ΤΟ BLOG
20/11/2019 10:28 EET | Updated 20/11/2019 10:33 EET

Η Ισπανία μετά τις εκλογές

Η συμφωνία Σάντσεθ - Podemos, ο παράγοντας ακροδεξιά και στο βάθος η Καταλονία

ASSOCIATED PRESS
O Πέδρο Σάντσεθ αγκαλιάζει τον Πάμπλο Ιγκλέσιας. Αν και εκ διαμέτρου αντίθετοι, προχώρησαν σε μία προκαταρκτική συμφωνία, συνυπογράφοντας με αυτόν τον τρόπο το νέο κεφάλαιο στην παρατεταμένη πολιτική, κοινωνική και οικονομική κρίση της χώρας τους.

Και ο σοσιαλισμός συνάντησε τη ριζοσπαστική αριστερά. Στον απόηχο των πρόσφατων και για ακόμη μία φορά πρόωρων εκλογών στη χώρα των Βάσκων,ο ισπανικός λαός κλήθηκε ξανά να δώσει τη δική του λύση στον «άλυτο γρίφο» της ακυβερνησίας με την προσδοκία ότι ίσως τώρα το εκεί πολιτικό αδιέξοδο των τελευταίων ετών θα ανατραπεί. Σε μία Ισπανία η οποία, μέχρι σήμερα, προσπαθεί να βρει τις δικές της ισορροπίες στο πλαίσιο των αλλεπάλληλων εκλογικών αναμετρήσεων, μία εξέλιξη μη αναμενόμενη «έρχεται» να θέσει επί νέας βάσης την κυβερνητική παράλυση στην τέταρτη μεγαλύτερη ευρωπαϊκή οικονομία. Πρόκειται φυσικά για την συνεργασία ανάμεσα στον Πέδρο Σάντσεθ και τον Πάμπλο Ιγκλέσιας οι οποίοι, αν και εκ διαμέτρου αντίθετοι, προχώρησαν σε μία προκαταρκτική συμφωνία, συνυπογράφοντας με αυτόν τον τρόπο το νέο κεφάλαιο στην παρατεταμένη πολιτική, κοινωνική και οικονομική κρίση της χώρας τους. Ένα βήμα προκειμένου να τοποθετηθεί πλέον η χώρα σε τροχιά κυβερνητικής κανονικότητας, την στιγμή που η ακροδεξιά αποκτά εξαιρετικά ισχυρά ερείσματα ενώ το ζήτημα της Καταλονίας εξακολουθεί να δρα διχαστικά.

Το ιστορικό 

Η δεύτερη εβδομάδα του φετινού Νοεμβρίου αποτέλεσε αναντίρρητα για τους Ισπανούς το αποκορύφωμα μίας ακόμα προεκλογικής περιόδου όπως αυτή ξεκίνησε μετά τις βουλευτικές εκλογές της 28ης Απριλίου του 2019. Στις 10 Νοεμβρίου το κατακερματισμένο πολιτικό σκηνικό της Ισπανίας οδηγήθηκε στις γενικές κάλπες για τέταρτη φορά μέσα σε μία περίοδο τεσσάρων ετών, συνιστώντας τη δεύτερη ανάλογη εκλογική αναμέτρηση αυτής της χρονιάς. Ο λόγος; Το ναυάγιο των διαπραγματεύσεων του Πέδρο Σάντσεθ με τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις, επιδιώκοντας την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης που θα «ξεκλείδωνε» τη δημιουργία κυβέρνησης έπειτα και από την σχετική εντολή του βασιλιά της χώρας Φελίπε ΣΤ΄. Εντούτοις, η έλλειψη κοινού παρονομαστή ειδικότερα στις προχωρημένες συζητήσεις του Ισπανού Πρωθυπουργού με τους ριζοσπαστικούς Podemos δυσχέρανε την όλη διαδικασία με την πηγή των διαφωνιών τους να εντοπίζεται στην κατανομή των χαρτοφυλακίων και «τους ρόλους-κλειδιά που θα έχει το κόμμα της άκρας αριστεράς στην μελλοντική του κυβέρνηση»1. Έτσι, οι πιθανότητες τότε για μία κυβερνητική συμμαχία κατέστησαν μηδαμινές και εξαντλώντας, χωρίς αποτέλεσμα, τα όποια περιθώρια για αμοιβαίες υποχωρήσεις μέχρι τις 24 Σεπτεμβρίου που ήταν και η καταληκτική ημερομηνία, οι πρόωρες και πάλι εκλογές ήταν πια μονόδρομος. 

Εκλογική κόπωση και συνέπειες

Associated Press
Λίγο πριν τις εκλογές ακόμη ένα debate.

