ΤΟ BLOG
30/12/2018 09:10 EET | Updated 30/12/2018 09:10 EET

Η ενοχοποίηση της ιστορικής μνήμης

Η διδασκαλία της ιστορίας και, συνεπώς, η γνώση του παρελθόντος αποτελούν αχίλλειο πτέρνα του εκπαιδευτικού μας συστήματος εδώ και δεκαετίες.

ΦΩΤΟ: ΠΑΝΟΣ ΖΕΡΒΟΥΔΑΚΗΣ
Η κρήνη Rimondi βρίσκεται στη σημερινή πλατεία του Πλατάνου και στο αλλοτινό κέντρο της βενετσιάνικης πόλης στην παλιά πόλη Ρεθύμνου. Οικοδομήθηκε το 1626 από τον ρέκτορα της πόλης Α. Rimondi. Κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, οι κρήνες προτιμούνταν να είναι σε στεγασμένους χώρους. Ετσι, προστέθηκε θόλος, ένα τμήμα του οποίου σώζεται σήμερα.

Πόση συζήτηση μπορεί να προκαλέσει ένα σχολικό ημερολόγιο; Παραδόξως, πολύ περισσότερη απ’ όση ένα σχολικό εγχειρίδιο ιστορίας, ειδικά αν το δουν οι λάθος άνθρωποι.

Μια απεικόνιση της ζωής στην παλιά πόλη του Ρεθύμνου, και συγκεκριμένα μια αναπαράσταση της Κρήνης Ριμόντι, κάπου στον 17ο αιώνα, φαίνεται πως εξόργισε την πρώην βουλευτή Κοζάνης, Ραχήλ Μακρή. Το εν λόγω μνημείο αποτελεί μάρτυρα της βενετοκρατίας και της τουρκοκρατίας στο Ρέθυμνο, και σήμερα είναι ένα από τα κεντρικά αξιοθέατα της παλιάς πόλης. Η κυρία Μακρή εξέλαβε το εξώφυλλο του σχολικού ημερολογίου του 3ο δημοτικού σχολείου Ρεθύμνου ως προπαγάνδα υπέρ της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ή δήλωση υποταγής στον Τουρκικό ζυγό, εξαπολύοντας δριμεία επίθεση σε εκπαιδευτικούς, αρχικά, και δήμο Ρεθύμνου, κατόπιν απάντησης την οποία εξέδωσε υπερασπιζόμενος το περιεχόμενο και το πνεύμα της συγκεκριμένης επίμαχης έκδοσης. Οι κατά καιρούς δημόσιες τοποθετήσεις της κας Μακρή σε διάφορα θέματα της πολιτικής και παραπολιτικής, κυρίως, είναι γενικά γνωστές, και θα μπορούσαν να αποτελέσουν ικανό λόγο για να αγνοήσουν άπαντες την εν λόγω ανάρτηση. Η ολοένα αυξανόμενη απήχηση αυτής της ακροδεξιάς και μισαλλόδοξης ρητορικής στον δημόσιο βίο, αφενός, και η λανθάνουσα επίθεση στην ιστορική μνήμη, αφετέρου, καθιστούν κατά την γνώμη μου απολύτως απαραίτητη μία σοβαρή ανάγνωση του ζητήματος.

