CULTURE
26/10/2018 07:42 EEST

Η Ιωάννα Καρυστιάνη στη HuffPost Greece: «Όλοι οι άνθρωποι μετράνε»

«Οι άνθρωποι που περιφέρονται δίχως μνήμη είναι ανέστιοι....»

«... Και αν πηγαίνω σε έναν μικρό τόπο πάλι και στήνω ένα Κουκούτσι στο μυαλό μου είναι γιατί νιώθω, ότι εκεί είναι πιο ισχυρή η αίσθηση του ανήκειν, αλλά και η ιδέα ότι ο τόπος σου ανήκει. Δεν αισθάνεσαι υπεράριθμος, αμελητέος. Όλοι μετράνε [...] Θα θελα να είναι όλοι περιζήτητοι. Να μην αισθάνεται κανείς ότι δεν μετράει η ύπαρξη του. Από κει πρέπει να ξεκινάει η ζωή....»

Κάποιοι τη γνώρισαν από τη «Μικρά Αγγλία», άλλοι την αγάπησαν από το «Κουστούμι στο χώμα» ή τον «Άγιο της μοναξιάς». Όσοι δεν είχαν διαβάσει τις ιστορίες της τη συνάντησαν στις κινηματογραφικές αίθουσες ως σεναριογράφο της ταινίας του συντρόφου της Παντελή Βούλγαρη «Οι Νύφες» -πριν από έναν χρόνο (και μετά τη μεταφορά της Μικράς Αγγλίας), συνυπέγραψε μαζί του ακόμη ένα συγκλονιστικό σενάριο, ο λόγος για την ταινία «Το τελευταίο σημείωμα». Άλλοι πάλι, τη βρήκαν στο «Σουέλ». 

Όπως και να′ χει, η κυκλοφορία κάθε βιβλίου της αποτελεί είδηση. Άλλωστε και ανεξαρτήτως χρόνου, οι ιστορίες της Ιωάννας Καρυστιάνη είναι long seller: Τα μυθιστορήματα της είναι στα διαχρονικά ευπώλητα -παλιοί και νέοι τίτλοι- που σημαίνει όχι μόνο ότι εδώ και χρόνια έχει ένα σταθερό κοινό, αλλά επιπλέον ότι το κοινό της συνεχώς διευρύνεται. 

Τρία χρόνια μετά «Το φαράγγι», η πολυβραβευμένη συγγραφέας επανέρχεται με τις «Χίλιες Ανάσες» (εκδόσεις Καστανιώτη).

Ο μυστηριώδης θάνατος ενός άνδρα, τρεις γυναίκες, αλλά και τρεις παιδικοί φίλοι, ένα εξίσου μυστηριώδες πήγαινε έλα στον χρόνο «γιατί σε κάποιες περιπτώσεις το παρελθόν γίνεται καραμπόλα διαρκείας...» και στο φόντο το Κουκούτσι, νησί μικρό και ξεχασμένο. 

Η Ιωάννα Καρυστιάνη μίλησε στη HuffPost Greece για τους ήρωες της που «είναι άνθρωποι σιγανοί, θαμποί», για «το ερωτηματολόγιο αμφισβήτησης του στόχου», για την «πρώτη εποχή, σε παγκόσμια κλίμακα, που οι άνθρωποι δεν ονειρεύονται», για τη συντριβή που είναι «πολύ απαραίτητο συναίσθημα στη ζωή» και για το διάγω βίον ανεπαίσθητον: «Μακάρι να ήμουν τώρα στα Σφακιά... Ασφένδου, Καλλικράτη.... Εκεί ο δρόμος δεν πάει πουθενά. Στο βουνό θα θελα να μουν, που είναι πέντε σπίτια μακριά το ένα από το άλλο, να ακούω τον αέρα ανάμεσα από τα λίγα πουρνάρια. Αυτό». 

Η πρώτη ερώτηση, πριν ξεκινήσει η μαγνητοφώνηση και αφού αμφότερες ομολογήσαμε (η συγγραφέας ότι οι συνεντεύξεις έχουν ένα κάποιο άγχος, η δημοσιογράφος ότι αγαπά εδώ και χρόνια τις ιστορίες της), ήταν τι σημαίνει η εφάμαρτη αγάπη που αναφέρει στις «Χίλιες Ανάσες».

