CULTURE
02/01/2019 08:18 EET

Η HuffPost προτείνει: 10 βιβλία που αξίζει να διαβάσετε τον Ιανουάριο

Υποδεχόμαστε το 2019 με ωραίες ιστορίες

evgenyatamanenko via Getty Images

Καλωσορίζουμε το 2019 με ωραίες ιστορίες

Η HuffPost προτείνει δέκα βιβλία για τον πρώτο μήνα του νέου χρόνου. 

«Quantum. Αϊνστάιν Μπορ και η μεγάλη διαμάχη για τη φύση της πραγματικότητας» του Manjit Kumar (εκδόσεις Πατάκη, μετάφραση Μαρία Παναγιωτάτου)

Για τους περισσότερους ανθρώπους, η κβαντική θεωρία είναι συνώνυμη της μυστηριώδους, ανεξιχνίαστης επιστήμης. Και για πολλά πολλά χρόνια ήταν εξίσου αινιγματική για τους ίδιους τους επιστήμονες.

Στο βιβλίο αυτό, ο Manjit Kumar παρουσιάζει την ιστορική καταγραφή αυτής της καθοριστικής επιστημονικής επανάστασης, καθώς και της αντιπαράθεσης που αναπτύχθηκε στον πυρήνα της και δίχασε τους πρωταγωνιστές της.

Η κβαντική θεωρία εξετάζει αυτούς καθαυτούς τους δομικούς λίθους του κόσμου μας, τα σωματίδια και τις διεργασίες χωρίς τις οποίες αυτός δε θα υπήρχε. Ωστόσο, επί 60 χρόνια, οι περισσότεροι φυσικοί πίστευαν ότι η κβαντική θεωρία αρνείται την ύπαρξη της ίδιας της πραγματικότητας. Στο Quantum ο Manjit Kumar δείχνει πώς η χρυσή εποχή της φυσικής προκάλεσε τη μεγαλύτερη πνευματική διαμάχη του εικοστού αιώνα.

Το 1905, ο Άλμπερτ Αϊνστάιν υπέβαλε την ιδέα ότι το φως δεν είναι κύμα αλλά σωματίδιο, αψηφώντας πειράματα ενός αιώνα. H κβαντική θεωρία είναι αλλόκοτη. Η αρχή της αβεβαιότητας του Βέρνερ Χάιζενμπεργκ και η πασίγνωστη νεκροζώντανη γάτα του Έρβιν Σρέντινγκερ είναι εξίσου αλλόκοτες.

Κι όπως είπε ο Νιλς Μπορ, εάν δεν αιφνιδιάστηκες από την κβαντική θεωρία, δεν την κατάλαβες πραγματικά. Ενώ το Quantum τοποθετεί την επιστήμη στο γενικότερο πλαίσιο των μεγάλων ανακατατάξεων της σύγχρονης εποχής, κεντρικό θέμα του αποτελεί επίσης η διένεξη ανάμεσα στον Αϊνστάιν και στον Μπορ σχετικά με τη φύση της πραγματικότητας και την ψυχή της επιστήμης.

«Ένας έρωτας» του Ντίνο Μπουτζάτι (εκδόσεις Μεταίχμιο, μετάφραση Μαρία Οικονομίδου)

Μια ιστορία για τη λαχτάρα της αληθινής αγάπης μεταξύ ανθρώπων με γήινες φιλοδοξίες.

Τώρα αντιλαµβάνεται ότι, όσο κι αν προσπαθεί να εξεγερθεί, η σκέψη της τον καταδιώκει κάθε χιλιοστοµετρική στιγµή της µέρας... Και καταλαβαίνει ότι η υπόθεση είναι γελοία, χαζή και ολέθρια, ότι είναι η κλασική παγίδα στην οποία πέφτουν οι χωριάτες απ’ την επαρχία, που οποιοσδήποτε θα τους περνούσε για ηλίθιους και γι’ αυτό δεν έχουν να περιµένουν παρηγοριά, βοήθεια ή έλεος από κανέναν, η παρηγοριά και η βοήθεια µπορούν να έρθουν µόνο από εκείνη, αλλά εκείνη δεν νοιάζεται γι’ αυτόν, όχι από κακία ή επειδή της αρέσει να τον κάνει να υποφέρει, µόνο που για κείνη αυτός δεν είναι παρά ένας τυχαίος πελάτης, εξάλλου πού να ξέρει η Λάιντε ότι ο Αντόνιο είναι ερωτευµένος; Δεν µπορεί καν να της περάσει απ’ το µυαλό, ένας άντρας από ένα τόσο διαφορετικό περιβάλλον, ένας άντρας σχεδόν πενήντα χρονών.

