Ευρωπαϊκή “Στρατηγική Αυτονομία” και Κίνα

Πόσο εξαρτημένη είναι Ευρώπη;
.
.
Anadolu Agency via Anadolu Agency via Getty Images

Βασική στόχευση της Ευρώπης, όπως έχει εξαγγελθεί και από τα αρμόδια Κοινοτικά Όργανα, αλλά και από τους ηγέτες των χωρών της, που διαμορφώνουν τον τόνο και το πλαίσιο των προτεραιοτήτων, είναι η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς της σε διεθνές επίπεδο.

Η στόχευση αυτή, δεν ταυτίζεται ούτε αναιρεί, τον ούτως ή άλλως αδιαμφισβήτητο ρόλο της, ως του ισχυρότερου εμπορικού ”μπλοκ” σε παγκόσμια κλίμακα. Είναι ένας τίτλος, που εδράζεται στην ενιαία αγορά των 450 εκατομμυρίων καταναλωτών, που τη συναπαρτίζουν ορισμένες από τις πλέον ισχυρές οικονομίες του κόσμου.

Η στρατηγική ωστόσο αυτονομία, έχει μια πρόσθετη διάσταση. Είναι συνυφασμένη με τη δυνατότητα της άμυνας και της διεκδίκησης.

Της ικανότητας να ανταπεξέρχεσαι σε κάθε είδους πίεση, της ευχέρειας να έχεις και να αναπληρώνεις τα στρατηγικά σου αποθέματα, καθώς και της κατοχής των μέσων, που θα σου επιτρέπουν να μην εξαρτάς την υλοποίηση των επιλογών και των προτεραιοτήτων σου, από την έγκριση τρίτων ή την αδιάλειπτη εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους, περιλαμβανομένων και των συμβατικών, έναντί σου.

Σε μια διαφορετική περίπτωση δεν κατοχυρώνεις τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της δικής σου τεχνολογίας, την παραγωγή των δικών σου καινοτόμων προϊόντων, την απόκτηση και συντήρηση των δικών σου αμυντικών μέσων και την ασφάλεια της εφοδιαστικής σου αλυσίδας.

Οι ως άνω όροι για την απόκτηση της στρατηγικής αυτονομίας, είναι σε άμεση διασύνδεση και αποτελούν έκφανση της γεωπολιτικής Ευρώπης, που οραματίζεται και έχει θέσει ως γνώρισμα προσδιορισμού της η νέα Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Εδώ όμως είναι που εντοπίζονται και τα κενά και οι ασυμβατότητες.

Είναι όλα αυτά που εδώ και χρόνια σιγοψυθιρίζονταν και αναδείχθηκαν με έντονο τρόπο, την περίοδο της αυτονομίας.

Το χρονικό διάστημα δηλαδή του τελευταίου έτους, που έγινε φανερό, ότι η στρατηγική αυτονομία, ηχεί τουλάχιστον μαξιμαλιστική, όταν ακόμα ως Ευρωπαική Ένωση συλλογικά, αλλά και ως κράτη μέλη, ένα έκαστο εξ ημών, δεν έχουμε εξασφαλίσει τις γραμμές παραγωγής μας.

Για την ακρίβεια έχουμε γίνει μάρτυρες, της ”μεταφοράς τους” σε άλλες ηπείρους και ειδικά στην Κίνα. Μια πρακτική που υλοποιήθηκε με την ανοχή, αν όχι με την έγκριση και την παρότρυνση ή τον εξαναγκασμό των Ευρωπαϊκών εταιρείων, από τις αρμόδιες εθνικές αρχές.

Τι είδους στρατηγική αυτονομία και διεκδικητικό γεωπολιτικό ρόλο, μπορεί με αξιοπιστία και σε βάθος χρόνο, να αποκτήσει συλλογικά η Ευρώπη, όταν για πλείστα όσα αγαθά, ανελαστικής φύσης, εξαρτάται από τον Ασιατικό γίγαντα;

Μια διαπίστωση και ένα εύλογο ερώτημα, που αποκτά πρόσθετη επικαιρότητα, ενόψει της μετάβασης στην κλιματικά ουδέτερη οικονομία. Πρόκειται για μια διαδικασία που προχωρά συστηματικά και έχει ορόσημο ολοκλήρωσης το 2050.

Οι σπάνιες γαίες και τα υλικά που απαιτούνται για κεφαλαιώδη τμήματα της νέας τεχνολογίας ”καθαρής” ενέργειας, εξορύσσονται κατά βάση στην Κίνα.

Σχηματικά τείνει, με βάση τα σημερινά δεδομένα, να διαμορφωθεί μια προοπτική υποκατάστασης της Ρωσίας από την Κίνα, στον τομέα της Ευρωπαϊκής ενεργειακής εξάρτησης.

Απέναντι στο προβληματικό αυτό υπόβαθρο και παρά τις κατά καιρούς εξαγγελίες, περί του χαρακτηρισμού της Κίνας, ως στρατηγικού ανταγωνιστή της Ευρώπης, υιοθετείται μια αντιφατική πολιτική.

Πρόσφατο παράδειγμα η υπογραφή του Συμφώνου για το πλαίσιο της πραγματοποίησης επενδύσεων μεταξύ Ευρώπης και Κίνας, στο τέλος Δεκεμβρίου 2020.

Ένα σύμφωνο που πέρα από τον προβληματισμό για το περιεχόμενο των διατάξεών του, εκ των πραγμάτων νομιμοποιεί τις επιθετικές πρακτικές των Κινέζων.

Πρακτικές που εκδηλώνονται τόσο στο Χονγκ Κονγκ και στην αντιμετώπιση όμορων κατά βάση κρατών στη Νότια Κινεζική Θάλασσα, όσο και στην εχθρική αντιμετώπιση κρατών και πολιτών, που θεωρείται ότι αντιμάχονται τα Κινεζικά συμφέροντα.

Αλλά και σε σχέσεις με τους όρους του συμφώνου, δημιουργούνται αρνητικοί συνειρμοί για την δυνατότητα των Κινεζικών επιχειρήσεων να χρησιμοποιούν επί τριετία στελέχη τους και εργαζόμενους τους από την Κίνα.

Είναι μια ρύθμιση που εκ των πραγμάτων περιστέλλει, αν όχι εκμηδενίζει, την όποια θετική συνεισφορά των Κινεζικών επενδύσεων στις οικονομίες των Κρατών Μελών.

Συγχρόνως επιτείνει τον αθέμιτο ανταγωνισμό, καθώς η Κίνα μέχρι σήμερα δεν έχει κυρώσει τις ρυθμίσεις, περί των αμοιβών και όρων απασχόλησης, που προβλέπει ο Διεθνής Οργανισμός Εργασίας.

Δε λείπουν εδώ και οι αναφορές για αντίστοιχες ρυθμίσεις που είχαν συνομολογηθεί με Αφρικανικά κράτη και προέβλεπαν την αντίστοιχη δυνατότητα απασχόλησης Κινέζων εργαζομένων για πέντε έτη.

Υπάρχουν πολλές αιτιάσεις για τα δέλεαρ των Κινέζων που εργάστηκαν στο πλαίσιο αυτό στην Αφρική, την προηγούμενη κατάστασή τους και την εν συνεχεία παραμονή τους στην Αφρικανική Ήπειρο.

Είναι κάτι που πρέπει να διερευνηθεί ως όρος υγιούς ανταγωνισμού και ευρύτερων συνθηκών ασφάλειας.

Είναι μακριά η διαδρομή μέχρι τη ”Στρατηγική Αυτονομία”.

Δημοφιλή