«Αγάπη παρά τις αμαρτίες. Ο όρος είναι εκκλησιαστικός, τον βρήκα σε εκκλησιαστικά κείμενα -εκεί υπάρχουν πολλά που στη ζωή βλέπουμε διαφορετικά. Δεν είναι τυχαίο ότι, όταν έγραφα τον Άγιο της Μοναξιάς μου είχε μιλήσει για υπαρκτούς αγίους -Άγιο της Μοναξιάς και Άγιο της Μελαγχολίας- ένας πολύ σπουδαίος φίλος, καθηγητής του Πανεπιστημίου του Ιλινόις, στο Σικάγο, ο Φώτιος Λίτσας, μακαρίτης πια, και σκεφτόμουν ότι αυτοί οι άγιοι δεν έκαναν μετά καριέρα στο εορτολόγιο της Ορθοδοξίας, διότι οι εκκλησιαστικές αρχές θεωρούν ότι όταν κάποιος γνωρίσει την αγάπη του Θεού δεν πρόκειται ποτέ του να νιώσει μοναξιά ή μελαγχολία». 

-Η παρουσία, ο τρόπος σας, φέρνει στο νου τον στίχο ενός παραδοσιακού τραγουδιού: Σιγανά πατώ στη γη.

Μακάρι να ήμουν εντελώς ελεύθερη από οποιοδήποτε είδος αυταρέσκειας για να συμφωνήσω με αυτό που λέτε. Θα ήθελα πάρα πολύ, ας πούμε ότι είναι ο στόχος μου, να αισθάνομαι ότι σιγανά πατώ στη γη -το προσπαθώ. Δεν μου αρέσει να μεγαλοπιάνομαι, ούτε το μυαλό μου λατρεύω, αντιπαθώ αυτούς που με μεγάλη ευκολία δηλώνουν ή παριστάνουν τους μεγαλόσχημους. Ξέρω ότι πατώντας στη γη αφουγκράζεσαι καλύτερα τον διπλανό σου και τον κόσμο. Στον απλό κόσμο, κάποια στιγμή καθρεφτίζονται και πλευρές της δικής σου ύπαρξης που βρίσκεις τον τρόπο μετά να ζυγίσεις σωστά, να τις βελτιώσεις αν θέλεις, και να έχεις μία καλύτερη συσχέτιση με την πραγματικότητα. Γενικά μου αρέσει το χαμηλό, νομίζω πως φαίνεται και από τον κόσμο των βιβλίων που γράφω. Δηλαδή, οι πρωταγωνιστές, κατά κανόνα ή σχεδόν όλοι, δεν είναι άνθρωποι οι οποίοι έχουν διακριθεί, δεν είναι οι «λαμπεροί» του status quo, είναι άνθρωποι σιγανοί, θαμποί, που ανήκουν στα λεγόμενα -για μένα- «υπόλοιπα». Άδοξοι και άσημοι. Έχω ευλογηθεί, στην κυριολεξία, γιατί όταν δεν σνομπάρεις τους ταπεινούς ανθρώπους, διαπιστώνεις ότι δεν είναι υποχρεωτικά και ταπεινωμένοι, ότι έχουν ένα πλούσιο περιεχόμενο και εν πάσει περιπτώσει, ο εσωτερικός μονόλογος που πότε ευλογεί και πότε βασανίζει, δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο λογίων και διανοουμένων με πέντε μεταπτυχιακά. Σε απόλυτη συνάφεια στον στίβο της καθημερινότητας και της βιοπάλης, οι άνθρωποι οι απλοί έχουν έναν δικό τους τρόπο να βλέπουν τα πράγματα. Με πολύ ωριμότητα, σοφία και χωρίς φιλολογικά φτιασιδώματα.

-Έχετε πει ότι, ξεκινάτε να γράφετε ένα βιβλίο γνωρίζοντας μονάχα τον τίτλο και το τέλος. Δεν παραβιάσατε ποτέ αυτή την αρχή;

Μου συνέβη δύο φορές να αλλάξει ο τίτλος, όχι από εμένα, από μερικούς άλλους υποψήφιους τίτλους. Ο τίτλος πάντα θέλω να είναι μια λέξη, δυο, τρεις, όχι περισσότερες, δεν είμαι υπέρ ενός μακροσκελούς τίτλου που μαρτυρεί αυταρέσκεια ή αβεβαιότητα. Θέλω να είναι ένα καμπανάκι. Και ο στόχος, το τέλος του βιβλίου, είναι αυτό που με κινητοποιεί. Ξεκινάω ξέροντας το τέλος και ενώ κάνω αρκετά σχεδιάσματα για τη διακύμανση της πλοκής μέσα στον χρόνο, για το πώς ελίσσεται ανάμεσα στους χαρακτήρες, το τέλος δεν θέλω να το αμφισβητήσω.