Και οι άλλοι; Η µητέρα του, οι φίλοι; Αλίµονο αν ήξεραν. Κι όµως, ακόµα και στα πενήντα του µπορεί κανείς να είναι παιδί, αδύναµος, χαµένος και τροµαγµένος ακριβώς όπως το παιδί που χάθηκε στο σκοτεινό δάσος. Η ανησυχία, η δίψα, ο φόβος, το σάστισµα, η ζήλια, η ανυποµονησία, η απελπισία. Ο έρωτας!
Το Μιλάνο της δεκαετίας του 1960, ένα σύμβολο της Βαβέλ κάθε εποχής, είναι το φόντο στο οποίο εκτυλίσσεται αυτή η μικρή ερωτική ιστορία. Πρωταγωνιστές της ο μεσήλικας αρχιτέκτονας Αντόνιο Ντορίγκο και η Λάιντε, μια νεαρή πόρνη. Εκείνος την ερωτεύεται παράφορα και εμμονικά, εκείνη του φέρεται σαδιστικά υποβάλλοντάς τον σε διάφορους εξευτελισμούς.

Μυθιστοριογράφος, διηγηματογράφος, ζωγράφος, ποιητής και δημοσιογράφος, ο Ντίνο Μπουτζάτι (Μπελούνο 1906-Μιλάνο 1972) θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Ιταλούς συγγραφείς. Μετά το δίπλωμα Νομικής, αφοσιώθηκε στη δημοσιογραφία και στη λογοτεχνία. Ταξίδεψε ως ειδικός απεσταλμένος της εφημερίδας Corriere della Sera στην Ινδία, στην Αφρική, στην Ιαπωνία. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν ανταποκριτής από το μέτωπο. Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1933 με το μυθιστόρημα Ο Μπαρναμπό των βουνών και μεταξύ άλλων, ακολούθησαν τα έργα: Έρημος των Ταρτάρων (1940• Μεταίχμιο 2019), Η περίφημη εισβολή των αρκούδων στη Σικελία (1945), Εξήντα διηγήματα (Βραβείο Strega 1958) κ.ά.

«Αρμινούτα» της Ντονατέλα Ντι Πιετραντόνιο (εκδόσεις Ίκαρος, μετάφραση Δήμητρα Δότση) 

«Και ποια είναι η μαμά σου;» με ρώτησε απεγνωσμένα.

«Έχω δύο. Η μία είναι η μητέρα σου».

Με μια βαλίτσα στο ένα χέρι και μια τσάντα με παπούτσια στο άλλο, η Αρμινούτα χτυπάει το κουδούνι μιας πόρτας, πίσω από την οποία την περιμένει ένας άγνωστος, ξένος κόσμος. Κάπως έτσι ξεκινά αυτή η εκρηκτική, καθηλωτική ιστορία, με μια έφηβη που από τη μια μέρα στην άλλη αναγκάζεται να επιστρέψει στη βιολογική της οικογένεια και να χάσει τα πάντα: τις ανέσεις της, τις αγαπημένες της φίλες, την άνευ όρων αγάπη των γονιών της ή μάλλον εκείνων που νόμιζε γονείς της. Το καινούριο της σπίτι είναι μικρό, σκοτεινό, γεμάτο αδέρφια και με λιγοστό φαγητό.

H Αρμινούτα, το κορίτσι που το γύρισαν πίσω, όπως τη βάφτισαν στη διάλεκτο του τόπου τους οι καινούριοι της συμμαθητές, αναζητά μια απάντηση μα και τη θέση της σε τούτο τον κόσμο.

Η Ντονατέλα Ντι Πιετραντόνιο αφουγκράζεται τη γη της, αυτόν τον άγνωστο, τραχύ και άγριο ορεινό τόπο του Αμπρούτσο, και πραγματεύεται το θέμα της μητρότητας, της γονικής ευθύνης, της οικογενειακής φροντίδας, της εγκατάλειψης και του ανήκειν από μια πρωτότυπη οπτική και με μια σπάνια εκφραστική ένταση.

