Η πολιτική κατασκευή του νοήματος του Γράμμου

Ήλθε και η σειρά της νεολαίας του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης να δηλώσει παρούσα στην ιδεολογική μάχη των νοηματοδοτήσεων του Γράμμου.
30 Αυγούστου 1949 - Εμφύλιος - Μάχες στον Γράμμο
30 Αυγούστου 1949 - Εμφύλιος - Μάχες στον Γράμμο
ASSOCIATED PRESS

Του βγάλαμε γλυκό, του βγάλαμε και μέντα

μα για το φονικό δεν είπαμε κουβέντα

Τι σημαίνει, πότε και για ποιους ο Γράμμος ως σύμβολο ιστορικών εξελίξεων; Η απόφαση της Νεολαίας του κόμματος της μείζονος αντιπολίτευσης να νοηματοδοτήσει τον Αύγουστο του 2020 το βουνό αυτό με έναν συγκεκριμένο τρόπο παρουσιάζει ενδιαφέρον, ανεξάρτητα από το πώς την αξιολογεί κανείς πολιτικά. Κι αυτό, διότι δεν πρόκειται για μια απόφαση «νεολαιίστικη», ερήμην της στάσης του κόμματος, αλλά συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: γίνεται με τις ευλογίες του κόμματος, για το οποίο μάλιστα η πρωτοβουλία αυτή αναμένεται να αποκτήσει εργαλειακή αξία, με άλλα λόγια να εξαργυρωθεί στο χρηματιστήριο των ιδεών της λεγόμενης ανανεωτικής Αριστεράς.

Μέχρι τη δεκαετία του ’80 η νοηματοδότηση του Γράμμου – του τόπου όπου διεξήχθη η τελευταία στρατιωτική σύγκρουση μεταξύ του κυβερνητικού στρατού και των ενόπλων δυνάμεων του ΚΚΕ – ήταν στα χέρια των νικητών του εμφυλίου. Νικητές του εμφυλίου δεν ήταν, όπως έχει επικρατήσει να λέγεται, η Δεξιά, αλλά όσοι ανέλαβαν την ευθύνη – με τίμημα την ίδια τη ζωή τους – και πήραν στο στρατιωτικό πεδίο το ρίσκο να αποτρέψουν τη βίαιη επιβολή μιας σταλινικής δικτατορίας. Οι ευφημισμοί «Δημοκρατικός Στρατός» και «Λαϊκή Δημοκρατία» υπήρξαν προπαγανδιστικά όπλα στην προσπάθεια ανατροπής του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος – με τα όποια κουσούρια του, τότε και σήμερα – και δεν πρέπει να συγχέονται με τη σκληρή πραγματικότητα: τις πολιτικές στοχεύσεις και πρακτικές του κομμουνιστικού κόμματος εκείνης της εποχής. Οι ωραιοποιήσεις και τα στρογγυλέματα ταιριάζουν περισσότερο σε νοσταλγούς, παρά σε ψυχρούς ρεαλιστές που πασχίζουν να απεικονίσουν με επαγγελματισμό τη ιστορική πραγματικότητα.

Με την άνοδο και την πολιτική επικράτηση του ΠΑΣΟΚ η σκυτάλη για τη νοηματοδότηση του Γράμμου πέρασε σε άλλα χέρια. Όσοι μέχρι τότε τιμούσαν με εκδηλώσεις τη νίκη του κυβερνητικού στρατού αναγκάστηκαν να μάθουν ότι είναι «ακραίοι» της Δεξιάς, ενώ οι εκδηλώσεις στιγματίστηκαν ως γιορτές μίσους που αναζωπυρώνουν τα εμφύλια πάθη. Ακολούθησε μια προσπάθεια «εθνικής συμφιλίωσης», όπως αυτή αποτυπώνεται ακόμη και σήμερα στα σχολικά εγχειρίδια του μαθήματος της Ιστορίας, το πνεύμα της οποίας είναι περίπου το εξής: στον εμφύλιο πολέμησαν Έλληνες εναντίον Ελλήνων, επειδή οι πολιτικές ηγεσίες των αντιμαχομένων δεν κατάφεραν να βρουν μια συμβιβαστική λύση στις διαφορές τους και παρασύρθηκαν στη στρατιωτική αναμέτρηση. Ευθύνη έχουν και οι δύο εξίσου.