Μπαίνω μες στα όλα. Και θέλω κάτι να κρατώ ανοιχτό. Για να κρατιέμαι απ’ αυτό. Να μην καταπνίξω το ένστικτο. Να μην φοβηθώ τον καημό.

Κι αυτό το λέω γιατί, πριν ξεκινήσω ένα βιβλίο, ενώ έχω ως συμμάχους ένα σωρό ντοσιέ με γραμμένα και μισογραμμένα κεφάλαια, παραγράφους, ήρωες -πρωταγωνιστές, δευτεραγωνιστές, τριταγωνιστές- που μπορεί να μου χρειαστούν, ξεκινάω μόνο όταν φτιάξω το ερωτηματολόγιο αμφισβήτησης του στόχου. Αυτό είναι που με ενδιαφέρει. Για να καταλήξω ότι ναι, αξίζει τον κόπο και θα μπω σ′ αυτή την ιστορία. Αλλιώς πάει στην άκρη ή, στην ανακύκλωση. Εάν επιμένει μέσα μου, καλλιεργείται συν τω χρόνω στα αρχικά στάδια της γραφής. Μετά νοιάζομαι τους λογοτεχνικούς ήρωες, δεν μπορώ να τους αφήσω ξεκρέμαστους, να τους διώξω από τη ζωή μου, να βγω από τη λογοτεχνική ατμόσφαιρα, η οποία εν πολλοίς οφείλεται, όχι μόνο στα συναισθήματα, αλλά και στη γλώσσα η οποία υπηρετεί αυτόν τον στόχο και έχω μπει τόσο για τα καλά μέσα που δεν προσπαθώ να κρυφτώ κι εγώ η ίδια. Δηλαδή, έχω γίνει πια μέρος της πλοκής -οι αντιστάσεις μου, οι δυνατότητες μου, η σφοδρή ανάγκη μου να πω ορισμένα πράγματα που μπορεί να ανακαλύψω ότι δεν μπορώ τελικά να τα πω και να τα αφήσω ως χρεωστούμενα για ένα επόμενο βιβλίο. Κάπως έτσι.

Κάθε βιβλίο είναι, ας πούμε, μία μικρή μάχη με τον εαυτό σου, με την εποχή σου, με αυτό που σε κρατάει όρθιο και που είναι η αγάπη για ορισμένα πράγματα. Αν δεν αγαπάς δεν αγωνίζεσαι για τίποτα. Και το γραπτό ένας αγώνας είναι. Χαμηλού βεληνεκούς και χαμηλής κλίμακας. Δεν είναι σαν τους μεγάλους αγώνες της ζωής, αλλά αν δεν αγαπάς, δεν υπάρχει κίνητρο να προσπαθήσεις, να μοχθήσεις για κάτι, κι εγώ αγαπώ αυτούς τους ανθρώπους που σας έλεγα πριν, που εκ πρώτης όψεως δεν είναι ενδιαφέροντες και θορυβώδεις, αλλά μέσα απ′ αυτούς συμπορευόμενη, αφουγκράζομαι και νιώθω πράγματα και πλουτίζω η ίδια σαν άνθρωπος. Και καταλαβαίνω ότι σε τελευταία ανάλυση, ουδείς αμελητέος σ′ αυτή τη ζωή.

-Και αν στην πορεία ανακαλύψετε κάτι που δεν είχατε υπολογίσει ξεκινώντας; Ο τίτλος και το τέλος παραμένουν;