Το best seller, που το 2017 κατέκτησε κοινό και κριτικούς στην Ιταλία, βραβεύτηκε με το Premio Campiello και το Premio Napoli και πρόκειται να κυκλοφορήσει σε 21 χώρες, ενώ αναμένεται και η κινηματογραφική του μεταφορά.

«Σε συνεπαίρνει με τη μαγεία του μέχρι την τελευταία σελίδα». Libération

«Αρμινούτα: το νέο λογοτεχνικό φαινόμενο που μας έρχεται από την Ιταλία». El Mundo

«Εξαιρετικό και συγκινητικό, ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα της χρονιάς». Huffington Post.

«Οδηγίες για οικιακές βοηθούς» της Λουσία Μπερλίν (εκδόσεις Στερέωμα, μετάφραση Κατερίνα Σχινά)

Η συλλογή «Οδηγίες για οικιακές βοηθούς» περιλαμβάνει τα καλύτερα αφηγήματα της θρυλικής διηγηματογράφου Λουσία Μπερλίν, μιας μαστόρισσας της φόρμας που αναγνωρίστηκε μετά θάνατον ως έξοχη εκπρόσωπος της μποέμ γενιάς του ’60 και του ’70.

Με το σθένος ενός Ρέιμοντ Κάρβερ, την ειλικρίνεια μιας Άλις Μονρό και ένα μείγμα ρέμπελου χιούμορ και μελαγχολίας εντελώς δικό της, η Μπερλίν κάνει θαύματα με υλικό την ασήμαντη καθημερινότητα. Μέσα από τα διηγήματά της, με ηρωίδες γυναίκες που καλούνται να τα βγάλουν πέρα μόνες στη ζωή, αναδύεται ένας κόσμος σε ασταμάτητη κίνηση, γεμάτος χρώματα, αρώματα, γεύσεις, ένας κόσμος ο οποίος, παρ’ όλη την οδύνη που κατά καιρούς μάς προκαλεί, πάντοτε θα μας ξαφνιάζει και θα μας σαγηνεύει. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

«Ορισμένοι διηγηματογράφοι -ο Τσέχοφ, η Άλις Μονρό, ο Γουίλιαμ Τρέβορ- σε πλησιάζουν διακριτικά και σε χτυπούν απαλά στον ώμο: Έλα, ψιθυρίζουν, κάθισε, άκουσε τι έχω να πω. Η Λουσία Μπερλίν σού επιτίθεται, σε ρίχνει κάτω, σου τρίβει το πρόσωπο στο χώμα. Θα με ακούσεις, θέλεις δεν θέλεις, γρυλίζουν οι ιστορίες της. [...] Είναι κομμάτια ζωής που η συγγραφέας τα μάσησε, τα απομύζησε και τα έφτυσε σαν έναν σβόλο καπνού, πικρά, πλούσια στη γεύση». (Ρουθ Φράνκλιν, The New York Times Book Review). 

«Ο κόμης του Μόντε - Χρίστο» του Αλέξανδρου Δουμά (εκδόσεις της Εστίας, μετάφραση Σοφία Αυγερινού, Τόμοι Α και Β σε κασετίνα)

«Το μυθιστόρημα Ο κόμης του Μόντε-Χρίστο» σημειώνει ο Θόδωρος Κατσικάρος, ο οποίος υπογράφει την εισαγωγή, τις σημειώσεις και το επίμετρο «σηματοδοτεί το απόγειο της δόξας του πολυγραφότερου συγγραφέα του 19ου αι. και μεγαλοφυή, Αλέξανδρου Δουμά πατέρα.

Πρόκειται για ένα αμιγώς ρομαντικό έργο, σταθμό για το είδος του και τον αιώνα που γράφτηκε, σαφώς επηρεασμένο από τα βυρωνικά φιλελληνικά πρότυπα, με μεσογειακά χαρακτηριστικά  και στοιχεία οριενταλισμού που μάγευαν και μαγεύουν ακόμη τον αναγνώστη μέσα από τις περιγραφές των τόπων που κινούνται οι ήρωές του (Μασσαλία, Παρίσι, Ιταλία κλπ) και των προσώπων που συναναστρέφονται (όπως η Χάιδω και ο Αλή πασάς).

