τη διαδικασία διάλυσης της Τουρκίας» και «να δώσουμε την πιο πλήρη συμπάθειά μας στις προσδοκίες των χριστιανικών λαών για αυτονομία», ο δε Μπερνστάιν θεωρεί «σοκαριστική βαρβαρότητα το να γελοιοποιείται κάθε λαός που αγωνίζεται για απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό, ως κλεφτοκοτάς»

Παιάνες και ελεγείες

Ο Λευκάδιος ποιητής και βουλευτής Αριστοτέλης Βαλαωρίτης θα γίνει μέλος της «Κεντρικής υπέρ των Κρητών Επιτροπής» και θα γράψει τον Αθανάσιο Διάκο και τον Αστραπόγιαννο, έργα που αντανακλούν άμεσα το κλίμα της εθνικής κινητοποίησης με αφορμή τον αγώνα των Κρητών.

Αλλά και οι υπόλοιποι ποιητές του ελληνικού ρομαντισμού της περιόδου θα στρατευθούν στην υπεράσπιση της Κρητικής Επανάστασης. Ο Αχιλλέας Παράσχος ο μεγαλύτερος εθνικός ποιητής από την άποψη της απήχησής του, όπως θα τον χαρακτηρίσει ο Κώστας Ουράνης, θα γράψει θούριους, άσματα, επιγράμματα, ελεγείες, επικολυρικές συνθέσεις.

Οι πεσόντες του Βαφέ παραλληλίζονται με τους τριακοσίους του Λεωνίδα και το Αρκάδι με το Μεσολόγγι.

Διαβάζουμε σε δύο από τα επιγράμματα του Αχ. Παράσχου:

Φρουρούν την Κρήτην έτι του Βαφέ οι Σπαρτιάται·

Κ’ εύρετ’ Αρκάδι άνωθεν νεφών το Μεσολόγγι.

Στο ποίημα του Γεράσιμου Μαρκορά, Όρκος, γίνεται άμεση αναφορά στη συμμετοχή των Ελλαδιτών πολεμιστών στην Κρητική Επανάσταση και την «Μεγάλη Ιδέα» της απελευθέρωσης όλων των Ελλήνων.

Ακούν το θαύμα τ’ Αρκαδιού, κ’ εδώ με γληγοράδα

στρατιώταις μεγαλόψυχοι πετούν απ’ την Ελλάδα,

τι σκλάβοι αυτοί λογιάζονται στο δοξασμένο χώμα,

όσο ένας μόνος αδελφός είναι ραγιάς ακόμα.

Ψηλά, ψηλά, συσμίγουνε σε πρόσκαιρα λημέρια

με τους ελεύθερους αετούς τα κρητικά ξεφτέρια.

Τότε θα γραφτούν τότε πολλά ποιητικά και θεατρικά έργα εμπνευσμένα από την Επανάσταση. Η Κρητηίς του Αντωνίου Αντωνιάδη θα βραβευτεί στον Βουτσιναίο διαγωνισμό του 1867, ενώ το δραματικό έργο του Σπυρίδωνα Βασιλειάδη, Οι Καλλέργαι, θα αποθεωθεί από το αθηναϊκό κοινό το 1869.

Επρόκειτο για έργα όπου το ιστορικό παρελθόν υπογραμμίζει την άμεση σχέση του με το παρόν, την ανυποχώρητη αντίσταση των Κρητικών απέναντι στον ξένο κατακτητή, είτε πρόκειται για τον Φράγκο είτε τον Τούρκο.

Άλλωστε τα έργα γράφονται και μέσα σε ένα έντονα αντιδυτικό κλίμα, το οποίο διαμορφώνεται εν πολλοίς από την αναλγησία της δυτικής διπλωματίας στο κρητικό πρόβλημα, αλλά και την πρόσφατη κατοχή του Πειραιά στην διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου για να εμποδιστούν οι επαναστατικές κινήσεις των Ελλήνων εναντίον της Τουρκίας.

Η βοήθεια που αποστελλόταν από την Ελλάδα με εθελοντές, όπλα και κάθε είδους εφόδια είχε εξαγριώσει την Τουρκία και την Αγγλία.