Αλλαγές υπάρχουν, διότι κατ′ αρχήν είναι εγκεφαλικά τα σχήματα για τους χαρακτήρες. Όσες λεπτομέρειες και αν φτιάξω φιλοτεχνώντας το πορτραίτο τους –την όψη, τη φτιαξιά τους, το οικογενειακό τους backgroud, το επαγγελματικό, την ψυχοσύνθεση τους- ό,τι κι αν κάνεις, όταν αρχίσουν να παίρνουν σάρκα και οστά στο γραπτό, κατά κάποιον τρόπο αυτονομούνται, απομακρύνονται από την πρώτη ύλη που είναι ο εαυτός σου. Γιατί, λίγο πολύ, τους φτιάχνω ξέροντας τη ζωή απ’ τη δικιά μου τη φτιαξιά -τις προσδοκίες, τις ελπίδες, τις ματαιώσεις, τους φόβους, τους καημούς τους δικούς μου- οπότε, είτε γράφω για άνδρες, είτε για γυναίκες, είτε για μεγάλους, είτε για νέους, είτε για Έλληνες, είτε για ξένους, είτε για ζωντανούς, είτε για πεθαμένους, ως πρώτη ύλη υπάρχει κάτι από τον εαυτό μου. Αλλά μετά επιθυμώ να τους ελευθερώσω, να αυτονομηθούν, να φύγουν παρακάτω και να μου βγάλουν και τη γλώσσα. Όμως το κίνητρο, ότι τώρα ξεκινάω να πω κάτι και στην πορεία φτιάχνω τη συντροφιά με την οποία θα πάμε προς τα κει, είναι αυτό. Είναι ένα ερωτηματικό για μένα ο στόχος. Και τον ψάχνω. Αξίζει; Μπορεί να διαψευστώ σε ένα επόμενο βιβλίο -αν έχω την τύχη, την υγεία και τη δύναμη να γράψω κάτι ακόμα. Αλλά κάπως έτσι δουλεύω. Με πολλές αμφιβολίες και για την αξιοσύνη μου και για τις μεθόδους που επινοώ. Κάθομαι να γράψω ένα βιβλίο, λέω, αυτή είναι η κεντρική ιδέα, που δεν μ’ αφήνει με τίποτα και πρέπει να στρωθώ. Δεν προαποφασίζω ότι θα ακολουθήσω αυτό το είδος του νεωτερικού μυθιστορήματος, ότι τώρα θα γράψω ένα αισθηματικό, πολιτικό, αστυνομικό μυθιστόρημα, δεν υπάρχει προαποφασισμένη θωράκιση ή, ο,τιδήποτε άλλο, μπαίνω μες στα όλα. Και θέλω κάτι να κρατώ ανοιχτό. Για να κρατιέμαι απ’ αυτό. Να μην καταπνίξω το ένστικτο. Να μην φοβηθώ τον καημό. Πάω μ’ αυτά οδηγό και όχι με φιλολογικούς δρόμους.

-Στις Χίλες Ανάσες υπήρξε κάποιο γεγονός -η ερώτηση αφορά κάθε βιβλίο σας- που πυροδότησε μέσα σας την ιστορία;

Δεν πιστεύω ότι η φαντασία είναι κάτι άυλο και η έμπνευση χαρμόσυνες καμπάνες αγγέλων σε ένα ιδεατό στερέωμα. Όλα έχουν ως εκκίνηση την πραγματική ζωή. Οπότε είναι είτε κάτι που μου έχει συμβεί ή κάτι που έχω μάθει, έχω δει. Ένα ζευγάρι ανήσυχα μάτια που καρφώνονται πάνω μου και με τρομάζουν ή με αναστατώνουν ή με κάνουν να νιώθω όμορφα. Ένα τοπίο που ποτέ δεν είναι για μένα ενδιαφέρον επειδή είναι ειδυλλιακό ή επειδή είναι σπάνιο, ιδιαίτερο. Συνήθως είναι επειδή μπορεί να κουβαλάει και ένα ιστορικό τοπίο, ένα ηχητικό, κι άλλα πράγματα, να φαντάζομαι το ανθρώπινο τοπίο μέσα σ’ αυτό. Είτε είναι ολιγομελές -ένας μοναχικός, ο οποίος σαν τον Στέλιο στις Χίλες Ανάσες ας πούμε, πάει, πάει πάει-, είτε ένα πλήθος εγκατεστημένο εκεί. Οπότε πάντα είναι ένα πραγματικό γεγονός και στη συγκεκριμένη περίπτωση έμαθα για κάποιον ψαρά που μέσα στα δίχτυα του βρέθηκε ένας πνιγμένος. Πολύ μακριά από τα νησιά όπου δέχονται τις λέμβους των προσφύγων και των μεταναστών.

Κουκούτσια υπάρχουν κατάσπαρτα πάρα πολλά. Μερικά έχουν προκύψει από φτυσιά, άλλα, υπάρχει ελπίδα ότι κάποια στιγμή, έχουν τον καρπό μέσα και θα φυτρώσουν.

Μην μπορώντας να το λησμονήσω, να το ξεχάσω, καθόμουν και έγραφα σημειώσεις. Βέβαια, προτιμώ να εγκαθιστώ την ιστορία σε έναν μικρό τόπο, μία μικρή κοινωνία. Το είχα δοκιμάσει περίπου συνειδητά από τη «Μικρά Αγγλία» και από το «Κοστούμι στο χώμα». Διότι μία μικρή κοινωνία -το έχω μάθει από τους κοινωνικούς ανθρωπολόγους- προσφέρεται για να μελετήσεις τις ιδιαίτερες ταυτότητες που απονέμονται σε όλους. Γιατί όλοι καλούνται να εκπληρώσουν έναν ρόλο. Καλό ή κακό. Ας πούμε τους έχει κληρώσει κάτι και λίγοι καταφέρνουν να το επαληθεύσουν ή να το ακυρώσουν ή να βρουν μία έξοδο διαφορετική στη ζωή, αν πρέπει.