Η επιτυχία του έργου στο γαλλικό αναγνωστικό κοινό από τη στιγμή που άρχισε να κυκλοφορεί σε συνέχειες το 1844, αλλά και στη θεατρική σκηνή υπήρξε τεράστια. Σχεδόν ταυτόχρονα, μέσω των μεταφράσεων η επιτυχία ταξίδεψε στο ευρύτερο ευρωπαϊκό και αμερικανικό κοινό. Ο συγγραφέας μετά την κυκλοφορία του έργου άρχισε πλέον να είναι περισσότερο αναγνωρίσιμος στο ευρύ κοινό ως ο συγγραφέας του Μόντε-Χρίστο, παρά με το ονοματεπώνυμό του. Δηλαδή, η φήμη του ήρωα του έργου στην περίπτωση αυτή, ξεπέρασε τη φήμη του συγγραφέα.

Σε αρκετές περιπτώσεις μάλιστα δημιουργείτο σε αρκετούς σύγχυση του ονόματος του Δουμά με το όνομα του πρωταγωνιστή του, αφού είχε δοθεί η εντύπωση ότι ο ήρωας του έργου, ο Monte-Cristo και ο συγγραφέας του ήταν το ίδιο πρόσωπο…

Στην παρούσα έκδοση ο αναγνώστης, εκτός από το πλήρες - χωρίς συντομεύσεις - κείμενο του έργου, το οποίο είναι πλούσιο σε διευκρινιστικά σχόλια, έχει την ευκαιρία να διαβάσει στην εισαγωγή και στο επίμετρο σχετικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γράφτηκε, την υποδοχή και την τεράστια απήχηση του έργου αυτού στη Γαλλία και στο ελληνόφωνο κοινό του 19ου αιώνα». 

 

«Όνειρα στη βροχή. Ο αγώνας μου» του Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ (εκδόσεις Καστανιώτη, μετάφραση Σωτήρης Σουλιώτης)

Στα δεκαεννιά του, ο Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ πηγαίνει στο Μπέργκεν. Είναι ο νεότερος φοιτητής που έχει κάνει δεκτό η περίφημη Ακαδημία Συγγραφέων και φτάνει εκεί ενθουσιασμένος και γεμάτος προσδοκίες. Σύντομα, ωστόσο, καταρρίπτονται όλες οι αυταπάτες που συνοδεύουν την ηλικία του.

Το γράψιμό του είναι μάλλον παιδαριώδες και κοινότοπο, ενώ οι προσπάθειές του να κοινωνικοποιηθεί αποτυγχάνουν με καταθλιπτικό τρόπο. Αδέξιος στις παρέες και απελπισμένος, επειδή δεν ξέρει πώς να διαχειριστεί τις γυναίκες, πνίγει την ντροπή του στο ποτό και βρίσκει καταφυγή στη ροκ μουσική. Ύστερα όμως τα πράγματα παίρνουν, σιγά σιγά, μια πιο φωτεινή τροπή.

Ο ίδιος ερωτεύεται, εγκαταλείπει τη γραφή για τη σταθερή αναγνώριση που του προσφέρει η λογοτεχνική κριτική, και βιώνει τις απαρχές μιας ενήλικης ζωής που αρχίζει να διαμορφώνεται. Καινούργιες δυνατές φιλίες τον αλλάζουν και μια σοβαρή σχέση τον συντρίβει.

Στον πέμπτο τόμο της εξάτομης μυθιστορηματικής αυτοβιογραφίας του ο Νορβηγός συγγραφέας αποκαλύπτει τις μύχιες μάχες του με την εσωστρέφεια, την κατάχρηση του αλκοόλ, την απιστία και την καλλιτεχνική φιλοδοξία. Και το κάνει με γενναία ειλικρίνεια, συνεχίζοντας με απτόητο πάθος τον αγώνα του.