Θεωρώ πως η επίθεση στους εκπαιδευτικούς του 3ου δημοτικού σχολείου Ρεθύμνου δεν αποτελεί μια μεμονωμένη περίπτωση άρνησης της ιστορικής πραγματικότητας. Η επίκληση στο ηρωικό πνεύμα και τα ανδραγαθήματα του Λεωνίδα και του Κολοκοτρώνη φανερώνει a priori μια επιφανειακή σχέση με την μελέτη της ιστορίας, αλλά ακόμα πιο ανιστόρητη είναι η αντίληψη ότι οι μαθητές δεν πρέπει καν να διδάσκονται συγκεκριμένες ιστορικές περιόδους. Κατά την κα Μακρή, πιθανώς και πολλούς άλλους, τα χρόνια κατά τα οποία ο ελλαδικός χώρος βρισκόταν υπό οθωμανικό (ενετικό ή αραβικό) ζυγό δεν αξίζουν μνείας. Υπάρχουν ωστόσο και άλλα ιστορικά γεγονότα τα οποία τείνουν να θεωρηθούν ανάξια λόγου. Υποστηρικτής της ήσσονος σημασίας της ιστορικής μνήμης είναι και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ο οποίος πριν λίγους μήνες δήλωνε ότι δεν μπορεί να ενδιαφέρει έναν σημερινό 17χρονο η δολοφονία Λαμπράκη, πιθανόν γιατί η γνώση αυτή μπορεί να δημιουργήσει συνειρμούς που να οδηγούν στον Πέτρουλα, την αποστασία και άλλες δυσάρεστες αναμνήσεις, οδηγώντας μέχρι την χούντα των συνταγματαρχών. Εξίσου προβληματική είναι και η σχέση του αντιπροέδρου της αξιωματικής αντιπολίτευσης, πτυχιούχου ιστορίας και αρχαιολογίας, με την νεότερη ιστορία, και ειδικότερα με την επέτειο του Πολυτεχνείου. Η θεώρηση αυτή της ιστορίας, καθώς και άλλων κλάδων των ανθρωπιστικών σπουδών, ως ένα ασήμαντο ή και ανεπιθύμητο πεδίο γνώσης δεν αποτελεί χαρακτηριστικό μόνο του πολιτικού συστήματος.

Η διδασκαλία της ιστορίας και, συνεπώς, η γνώση του παρελθόντος αποτελούν αχίλλειο πτέρνα του εκπαιδευτικού μας συστήματος εδώ και δεκαετίες. Το κύριο πρόβλημα δεν είναι η, υπαρκτή, ελλιπής γνώση των ιστορικών πληροφοριών. Το εκπαιδευτικό σύστημα διδάσκει ιστορία στα πρότυπα του μοντερνισμού βασιζόμενο στην επιμελή παράθεση προσώπων, ημερομηνιών, γεγονότων, με σκοπό την αποστήθιση τους. Δημιουργεί ένα βασικό, εύπεπτο, εθνικό αφήγημα το οποίο εξετάζει πολλάκις από το δημοτικό μέχρι το λύκειο. Παρά την επανειλημμένη «απαίτηση» του εξεταστικού συστήματος για εμπέδωση της ιστορικής γνώσης, βασικού προαπαιτούμενου για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, με ό, τι αυτό συνεπάγεται, η πλειονότητα των μαθητών, και στην συνέχεια των πολιτών, «θυμάται» ελάχιστα από την ιστορία του ελληνικού έθνους. Όπως πολύ επιτυχημένα συνοψίζει η κα Μακρή, η ελληνική κοινωνία γνωρίζει τους Λεωνίδες και τους Κολοκοτρώνηδες, και ανά είκοσι χρόνια ανακαλεί τους Μεγαλέξανδρους ή ακόμα και τους Πύρρους. Ελάχιστοι ωστόσο γνωρίζουν, και ακόμα λιγότεροι κατανοούν, την ιστορία. Τι φταίει;

Συχνά η συζήτηση για την διδασκαλία της ιστορίας αποτελεί το επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Τις περισσότερες φορές η αφορμή είναι ένα σχολικό εγχειρίδιο, το οποίο κρίνεται ως ανεπαρκές λόγω μιας ανεπιτυχούς διατύπωσης, λχ. για συνωστισμό, ή της παράλειψης κάποιου ιστορικού γεγονότος. Η εκδήλωση της δυσαρέσκειας, και ενίοτε της κατακραυγής, εστιάζει στο ένα και μοναδικό βιβλίο που πρέπει να αποστηθίσει ο μαθητής για να «μάθει» την ιστορία, και αν αυτό είναι «λειψό» ως προς την ακριβή καταγραφή των γεγονότων ή όχι αρκετά «πατριωτικό» στην διατύπωσή του, τότε υποκρύπτει μια προσπάθεια αλλοίωσης της εθνικής ταυτότητας, παρόμοια με αυτήν που θεωρεί η κα Μακρή ότι επιχειρεί το ημερολόγιο του δημοτικού σχολείου του Ρεθύμνου. Η ιδέα ότι η ιστορία εμπεδώνεται μέσα από την αποστήθιση ενός συγγράμματος ή από την αυθεντία που καλείται να ενσαρκώσει ο εκπαιδευτικός στην αίθουσα διδασκαλίας είναι προφανώς παράγωγο του εκπαιδευτικού μας συστήματος, το οποίο δεν ενθαρρύνει την μελέτη μέσα από πλήθος πηγών για την κατανόηση της ιστορικής γνώσης.