-Γι′ αυτό καταφεύγετε στην μικρή κοινωνία;

Μπορεί να είναι ανασφάλεια, να αισθάνομαι χαμένη στο πλήθος… Αλλά στη μικρή κοινωνία έχω μάθει με τον καιρό ότι μπορώ να εκτιμήσω τον καθένα και τις λεπτομέρειες. Να στήσω έναν κόσμο που είναι σαν μικρογραφία πλήρους κοινωνίας, οπότε η πένα μπορεί να δουλέψει σαν μικροσκόπιο που μελετά τη λειτουργία, τη δομή του, τους ανθρώπους που ζουν εκεί, το παρελθόν του. Που σιγά σιγά φτιάχνει αυτόν τον τόπο σαν ένα σμιλεμένο πλήρες ανάγλυφο όπου εμπεριέχει μνήμες και παρόν και προσδοκίες και ανθρώπους που μπορώ να τους περιγράψω, να τους νιώσω.

-Ναι, αλλά η μικρή κοινωνία είναι πολύ συχνά στις ιστορίες σας ένα νησί -τόπος ελεύθερος, απομονωμένος, αυτόνομος.

Ίσως η σημερινή παρατεταμένη περίοδος αβεβαιότητας, καταρρεύσεων και τεράστιας θλίψης, μ’ έκανε να διαλέξω μια αποκομμένη νησίδα. Σαν μια επισήμανση για όσα και όσους υπάρχουν σαν να μην υπάρχουν σ’ αυτήν την εποχή. Διάβασα αυτές τις μέρες την τελευταία μελέτη του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας σύμφωνα με την οποία τρίτη αιτία θανάτου των νέων διεθνώς σε ποσοστό 21% είναι η αυτοκτονία. Ταράχτηκα απίστευτα γιατί αισθάνομαι ότι είναι η πρώτη εποχή, σε παγκόσμια κλίμακα, που οι άνθρωποι δεν ονειρεύονται -δεν ονειρεύονται μια καλύτερη ζωή. Και ότι υπάρχουν τόσοι πολλοί νέοι άνθρωποι που λυγίζουν και δεν θέλουν να πάνε παρακάτω.

-«Μα καμία μαγεία πια; Ούτε μισή; Ούτε μία σταλίτσα;…» γράφετε.

Ξέρετε, οι νέοι έχουν το στοιχείο της ανυποκρισίας, που εμείς δεν το έχουμε πλέον -οι μεγάλοι και πεπειραμένοι στους πολλαπλούς συμβιβασμούς, με τις σφαλιάρες, τα στραπάτσα και τις ματαιώσεις. Και η ανυποκρισία έχει δεχτεί πολύ μεγάλο πλήγμα, διότι στην παγκόσμια σφαίρα βασιλεύει η υποκρισία. Δεν μπορώ να θεωρήσω ότι είμαστε σε έναν αιώνα πολιτισμού, δικαιοσύνης και δημοκρατίας, όταν βομβαρδίζονται και ξεσπιτώνονται άνθρωποι. Πρέπει να είναι κανείς εντελώς αναίσθητος ή να εθελοτυφλεί, για να θεωρεί ότι όλα αυτά είναι κανονικά. Δεν μπορεί να γίνεται κανονικότητα ούτε η υποταγή, ούτε η απαγόρευση της ονειροπόλησης. Πιστεύω ότι φτάσαμε εδώ επειδή κατά κάποιον τρόπο καταργήσαμε την ονειροπόληση -ο Χομπσμπάουμ νομίζω το έχει πει αυτό;- και πληρώνουμε τις συνέπειες.

-Και η νησίδα; 

Διάλεξα μια μικρή νησίδα γιατί προσφέρεται για μια πιο βαθιά ματιά σε μια καθημερινότητα. Είχα ανάγκη να δω, πώς τη βγάζουν, βρε παιδί μου, αυτοί οι άνθρωποι ερήμην των κέντρων αποφάσεων; Και ανακάλυψα, δεν το επινόησα -το ξέρω και από τις επισκέψεις που κάνω, λόγω των βιβλίων, σε επαρχιακές πόλεις, σχολεία, λέσχες ανάγνωσης, πολιτιστικούς συλλόγους, όπου συναντώ ανθρώπους με τους οποίους μετά κουβεντιάζουμε, κάνουμε παρέα, βόλτες- ότι οι άνθρωποι εκεί επιμένουν να είναι πιο ανθεκτικοί, να δίνουν ένα χεράκι ο ένας στον άλλον. Και λέω, πάντα υπάρχει κάτι που μπορεί κάποιος να κάνει.