 «Eξάπτει όλες τις αισθήσεις, ο αναγνώστης κατακλύζεται από μια αγνή αίσθηση για το πόσο αξιοθαύμαστο είναι από μόνο του το γεγονός ότι είναι ζωντανός».  The New York Times 

«Πανέμορφα ανθρώπινο… Η καταβύθιση στον κόσμο του είναι μια αναπόδραστη απόλαυση».  The Times 

«Εγείρει πολλές αξιώσεις, ώστε να χαρακτηριστεί το μεγάλο λογοτεχνικό εγχείρημα στις αρχές του 21ου αιώνα».  The Guardian 

 

«Οι Διαβόλισσες» των Boileau-Narcejac (εκδόσεις Άγρα, μετάφραση Έλγκα Καββαδία) 

Σκηνή από την κινηματογραφική ταινία Les Diaboliques του Ανρί - Ζορζ Κουζό, 1955.

Κάθε Σάββατο βράδυ ο Φερντινάν Ραβινέλ επιστρέφει στη σύζυγό του Μιρέιγ, που τον περιμένει υπομονετικά στο σπίτι. Αλλά ο Φερντινάν έχει και μια ερωμένη, τη Λουσιέν, φιλόδοξη γιατρό. Μαζί οι δυό εραστές καταστρώνουν ένα φονικό σχέδιο. Πνίγουν τη Μιρέιγ, αλλά το πρωί, προτού ανακαλυφθεί το «ατύχημα» του θανάτου της, το πτώμα εξαφανίζεται, και έτσι αρχίζει η αποσάρθρωση του σχεδίου του Φερντινάν – μαζί και της λογικής του...

Βιβλίο απανωτών καρδιακών προσβολών: Έτσι έχουν χαρακτηριστεί οι Διαβόλισσες, που θεωρούνται κλασικό νουάρ μυθιστόρημα -χωρίς να έχουν χάσει ούτε γραμμάριο από τη σκοτεινή γοητεία τους-, ένα βιβλίο «απίστευτα νεωτερικό», με «τέλεια ίντριγκα» και «ένταση που ώς το τέλος δεν κάνει ούτε στιγμή εκεχειρία».

Στις Διαβόλισσες εμφανίζονται για πρώτη φορά μερικά από τα χαρακτηριστικά στοιχεία της ανατρεπτικής πεζογραφίας των Μπουαλώ και Ναρσεζάκ: το τριγωνικό μοτίβο, το επαρχιακό και μικροαστικό σκηνικό, το κίνητρο ενός δράστη που βασανίζεται από τύψεις και φόβο, η συνάφεια αθωότητας και ενοχής, και ιδιαίτερα η αντιστροφή των ρόλων.

Σε ένα πραγματικό σπιράλ τρόμου, ο δολοφόνος γίνεται θύμα κυνηγημένο από αυτήν που δεν υπάρχει πια – τη γυναίκα που ξέρει ότι σκότωσε.

Όπως συμβαίνει και στα καλύτερα μυθιστορήματα του Σιμενόν, αυτό που έχει σημασία εδώ είναι η προοδευτική απώλεια εκ μέρους του πρωταγωνιστή της αντίληψης της πραγματικότητας, το βύθισμά του, όλο και σφοδρότερο, στην ιλιγγιώδη αγωνία και τον τρόμο, όπου οι παραληρηματικές ιδέες του συγχέονται με αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας και μια διάχυτη αίσθηση ανικανότητας.

Δεν είναι τυχαίο που ο Francis Lacassin (σεναριογράφος πολλών τηλεοπτικών διασκευών του Μαιγκρέ και βαθύς γνώστης του Σιμενόν) έγραψε ότι χάρη στους Μπουαλώ και Ναρσεζάκ «Το αστυνομικό μυθιστόρημα χωρίς αστυνόμους έχει γίνει μια τραγική παραλλαγή των σύντομων αστυνομικών μυθιστορημάτων».

Τα βιβλία του συγγραφικού διδύμου ενέπνευσαν μεγάλους σκηνοθέτες όπως τον Ανρί - Ζορζ Κλουζό με τις Διαβόλισσες και τον Άλφρεντ Χίτσκοκ με τον Δεσμώτη του Ιλίγγου (Vertigo).