Παρ’ όλα αυτά, η αναφορά στην «ιστορία» για θέματα όπως το Μακεδονικό, η Βόρεια Ήπειρος ή το μεταναστευτικό εξακολουθεί να κυριαρχεί στον δημόσιο λόγο, συγκινώντας πάντα τα πλήθη, τα οποία έχουν εκπαιδευτεί να ανακαλούν την ιστορική μνήμη μόνο μέσα από τα εθνικά αφηγήματα της επανάστασης, της απελευθέρωσης και των ηρωικών μαχών που οδήγησαν στην σημερινή εθνική ταυτότητα την οποία αντιμάχονται οι κάθε λογής «ραγιάδες» όπως αυτούς που επικαλείται η κα Μακρή. Στο πλαίσιο της διατήρησης αυτής της εθνικής ταυτότητας έχουν κατά καιρούς κινητοποιηθεί εκατοντάδες κατά της φοίτησης προσφύγων σε σχολεία, και χιλιάδες κατά της διαδικασίας ονοματοδοσίας της ΠΓΔΜ, ποτέ όμως δεν διαμαρτυρήθηκε κανείς γιατί το μάθημα ιστορίας διδάσκεται σε δεύτερη ανάθεση από καθηγητές ξένων γλωσσών σε σχολικές μονάδες της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ή γιατί ελάχιστα σχολεία έχουν μια καλή βιβλιοθήκη ώστε οι μαθητές να έχουν πρόσβαση σε ιστορικές πηγές πέρα από τα σχολικά εγχειρίδια. Η παιδεία άλλωστε αποτελεί ένα δευτερεύον ζήτημα για την ελληνική κοινωνία.

Εν κατακλείδι, η επίθεση στους εκπαιδευτικούς ενός δημοτικού σχολείου για την επιλογή τους να αναδείξουν μία πτυχή του παρελθόντος της πόλης τους αποτελεί ένα παράδειγμα δίωξης της ιστορικής μνήμης, το οποίο δεν είναι μεμονωμένο. Η απαξίωση της διδασκαλίας της ιστορίας, από την πρωτοβάθμια μέχρι την τριτοβάθμια εκπαίδευση γίνεται συστηματικά εδώ και δεκαετίες. Οι αιτίες είναι πολλές, συμπεριλαμβανομένης της γενικότερης στροφής προς την τεχνολογική εκπαίδευση και τις θετικές επιστήμες, αλλά και μιας πολιτικής η οποία αποστρέφεται την μελέτη των ανθρωπιστικών σπουδών σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Εν μέσω μιας κρίσης οικονομικής, κοινωνικής και αξιών, αποτελεί ιδιαίτερα σημαντικό ζήτημα η επαναδιαπραγμάτευση του ρόλου της ιστορίας και των κοινωνικών επιστημών στην οικοδόμηση μίας νέας ταυτότητας για την μελλοντική γενιά σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Η αποσιώπηση ενός σημαντικού τμήματος του παρελθόντος, είτε αυτό είναι η οθωμανική περίοδος, είτε πρόκειται για ιδεολογικά φορτισμένες περιόδους της σύγχρονης ιστορίας, αποτελεί σημαντικό ολίσθημα με απρόβλεπτες συνέπειες.