Σε έναν μικρό τόπο δεν υπάρχει τελευταία λέξη -ούτε στη ζωή, ούτε στην επιστήμη, ούτε στην τέχνη- αλλά ήθελα με τα δικά μου μάτια και όσο πιο βαθιά μπορούσα, να ακολουθήσω κάποιες ζωές, στις δυσκολίες, πως μελαγχολούν και πώς ξεμελαγχολούν, πώς συμβιώνουν, πώς ξεμοναχιάζονται σε αυτήν την πολύ δύσκολη εποχή. Γιατί είναι ένα σύγχρονο μυθιστόρημα και αυτές οι ζωές επηρεάζονται από τις γενικότερες συνθήκες. Αλλιώς αντιμετωπίζεις τις συναισθηματικές δυσκολίες, τις απώλειες και ο,τιδήποτε άλλο όταν έχεις δουλειά, όταν έχεις λυμένα τα οικονομικά προβλήματα, βενζίνη για τ’ αυτοκίνητο και το ψυγείο γεμάτο κι αλλιώς όταν όλα αυτά είναι αμφίβολα ή σε κάποιες, πολλές περιπτώσεις δεν υπάρχουν κιόλας.

-Στις Χίλιες Ανάσες περνούν και οι ειδήσεις του έξω κόσμου -η Ευρώπη, το προσφυγικό…

Μία ηρωίδα λέει, βλέπω τις ειδήσεις και όταν μαθαίνω τα νέα για τους Μπρατζελίνα, Κλούνεϊ και Αμάλ Αλαμουντίν, νιώθω ενημερωμένη. Προφανώς, πρόκειται για αυτοσαρκασμό, αλλά, έτσι είναι. Δεν μπορείς να την αποφύγεις αυτή την πραγματικότητα, είναι πολύ παρούσα και χωρίς να είναι ορατό ένα σημάδι εξόδου, τουλάχιστον σύντομα.

Ήθελα να παρακολουθήσω αυτές τις ζωές, να ζήσω μαζί τους. Αγαπώ τους μικρούς τόπους, αγαπώ αυτούς τους ανθρώπους, αισθάνομαι σα ’ναι ζωντανοί. Ότι στο τέλος τους διαβάζω το βιβλίο και ψάχνω να δω στα μάτια τους, αν τους ταμπέλωσα εύκολα, αν τους αδίκησα, αν κάτι μένει γι αυτούς τους λογοτεχνικούς ήρωες. Αν βρίσκουν μια άκρη μέσα στο βιβλίο -η Πηγή Βογιατζή, η Πέπη, η Πόπη, η Αμαλία, ο Θοδωρής

-Το Κουκούτσι, το νησί όπου εκτυλίσσεται η ιστορία, υπάρχει;

Όχι… Δεν υπάρχει.

-Εξαιρετικό πάντως το επινοημένο όνομα.

Αισθάνομαι, για να πω την αλήθεια ότι από Κουκούτσια άλλο τίποτα. Υπάρχουν πάρα πολλά στη ζωή, που μπορεί να μην είναι νησιά, να είναι μικρές κοινότητες εδώ κι εκεί. Αλλά κι εγώ στην Αθήνα αισθάνομαι ότι σε ένα Κουκούτσι ζω κατά κάποιον τρόπο και ο καθένας μπορεί να δει έτσι τη ζωή του, διότι ακόμη και στην αχανή μεγαλούπολη, εν τέλει σιγά σιγά, με τα χρόνια, την ωριμότητα, τις εμπειρίες, μαζεύεται, μαζεύεται και φτιάχνει τον κύκλο των πολύ δικών του ανθρώπων που τους νοιάζεται και τον νοιάζονται, τα προσωπικά του είδη, τις μνήμες του…

Με το θέμα της μνήμης έχω διαρκώς ερωτήματα και κρατώ τη μεζούρα και τη ζυγαριά

... Κουκούτσια υπάρχουν κατάσπαρτα πάρα πολλά. Μερικά έχουν προκύψει από φτυσιά (γέλια), άλλα, υπάρχει ελπίδα ότι κάποια στιγμή, έχουν τον καρπό μέσα και θα φυτρώσουν. Θα βγει μια βερικοκιά… Μια καινούργια ζωή. Ένα δέντρο, που έλεγε και ο Τσέχωφ.