 

«Μπέρεν και Λούθιεν» του  Τζ. Ρ.Ρ. Τόλκιν (εκδόσεις Κέδρος, μετάφραση Ευγενία Κόλλια) 

 

Το θέμα του Μπέρεν και Λούθιεν φαντάζει απλό: ο απεγνωσμένος έρωτας ανάμεσα σε δύο νέους. Ωστόσο, στα χέρια του Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν, η ερωτική ιστορία του θνητού Μπέρεν και της αθάνατης Λούθιεν μεταμορφώνεται σε έναν συγκλονιστικό μύθο.

Ο πατέρας της Λούθιεν, βασιλιάς των Ξωτικών, ο οποίος αντιτίθεται στη σχέση της με τον Μπέρεν, αναθέτει στον αγαπημένο της κόρης του μια εξαιρετικά δύσκολη δοκιμασία. Αν κατορθώσει να τη φέρει σε πέρας, τότε θα μπορέσει να την παντρευτεί. Οι συναρπαστικές περιπέτειες των δύο ηρώων θα τους οδηγήσουν στα βορειοδυτικά της Μέσης-γης, στο τεράστιο κάστρο της Άνγκμπαντ, της Σιδερένιας Κόλασης, και θα τους φέρουν αντιμέτωπους με την ενσάρκωση του κακού: τον τρομερό Μόργκοθ.

Η ιστορία Μπέρεν και Λούθιεν γράφτηκε από τον Τόλκιν το 1917 και παρέμενε ανέκδοτη μέχρι πολύ πρόσφατα. Πρόκειται για ένα σημαντικό νέο κεφάλαιο στην ιστορία της Μέσης-γης, που συνομιλεί με το Χόμπιτ, τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, το Σιλμαρίλλιον και τις υπόλοιπες αφηγήσεις που έχτισε με ασύγκριτη μαστοριά ο ανεπανάληπτος Τόλκιν.

 

 «Λεξικό των ερωτευμένων με την Ψυχανάλυση» της Ελιζαμπέτ Ρουντινέσκο (εκδόσεις Ενάλιος, μετάφραση Πόλυ Μοσχοπούλου)

«Η ψυχανάλυση είναι από τις μεγαλύτερες περιπέτειες του 20ου αιώνα, ένας νέος μεσσιανισμός, γεννημένος στη Βιέννη μεταξύ 1895 και 1900, επινόηση των Εβραίων της Χασκάλα που αναζητούσαν μια νέα Γη της Επαγγελίας: Tο ασυνείδητο, την κλινική έννοια των νευρώσεων και της τρέλας. Γι’ αυτό το Ερωτικό Λεξικό, υιοθέτησα το ύφος του πρακτικού παραδείγματος, για να διαφωτίσω τον αναγνώστη ως προς τον τρόπο, με τον οποίο η ψυχανάλυση τράφηκε από τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, τα ταξίδια και τις μυθολογίες, για να καταστεί κουλτούρα παγκόσμια.

Από το πρώτο λήμμα ως το τελευταίο, από το Α έως το Ζ (της λατινικής αλφαβήτου), από τα Ζώα, το Μπουένος Άιρες, τη Συνείδηση του Ζήνωνα, το Δεύτερο Φύλο, το Γκέτινγκεν, τον Σέρλοκ Χολμς, το Χόλιγουντ, τους Ιησουίτες, το Κλεμμένο Γράμμα, τη Μέριλιν Μονρόε, τη Νέα Υόρκη, το Παρίσι, την Ψυχή, τον Λεονάρντο ντα Βίντσι και τα υπόλοιπα, βρίσκουμε μιαν ατέλειωτη απαρίθμηση εμπειριών και λέξεων που επιτρέπουν τη χάραξη της ιστορίας και της γεωγραφίας μιας περιπέτειας του πνεύματος που συνεχώς μεταμορφώνεται». 

Η Ελιζαμπέτ Ρουντινέσκο είναι ιστορικός, συγγραφέας πολλών έργων που μεταφράστηκαν σε είκοσι γλώσσες, και σημείωσαν μεγάλη επιτυχία, συγκεκριμένα το Λεξικό της Ψυχανάλυσης (μαζί με τον Μισέλ Πλον).

Η βιογραφία της για τον Φρόυντ, Ο Σίγκμουντ Φρόυντ στην εποχή του και τη δική μας, έλαβε το βραβείο Decembre και το βραβείο των βραβείων (2014). Έχει επίσης δημοσιεύσει πολλά δοκίμια Philosophes dans latourmente (2005), Retoursur la question Juive (2009) και έναν διάλογο με τον Ζακ Ντεριντά: Για ποιο αύριο…(2001).