Δεδομένης αυτής της κατάστασης όπως και της συνεχιζόμενης δυσκολίας ή απροθυμίας ίσως των ισπανικών κομμάτων να ανατρέψουν την χρόνια πολιτική αστάθεια, οι εκλογές της προηγούμενης Κυριακής πραγματοποιήθηκαν μέσα σε κλίμα κόπωσης και συγκριτικά μειωμένης προσέλευσης. Παράμετρος η οποία και αποδεικνύεται από το 56,8% της συνολικής συμμετοχής στα εκλογικά κέντρα και τη μείωση, κατά 27%, των επιστολικών ψήφων σε σχέση με την εκλογική αναμέτρηση του περασμένου Απριλίου. Αυτοδιοικητικές εκλογές, Ευρωεκλογές και οι διπλές γενικές εκλογές μέσα στο 2019 ενέτειναν την κούραση των ψηφοφόρων, επισημαίνοντας το σημαντικό οικονομικό κόστος που έχει η συνεχής προσφυγή σε εκλογικούς μαραθωνίους οι οποίοι έπρεπε και πρέπει να αποφεύγονται μέσα από τις συμφωνίες των κομμάτων και των αρχηγών τους. 

Στο διά ταύτα των εκλογών, λοιπόν, το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα (PSOE) επικράτησε με ποσοστό 28%, καταλαμβάνοντας 120 από τις συνολικά 350 έδρες του Κοινοβουλίου και για άλλη μία φορά δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει την απαραίτητη πλειοψηφία για τον σχηματισμό της δικής του αυτοδύναμης ηγεσίας. Συνεχίζοντας στο μπλοκ της αριστεράς, οι Unidas Podemos του Πάμπλο Ιγκλέσιας δεν κατάφεραν να αλλάξουν και πολύ τις επιδόσεις τους και αρκέστηκαν στις 35 έδρες που δίνει το 12,8% ενώ το κέντρο αναδείχθηκε ως ο μεγάλος ηττημένος με τους Cuidadanos να καταλήγουν στην τελευταία θέση, τις μόλις 10 έδρες του 6,8% και στην παραίτηση του άλλοτε αρχηγού τους Άλμπερτ Ριβέρα. Αντιθέτως, η κεντροδεξιά και ομοίως η ακροδεξιά εξελίχθηκαν σε πρωταγωνίστριες παρατάξεις. Τόσο το Λαϊκό Κόμμα (PP) με ποσοστό 20,8% όσο κυρίως το VOX με 15,1% συνιστούν πια τη δεύτερη και την τρίτη μεγαλύτερη πολιτική δύναμη, σημειώνοντας ιστορική άνοδο και με την κοινοβουλευτική τους παρουσία να «μεταφράζεται» σε 88 και 52 έδρες αντίστοιχα. 

Μνήμες από τον Φράνκο

The Independent

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ισπανική ακροδεξιά εξελίσσεται στο ενισχυμένο πολιτικό αντίβαρο όποιας κυβέρνησης προκύψει. Μέσα από το VOX, ο εθνικολαϊκισμός έχει βρει πρόσφορο έδαφος και ενσωματώνει την Ισπανία στον κατάλογο των χωρών που συναντιέται αυτή η ιδεολογία όπως η Γαλλία, η Ιταλία, η Ουγγαρία και η Πολωνία. Επαναφέροντας μνήμες από την περίοδο της φρανκικής δικτατορίας, το κόμμα άρχισε να έχει αυξανόμενη απήχηση ιδιαίτερα μετά την έξαρση της προσφυγο-μεταναστευτικής κρίσης με αίτημά του τους αυστηρότερους ελέγχους στα σύνορα της χώρας και ψέγοντας την ΕΕ ως επικίνδυνη για τα εθνικά συμφέροντα. Σε συνδυασμό πάντα με την σκληρή γραμμή σχετικά με την καταλανική αυτονομία την οποία προτείνει να αντιμετωπίσει με ριζοσπαστικά μέτρα όπως η σύλληψη του Καταλανού Προέδρου Κιμ Τόρα ή η νομική εκδίωξη όσων κομμάτων την υποστηρίζουν ή σε ζητήματα όπως η ανισότητα των δύο φύλων και η εκταφή του Φράνκο. 

Αταίριαστο ζευγάρι

Anadolu Agency via Getty Images

Είναι αλήθεια ότι τα εν λόγω εκλογικά αποτελέσματα δεν άφησαν ιδιαίτερο περιθώριο για την εξεύρεση εκείνης της πολιτικής λύσης που θα οδηγούσε στη διακυβέρνηση της Ισπανίας. Με έκδηλη την ανησυχία των πολιτών για το τι μέλλει γενέσθαι σε μία χώρα η οποία δεν έχει αποκτήσει σταθερή κυβέρνηση από το 2015 εξαιτίας και της χρηματοπιστωτικής κρίσης, PSOE και Podemos κάθισαν και πάλι στο «τραπέζι» των διαπραγματεύσεων σε μία απόπειρα να αμβλύνουν τα μεταξύ τους «αγκάθια». Πρωτοβουλία που εν τέλει έφερε τα πρώτα θετικά δείγματα γραφής και μόλις 48 ώρες μετά το τέλος της εκλογικής διαδικασίας, Σάντσεθ και Ιγκλέσιας ανακοίνωσαν την συμφωνία που ανοίγει τον δρόμο στην πρώτη κυβέρνηση συνασπισμού στην σύγχρονη Ισπανία. Αν και οι σχέσεις τους το προηγούμενο χρονικό διάστημα δεν ήταν σίγουρα οι καλύτερες δυνατές, οι δύο κομματικοί αρχηγοί, σε ανακοινώσεις τους, έκαναν λόγο για μία πλήρως προοδευτική και σταθερή κυβέρνηση με ορίζοντα τετραετίας για τη νομιμοποίηση της οποίας θα απαιτηθεί ψηφοφορία όταν «το κοινοβούλιο ανασυγκληθεί τον επόμενο μήνα»2