-Μήπως τελικά -απαξιωμένοι και προδομένοι από τα κέντρα αποφάσεων- η ελπίδα είναι τα Κουκούτσια, τα γαλατικά χωριά;

Δεν ξέρω εάν η ελπίδα είναι εκεί ή μόνο εκεί, γιατί για να πω την αλήθεια, αισθάνομαι ότι είναι πάρα πολύ επικίνδυνο οι άνθρωποι να μην εμπιστεύονται καθόλου την πραγματική λειτουργία της πολιτικής. Με στενοχωρεί γιατί η πολιτική δεν είναι μόνο για να φροντίζει τα τεφτέρια με τα δημοσιονομικά. Να κάνει τους λογαριασμούς με τα ελλείμματα, τα πλεονάσματα, τα χρέη στις τράπεζες, στα ασφαλιστικά ταμεία, τα κόκκινα δάνεια, είναι -θα έπρεπε να είναι- και ένας τρόπος διαπαιδαγώγησης των πολιτών ώστε να έχουν κριτική και αυτοκριτική ματιά, να είναι πιο ενεργή η συμβολή τους στη ζωή τους σε τελευταία ανάλυση. Οπότε δεν μπορώ να πω ότι θεωρώ πως είναι λογικό, να αποκόβεσαι τελείως και να απομακρύνεσαι, αλλά έχει προκύψει τώρα, ας πούμε, να μοιάζει περίκλειστο το σύστημα. Διότι τον πρώτο λόγο έχουν -τον έχουν πάρει- οι αγορές. Αυτές είναι που υπερχρεώνουν λαούς, ταπεινώνουν, δημιουργούν πολέμους, προσφυγιές και το χειρότερο απ’ όλα, το οποίο θεωρώ ότι είναι κόλαφος για την ευρωπαϊκή ηγεσία, που τα ’χει κάνει ρόιδο παντού, είναι ότι αυτές οι πολιτικές έχουν γεννήσει πολλά αυγά του φιδιού, τα οποία έχουν κλωσήσει κιόλας κι έχουν γεμίσει οι χώρες της Ευρώπης και τα εθνικά κοινοβούλια με νεοναζιστικά μορφώματα. Θεωρώ ότι αυτός είναι ένας μέγιστος κίνδυνος για την εποχή και απορώ γιατί δεν βαράει και συναγερμός, να το πω έτσι. Κάνουμε σαν να είναι ένα από τα προβλήματα, ενώ δεν είναι ένα από τα προβλήματα. Είναι μέγιστο.

-Έχετε πει ότι είστε ενοχικό άτομο. Από πότε και μέχρι πότε;

Παιδιόθεν... Φαντάζομαι διά παντός και μέχρι να πεθάνω. Έχω την τάση, μπορεί να είναι εγωισμός, ακόμη κι αδέσποτες ενοχές άμα κυκλοφορούνε να αναρωτιέμαι σε πόσα έχω φταίξει εγώ. Μπορεί να είναι και αντίδραση σε ένα περίεργο σύνθημα απενοχοποίησης που κυριάρχησε για κάποια χρόνια κι αναρωτιόμουν, γιατί. Όλοι οι άνθρωποι κάνουμε τα λάθη μας, ουδείς αναμάρτητος, καθένας έχει τα κρίματα του, είτε φανερά, είτε στην ψυχή του. Οι ενοχές είναι υλικό εποικοδομητικής κριτικής για να πας παρακάτω. Δεν είναι για κουκούλωμα. Δεν νομίζω πως είναι λύση. Άλλωστε, είναι πολύ απαραίτητο συναίσθημα στη ζωή η συντριβή. Η δικαιολογημένη. Όταν έχει γίνει κάτι που την απαιτεί. Δεν μπορεί να αποφεύγουμε τα δύσκολα, να την κάνουμε με ελαφρά πηδηματάκια. Δεν γίνεται.

-Άγριο πράγμα η συντριβή. 

Είναι σύγκορμο τράνταγμα και μπορεί να μην επουλώνεται η πληγή. Δεν ξεπερνιέται ο θάνατος ενός αγαπημένου ανθρώπου. Είναι σπαραγμός. Γιατί ό,τι κι αν πεις να το κάνεις λιανά, πεντακόσια επιχειρήματα να βρεις, το διά ταύτα είναι ο χαμός ενός αγαπημένου.