 «Λάϊκ. Ομιλούσες φωτογραφίες» του Άγγελου Παπαδημητρίου (εκδόσεις Ποταμός) 

Ένα αλλιώτικο είδος αυτοβιογραφικής αφήγησης (προσωπικής και καλλιτεχνικής) του εξαιρετικού ηθοποιού και εικαστικού και τραγουδιστή Άγγελου Παπαδημητρίου μέσα από τις αναρτήσεις του στο facebook.

Ο Άγγελος Παπαδημητρίου είναι ο μοναδικός Έλληνας καλλιτέχνης που έχει το απίστευτο ρεκόρ του double Μπιενάλε - Κάννες: Εκπροσώπησε τη χώρα μας -ως εικαστικός- στην Μπιενάλε το 1993 και περπάτησε -ως ηθοποιός- στο κόκκινο χαλί του Φεστιβάλ των Καννών το 2014 για τον ρόλο του στην ταινία «Xenia» του Πάνου Κούτρα. 

Γράφει ο ίδιος

«Πάντα ο στόχος της έκφρασης μου είτε στα εικαστικά είτε στο θέατρο είτε στο τραγούδι ήταν η επικοινωνία με όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους και ταυτοχρόνως με όσο το δυνατόν λιγότερους όρους συμμετοχής στο κάλεσμά μου. Φαντάζεστε λοιπόν τη χαρά και την έκπληξή μου όταν στα εξήντα πέντε μου ανακάλυψα μαζί με το κινητό τηλέφωνο και τον μαγικό κόσμο του facebook! Aμέσως αισθάνθηκα κάτι ανάμεσα σε μέλισσα χαμένη σε ανθοκομική έκθεση, σε γουρουνάκι χωμένο ως τα μπούνια σε ιαματικά λασπόλουτρα, σε αστροναύτη στον πλανήτη γη που έμοιαζε με την γη σαν δυο σταγόνες νερό… μόνο που δεν μπορούσες να το πιεις και σαν επισκέπτης στα ανάκτορα της Κίρκης όπου έκπληκτος έβλεπες ανθρώπους που γνώριζες να μεταμορφώνονται σε κάτι άλλο που είχε σαν κύριο χαρακτηριστικό του τον θυμό… και τα έδωσα όλα: χρόνο,
κέφι, αγάπη, συνέπεια προσπαθώντας να βρω τι με γοητεύει, τι με συγκινεί, τι με παρηγορεί, τι με χαλάει, τι με απελπίζει σ’ αυτή την οπωσδήποτε “κατώτερη μορφή ζωής” μήπως και καταλάβω σε βάθος τον εαυτόν μου και τους άλλους…

H ανταπόκριση στο πείραμα μου από την πρώτη στιγμή που γονάτισα το δεκαπενταύγουστο στην Πανεπιστημίου μέχρι τις αναρτήσεις μου για την καθαρίστρια που “εγκλημάτησε”, από τα βιντεάκια μου μέχρι τις μεταμφιέσεις μου κι από τις ομιλούσες φωτογραφίες μέχρι την απάτη των πενταψήφιων αριθμών ήταν απίστευτη! Δυο χρόνια σχεδόν απόλαυσα αποδοχή κι αγάπη πρωτοφανή… και εκεί απάνω στις πολλές παροτρύνσεις σας… “μα βγάλτα σε βιβλίο” εμφανίστηκε ο εκδοτικός οίκος Ποταμός σαν από μηχανής Θεός και έχετε το βιβλίο-άλμπουμ στα χέρια σας. Ίσως σας βοηθήσει να καταλάβετε κάτι περισσότερο για τους ανθρώπους που θέλουν απεγνωσμένα να μιλήσουν και να εκφραστούν μέσα από τον παραμορφωτικό φακό του facebook γνωρίζοντας πως ουσιαστικά δεν τους ακούει κανένας.»