Απόνερα 

Αυτή η σύμπραξη δημιούργησε, όπως αναμενόταν, τον δικό της αντίκτυπο στο πολιτικό σύστημα της χώρας της Ιβηρικής. Οι πρώτες αντιδράσεις προήλθαν από τους Cuidadanos, ανακοινώνοντας τη μη υποστήριξή τους στο εν λόγω κυβερνητικό σχήμα. Τουναντίον, απηύθυναν έκκληση για μία μετριοπαθή και συνταγματική κυβερνητική συνεργασία με τους Σοσιαλιστές και το Λαϊκό Κόμμα, βασιζόμενη στις επίσημες και επωφελείς συμφωνίες για την Ισπανία. Πέραν αυτού, την αντίθεσή του εξέφρασε και το Καταλανικό Αυτονομιστικό Κόμμα (ERC) το οποίο ξεκαθάρισε ότι δεν πρόκειται να στηρίξει μία κυβέρνηση συνασπισμού που απορρέει από αυτή την συμφωνία, αφήνοντας όμως ανοιχτό το ενδεχόμενο να συζητηθεί η επίλυση της πολιτικής διαμάχης σε περίπτωση κρούσης από την άλλη πλευρά.

Πολλές οι προκλήσεις

Μολαταύτα, αυτό που δεν πρέπει να παραβλεφθεί εάν τελικά υλοποιηθεί αυτή η συμφωνία είναι οι διαφορές των δύο εν δυνάμει κυβερνητικών εταίρων. Ειδικότερα, όσον αφορά στη φορολογία και την επιβολή φόρου στις τράπεζες, την εργασιακή μεταρρύθμιση, την εγγύηση των ενοικίων στη λαϊκή κατοικία και τη δημιουργία ενός κρατικού φορέα ενέργειας. Η σημαντικότερη, όμως, πρόκληση παραμένει αδιαμφισβήτητα η Καταλανική κρίση, συνιστώντας κεντρικό θέμα της προεκλογικής εκστρατείας και στοίχημα για τη διακυβέρνηση Σάντσεθ, λαμβάνοντας υπόψη την εθνικιστική ρητορική του ακροδεξιού VOX για την άρση των αυτονομιστικών τάσεων. 

Ο «χορός της κάλπης» είναι κάτι που έχει χαρακτηρίσει, χωρίς αμφιβολία, την Ισπανία η οποία συνεχίζει να είναι μία χώρα υπό το καθεστώς της εκτεταμένης κρίσης σχεδόν δέκα ετών. Η παγκόσμια οικονομική ύφεση, η απόσταση των κομμάτων εξουσίας από την οργισμένη κοινωνία, ο θεσμικός και πολιτικός κατακερματισμός καθώς και η διαφθορά έφεραν αγανάκτηση, επαναλαμβανόμενες εκλογές και τη συνεχή αλλαγή ηγετών. Με βάση αυτές τις συνθήκες, PSOE και Podemos καλούνται στο πλαίσιο της δικής τους κυβέρνησης μειοψηφίας, να βρουν επιπρόσθετες συμμαχίες, να καθησυχάσουν την Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με τη νέα τάξη πραγμάτων αλλά και να ξεπεράσουν εσωτερικούς σκοπέλους σε τομείς όπως η οικονομία, τα κοινωνικά θέματα και η Καταλονία. Το πρώτο βήμα, λοιπόν, για την επόμενη μέρα στη χώρα των Βάσκων μόλις έγινε. Η συνέχεια, όμως, αναμένεται.

 

1 J. Faus, (2019), Spain’s Podemos party rejects Sanchez’s plan for cabinet, Reuters. Διαθέσιμο:https://www.reuters.com/article/us-spain-politics/spains-podemos-party-rejects-sanchezs-plan-for-cabinet-idUSKCN1UD1NK [Ημερομηνία πρόσβασης: 12/11/2019].

2 D. Dombey, (2019), Spain’s Socialists strike coalition deal with far-left Podemos, Financial Times. Διαθέσιμο: https://www.ft.com/content/5a93de8c-0551-11ea-a984-fbbacad9e7dd [Ημερομηνία πρόσβασης: 16/11/2019].