Ο Στέλιος στο βιβλίο αυτό, είναι πολύ γενναιόδωρος νεκρός, νομίζω. Διότι λειτούργησε σαν εθελοντής για να ελευθερώσει κάποιους κλειστούς δρόμους. Και δεν θεωρώ ότι οι άνθρωποι πρέπει να ξεχνιούνται γρήγορα για να πάμε εμείς παρακάτω. Με το θέμα της μνήμης έχω διαρκώς ερωτήματα και κρατώ τη μεζούρα και τη ζυγαριά, γιατί πιστεύω ότι οι άνθρωποι που περιφέρονται δίχως μνήμη -και οι πολίτες, αν το δούμε σε μία άλλη κλίμακα- είναι ανέστιοι. Θέλω να θυμάμαι και να υπολογίζω ανθρώπους που αγάπησα και δεν είναι πια στη ζωή. Να σκέφτομαι τι θα λέγανε γι αυτά που συμβαίνουν σήμερα, τι θα λέγανε για κάτι που έχω κάνει και μπορεί να έχω αμφιβολίες, να σκέφτομαι πώς θα ’ταν εάν ζούσαν ακόμη.

Οι γονείς μου, για παράδειγμα, που πέθαναν και οι δύο το 2010, υπεραιωνόβιοι -είμαι το όγδοο από τα εννέα παιδιά που έκαναν... Δεν υπάρχει μέρα που να μην έχω σκεφτεί τι θα έλεγαν ή ότι επιθυμήσει να τους χαϊδέψω. Ούτε μία.

Θέλω να αγαπώ, θέλω να θυμάμαι, θέλω να σέβομαι -δεν μπορώ να τη βγάλω μόνο με αρνητικά συναισθήματα. Δεν μπορώ διαρκώς να μισώ, να τρώγομαι, να φτυαρίζω. Δεν το μπορώ. Με απωθεί, με αποκόβει, με παγώνει. Δεν βοηθάει και σε τίποτα. 

-Κι αυτό το «διάγω βίον ανεπαίσθητον» μετά τα μισά του βιβλίου;

Δεν είναι ανεπαίσθητος ο βίος μου... Μακάρι να ήμουν τώρα στα Σφακιά.... Ασφένδου, Καλλικράτη.... Εκεί ο δρόμος δεν πάει και πουθενά. Στο βουνό θα θελα να μουν, που είναι πέντε σπίτια μακριά το ένα από το άλλο, να ακούω τον αέρα ανάμεσα από τα λίγα πουρνάρια. Αυτό.

Για μένα μετράει η ζωή του κάθε ανθρώπου. Ακόμη και ο ανεπαίσθητος βίος κάποιων, οι οποίοι δεν επιθυμούν να εγκατασταθούν στο προσκήνιο και να κάνουν φασαρία. Διότι όλοι ανήκουν στη ζωή. Και αν πηγαίνω σε έναν μικρό τόπο πάλι και στήνω ένα Κουκούτσι στο μυαλό μου είναι γιατί νιώθω, ότι εκεί είναι πιο ισχυρή η αίσθηση του ανήκειν, αλλά και η ιδέα ότι ο τόπος σου ανήκει. Δεν αισθάνεσαι υπεράριθμος. Δεν αισθάνεσαι αμελητέος. Όλοι μετράνε. Όλοι παίρνουν έναν ρόλο στην παράσταση του βίου, της καθημερινότητας. Δεν έχεις δικαιολογία να διαγράψεις κάποιους, να τους ξεχάσεις. Θα τους βρεις μπροστά σου, έξω από την πόρτα σου. Θα σου χτυπήσουν το παράθυρο. Ή θα χρειαστεί να χτυπήσεις εσύ τη δικιά τους πόρτα. Άλλωστε, το μικρό δεν είναι άνευ σημασίας. Ούτε το σιγανό, ούτε το μακρινό. Ένα μικρό περιστατικό κάπου στην άλλη άκρη του κόσμου που το μαθαίνει όλος ο πλανήτης αποκτά οικουμενική διάσταση.

Λέει η Πέπη στον Ιορδάνη, ότι εδώ ζούμε πολλοί που δεν είμαστε τιποτένιοι. Και κάπου αλλού λέει ότι, στη ζωή όλοι θα ‘πρεπε να ‘ναι περιζήτητοι. Αυτό θα θελα. Να’ναι όλοι περιζήτητοι. Να μην αισθάνεται κανείς ότι δεν μετράει η ύπαρξη του. Από κει πρέπει να ξεκινάει η ζωή.