Η Τουρκία σε συνεννόηση με τους Βρετανούς, στα τέλη του 1868 με τελεσίγραφο της απείλησε με πόλεμο την Ελλάδα ενώ αμέσως μετά οι Μεγάλες Δυνάμεις με τη «Συνθήκη των Παρισίων» (9/20 Ιανουαρίου 1869) αποφάσισαν να απαγορευτεί ο σχηματισμός εθελοντικών ομάδων και ο εφοδιασμός των επαναστατών από την Ελλάδα η οποία και πειθαναγκάστηκε να αποδεχτεί αυτές τις αποφάσεις.

Γι’ αυτό και μετά τον επαναστατικό ενθουσιασμό στην Ελλάδα θα ακολουθήσει η απογοήτευση: Το ποίημα του ρομαντικού ποιητή Δημητρίου Παπαρρηγόπουλου, γιου του μεγάλου ιστορικού, με τον τίτλο «Η ελληνική σημαία», αποδίδει τόσο την έξαρση της επαναστατικής στιγμής, όσο και την πνιγμονή από τα στενά όρια της Λιλιπούτης, όπως αποκαλούσε ο Γλάδστων την Ελλάδα της εποχής.

Για τον ποιητή ένα και μόνο μέλλον ταίριαζε στην Ελλάδα, το μέλλον της Μεγάλης Ιδέας που την θωπεύει η «αύρα του Βοσπόρου» ενώ η μικρή Ελλάδα δεν ήταν πάρα ο τάφος των ονείρων του ελληνισμού:

Ίνα ταφώμεν, την μικράν εκτήσαμεν γωνίαν

εν η το έθνος δύσπνοιαν αισθάνεται και φθίνει;

Έν μνήμα μάς εχάραξαν; και την ελευθερίαν

χωρίς δεσμά αλλ’ εις ειρκτήν αφίνομεν να σβήνη;

Για τον Παπαρρηγόπουλο το έθνος χρειάζεται τον ορίζοντα του ελληνισμού για να μπορέσει να επιβιώσει. Και πρώτο βήμα είναι «της σημαίας η σκιά την Κρήτην να μετρήση» και να σκεπάσει τους ήρωες του Βαφέ:

Ορίζοντα, ορίζοντα εις την ψυχοραγούσαν·

και πρέπει γη ελληνική τον χουν να περικλείση

των κοιμωμένων εις Βαφέ, εις ξένην γην πενθούσαν,

και της σημαίας η σκιά την Κρήτην να μετρήση.

Ω ναι, σημαία, έπρεπεν η αύρα του Βοσπόρου

να σε θωπεύη φέρουσα τα μύρα της Ασίας,

αντί να σήπεσαι εντός μεμετρημένου χώρου,

να λούεσ’ επί της υγράς της Έλλης κατοικίας.

Ή αν προώρισται μικρά δια παντός να μένης,

αν πολεμίων ταπεινών γενναίον πέσης θύμα,

αν σε πατάξη η φορά βαρβάρου ειμαρμένης,

γενού σινδόνη εις ημάς και ο σταυρός σου μνήμα.

Ωστόσο η μεγάλη διάρκεια της επανάστασης, οι νίκες των Ελλήνων, οι ωμότητες των Τούρκων και το μεγάλο κύμα του φιλελληνισμού, απειλούσαν να θέσουν επιτακτικά το Ανατολικό Ζήτημα στο σύνολό του, γι’ αυτό και η βρετανική κυβέρνηση θα υποχρεώσει την Τουρκία να παραχωρήσει γενική αμνηστία και να προβεί σε θεσμικές παραχωρήσεις.

Ο μεγάλος βεζίρης Ααλή Πασά, θα καταφθάσει ως κομιστής παραχωρήσεων οι οποίες θα αποτυπωθούν στον λεγόμενου Οργανικό Νόμο του 1868.

Κάτω από τον βαλή, διοριζόμενο από το σουλτάνο, θεσμοθετούνται πέντε διοικήσεις και είκοσι επαρχίες, στις οποίες όπως και στα δικαστήρια θα μπορούσαν να διορίζονται και χριστιανοί, ενώ αιρετοί σύμβουλοι θα μετείχαν στο κεντρικό συμβούλιο της Γενικής Διοίκησης.

Τέλος αναγνωρίστηκε η θεσμική ισοτιμία της ελληνικής και της τουρκικής γλώσσας.

Οι αγωνιστές του Βαφέ και οι ήρωες του Αρκαδίου είχαν ανοίξει τον δρόμο που θα κατέληγε μετά από νέους σκληρούς αγώνες στην Ένωση το 1912.

Δημοφιλή