Oι 10 βασικοί κανόνες του Savoir Vivre στο Facebook (από το οπισθόφυλλο)


«1) Δηλώνουμε πάντα το πραγματικό μας όνομα. Ψευδώνυμα και υποκοριστικά μειώνουν την φερεγγυότητά μας σαν πρόσωπα, ως προς τις απόψεις και τα πιστεύω μας. Καλό είναι να φανεί, έστω διακριτικά σε κάποια φωτογραφία και το πρόσωπό μας.


2) Γράφουμε πάντα στην ελληνική γλώσσα,εφόσον απευθύνεται το κείμενό μας σε Ελληνες,ακόμα κι αν γνωρίζουμε εξαιρετικά  καλά Αγγλικά ή Γαλλικά και πάντα με ελληνικούς χαρακτήρες, προσέχοντας όσο μπορούμε την ορθογραφία, τη διαύγεια, και τη σύνταξη όσων θέλουμε να πούμε και να εκφράσουμε.


3) Προσέχουμε τα λόγια μας ώστε να μη γινόμαστε είρωνες, προσβλητικοί, επιδεικτικά διδακτικοί, άκομψοι, εριστικοί, χυδαίοι, προκλητικοί από στυλ, ειδικά αν το προφίλ μας είναι δημόσιο, ακόμα κι αν μας πνίγει το δίκιο (μη ξεχνάμε, το δικό μας δίκιο).


4) Ποτέ πάνω από μια δυο αναρτήσεις την ημέρα. Αυτή είναι η σωστή δοσολογία, ώστε να μη κουράζονται οι φίλοι μας και  να μην ανησυχούν για την ψυχική υγεία μας. Αλλωστε είναι αποδεδειγμένο με μαθηματική ακρίβεια ότι χαίρονται στη πρώτη, χαμογελάνε στη δεύτερη και βαριούνται στη τρίτη.


5) Δεν εκτονώνουμε όλες τις ανησυχίες μας (πολιτικές, ηθικές,  αισθητικές, κοινωνικές, υπαρξιακές, θρησκευτικές, ερωτικές, σεξουαλικές...) παίρνοντας τη θέση του τιμητή κι αφήνοντας τον εαυτόν μας απ΄έξω. Αυτοί που μας ακολουθούν θέλουν να τους φωτίσουμε τα σκοτάδια τους καθώς λαμπαδιάζουμε.


6) Μπλοκάρουμε αμέσως χωρίς εξηγήσεις, διαπραγματεύσεις, αναλύσεις και προπάντων απαντήσεις, οποιονδήποτε πάει  κόντρα στην ελευθερία μας, στην υπόστασή μας, στη ζωή μας, στις κατακτήσεις του πολιτισμού, με δογματικά προσχήματα ή με προφάσεις όπου η λογική δεν πρωταγωνιστεί απόλυτα.

7) Δεν ξεχνάμε ποτέ ότι βρισκόμαστε σ΄ έναν πλασματικό χώρο και χρόνο εκτός ζωής. Ως εκ τούτου αποστασιοποιούμαστε από τις εκτιμήσεις με τα πολλά ή με τα λίγα like εκτιμώντας ότι δεν εξαργυρώνονται σε κανενός είδους χρηματιστήριο.


8) Απέχουμε κατά βούληση σε τακτά χρονικά διαστήματα για όσο καιρό κρίνουμε εμείς οι ίδιοι ,ώστε να βεβαιωθούμε ότι δεν είμαστε εξαρτημένοι, αλλά και για να ξεκουραστούμε από την καθημερινή αγωνία το;y είμαι στο fb άρα υπάρχω!

9) Ο,τι κάνουμε, ό,τι ζούμε δεν ενδιαφέρει πραγματικά κανέναν  αν δεν το μετασχηματίσουμε σε καθαρή καλλιτεχνική πράξη  που απευθύνεται στους άλλους κι είναι αυτοί οι άλλοι που γνωρίζουν καλά πότε γίνονται καθρέφτες φιλοδοξιών. Γι′ αυτό αν δεν είμαστε απολύτως σίγουροι ότι παίζουμε για να τους 
διασκεδάσουμε ας μη στεκόμαστε ξεβράκωτοι μπροστά τους.


10) Κάπου κάπου ας ρίχνουμε και καμιά ματιά στις αναρτήσεις  των άλλων, σίγουρα υπάρχουν πολλοί που έχουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον από εμάς αλλά κανείς δεν είναι σαν κι εμάς». 

 

Sponsored Post