Είναι κι αυτός ένας τρόπος «εθνικής συμφιλίωσης», η απώθηση της ρεαλιστικής εικόνας μιας οδυνηρής πραγματικότητας και ο συμψηφισμός των ευθυνών. Σαν να ήταν το πολιτικό πρόγραμμα του ΚΚΕ εκείνης της εποχής να ανατρέψει το αστικό καθεστώς ένα είδος «παρεξήγησης», σαν να μην πίστευε η κομμουνιστική ηγεσία, σοβιετική και ελληνική, στην αναγκαιότητα εγκαθίδρυσης Λαϊκής Δημοκρατίας με δυναμικό τρόπο, όταν οι συνθήκες το ευνοούν. Και σαν να μην πίστευε η ηγεσία του αντικομμουνιστικού μετώπου στην αναγκαιότητα ένοπλης καταστολής της όποιας προσπάθειας βίαιης ανατροπής του πολιτεύματος, αν παραστεί ανάγκη. Είναι προφανές ότι από τη δική τους σκοπιά η απόπειρα ανατροπής του κρατούντος πολιτεύματος με τη χρήση των όπλων ισοδυναμούσε με εσχάτη προδοσία.

Αλλά αυτού του είδους η «εθνική συμφιλίωση» έχει συνέπειες. Οι αποκλίσεις από τον κανόνα ξεκίνησαν ήδη μέσα στην πρώτη δεκαετία της «σοσιαλιστικής» μεταπολίτευσης, όταν απόστρατοι και διάφορες ενώσεις «εθνικοφρόνων» αντιστασιακών οργανώσεων συμμετείχαν κάθε καλοκαίρι σε εκδηλώσεις πάνω στον Γράμμο, επιμένοντας στη νοηματοδότηση που οι εκδηλώσεις αυτές είχαν πριν τη μεταπολίτευση, μια νοηματοδότηση που για τους δικούς του λόγους είχε εργαλειοποιήσει στο έπακρον το στρατιωτικό καθεστώς των συνταγματαρχών. Μέρι που κάποια στιγμή οι εκδηλώσεις αυτού του είδους χαρακτηρίστηκαν επισήμως ως γιορτές μίσους και απαγορεύτηκαν.

Και ήρθε ύστερα η πρώτη ανατροπή της επικρατούσας μετεμφυλιακής νοηματοδότησης του Γράμμου με τη διοργάνωση εκ μέρους της Κομμουνιστικής Νεολαίας Ελλάδας εκδηλώσεων και πορειών στο Γράμμο, το Βίτσι και τη Μουργκάνα, στα «χνάρια του αγώνα», για να τιμηθούν οι ήρωες και οι ηρωίδες της υπόθεσης του σοσιαλισμού. Οι εκδηλώσεις αυτές θεωρήθηκαν μεν γραφικές, λόγω της σχετικά μικρής προσέλευσης, αλλά ποτέ δεν χαρακτηρίστηκαν από την επίσημη πολιτεία ως γιορτές μίσους. Η νοηματοδότηση του Γράμμου που, παρά την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων στην Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια, μπόρεσε τις τελευταίες δύο δεκαετίες να επιβάλει το ΚΚΕ ως συμβόλου του αγώνα για έναν κόσμο ποιο δίκαιο, δεν ενόχλησε κανέναν.

Αναμενόμενο ήταν, μετά από αυτές τις εξελίξεις, να έρθει και η σειρά της νεολαίας του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης να δηλώσει παρούσα στην ιδεολογική μάχη των νοηματοδοτήσεων του Γράμμου, αφαιρώντας έμμεσα το μονοπώλιο από την ΚΝΕ. Διότι το μόνο σημείο στο οποίο διαφέρουν οι δύο αυτές νοηματοδοτήσεις δεν αφορά το παρελθόν, αλλά το παρόν: η διαφωνία δεν είναι για τον «αγώνα» στον Γράμμο, αλλά για το ποιο από τα δύο κόμματα είναι σήμερα ο γνήσιος και αυθεντικός συνεχιστής αυτού του αγώνα.

Ποιοι ήταν, όμως, οι «αγωνιστές» του Γράμμου και για ποια «Λαϊκή Δημοκρατία» έδιναν των αγώνα;

«Όταν ήρθαν στο σπίτι δυο για να με πάρουν», αφηγείται η κυρά Σοφία από τη Λάκα Σούλι, στα ενενήντα δύο της σήμερα, «νόμισα ότι θα μου πάρουν κάτι καινούργια παπούτσια που μου είχε αγοράσει η μάνα και πήγα να τα κρύψω στο κατώι για να μη τα βρουν. Τα παπούτσια δεν τα βρήκαν, αλλά πήραν εμένα..Η μάνα μου ήρθε σκούζοντας από κοντά μέχρι την Παναγιά και φώναζε ‘αφήστε την κοπέλα, που την πάτε την κοπέλα’, μέχρι που ένας τη χτύπησε με το κοντάκι στην πλάτη και την έριξε στο σιάδι..»

Τέτοιοι βίαια στρατολογημένοι «αγωνιστές» ήταν πολλοί πάνω στο Γράμμα. Ο «αγώνας» τους ήταν πολύ πεζός και πολύ ανθρώπινος: προσπαθούσαν κάθε μέρα να διατηρηθούν στη ζωή, έχοντας να αντιμετωπίσουν από τη μια μεριά την πίεση της ηγεσίας του «Δημοκρατικού Στρατού», στον οποίον πλέον ανήκαν, να πολεμήσουν τους «μοναρχοφασίστες», και από την άλλη το μένος των στρατιωτών του κυβερνητικού στρατού που τους νόμιζε «βαμμένους κομμουνιστές». Αν η νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ ανεβαίνει στο Γράμμο για να τιμήσει αυτόν τον αγώνα επιβίωσης κάτω από ακραία αντίξοες συνθήκες, ίσως οι εκδηλώσεις να έχουν όντως κάποιο νόημα. Αλλά φοβούμαι ότι η νοηματοδότηση που προβάλλει η νεολαία του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης για τον Γράμμο είναι πολύ διαφορετική. Πηγαίνουν στον τόπο που έλαβε χώρα η τελική σύγκρουση ως νοσταλγοί της Λαϊκής Δημοκρατίας που τελικά δεν ήρθε. Για να τιμήσουν τους γνήσιους αγωνιστές αυτού του οράματος, και όχι εκείνους που πολεμούσαν με το ζόρι για να πραγματώσουν ένα ξένο όραμα, το όραμα της κομμουνιστικής ηγεσίας για την τελική φάση της ιστορικής εξέλιξης. Για να αποδειχθεί τέσσερις δεκαετίες αργότερα πως ούτε εξέλιξη, ούτε τελική ήταν. Άραγε δεν αναρωτιέται κανείς από αυτούς που θα πάνε στο βουνό να ακούσουν τις βιωματικές αφηγήσεις του φίλτατου Γιάννη γιατί οι προοδευτικές νεολαίες στη γειτονική Αλβανία και τη Γιουγκοσλαβία δεν ανεβαίνουν στα όρη που ο Τίτο και ο Χότζα, και μάλιστα μέσα στην Κατοχή, έδωσαν επιτυχώς τον «αγώνα» για την επιβολή της «Λαϊκής Δημοκρατίας» στις χώρες τους; Μήπως επειδή ο Τίτο και ο Χότζα ήταν οι νικητές στον δικό τους εμφύλιο και ίδρυσαν τελικά στις χώρες τους για μερικές δεκαετίες τη «Λαϊκή Δημοκρατία» που ονειρευόταν στην Ελλάδα ο Βελουχιώτης, ο Σιάντος, ο Ζαχαριάδης, ο Μάρκος και τόσοι άλλοι;

Απόψεις και άλλες δηλώσεις που εκφράζονται από χρήστες και τρίτα μέρη (π.χ., bloggers) είναι αποκλειστικά δικές τους και δεν αποτελούν απόψεις της HuffPost Greece. Την ευθύνη για περιεχόμενο που δημιουργείται από τρίτα μέρη φέρουν αποκλειστικά τα μέρη αυτά.

Δημοφιλή