CULTURE
19/06/2020 07:32 EEST | Updated 19/06/2020 07:32 EEST

Ευγενία Φακίνου: Πάντα φοβόμουν το αναπάντεχο

Η συγγραφέας μιλά στη HuffPost με αφορμή το νέο βιβλίο της «Γράμματα στη Χιονάτη».

Φωτογραφία: Δημήτρης Κοιλαλούς

«Η ‘αειφυγία’, αγαπημένη λέξη του Καρκαβίτσα -άλλη εμμονή κι αυτή- με καταδιώκει από το ’97, από το βιβλίο ‘Εκατό δρόμοι και μία νύχτα‘. Βρίσκω σ’ αυτή τη λέξη που σημαίνει τη διαρκή, την ισόβια εξορία, κάτι που με προσδιορίζει ως άτομο και δεν έχει να κάνει με την ηλικία, πάντα ‘έφευγα’».

Μια γυναίκα με ασυνήθιστη εμφάνιση φτάνει σ’ ένα χωριό που εγκαταλείπεται από τους κατοίκους του λόγω κατολισθήσεων, με ένα πολύ συγκεκριμένο σκοπό. Παρά το γεγονός ότι επιλέγει ένα απομονωμένο σπίτι, η τύχη της επιφυλάσσει μία σειρά παράξενων -περίπου σουρεαλιστικών και σίγουρα κινηματογραφικών στην αφήγηση τους- συναντήσεων. Κανένα ωστόσο, από τα πρόσωπα με τα οποία θα διασταυρωθεί, δεν θα ασκήσει επάνω της την καταλυτική επιρροή της Χιονάτης, όπως ονομάζει ένα αμίλητο κορίτσι, ένα παιδί, που φέρνει η χιονοθύελλα.

Αυτό είναι το περίγραμμα του νέου μυθιστορήματος της Ευγενίας Φακίνου με τίτλο «Γράμματα στη Χιονάτη» (εκδόσεις Καστανιώτη) που κυκλοφόρησε πριν από λίγες εβδομάδες. 

Πολυγραφότατη, πολυμεταφρασμένη, με Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για τη συλλογή «Φιλοδοξίες κήπου» (2008) και νωρίτερα με το Βραβείο Αναγνωστών για το μυθιστόρημά της «Η μέθοδος της Ορλεάνης», με την πολύτιμη ιστορία της «Ντενεκεδούπολης» πάντα στις αποσκευές της, η Ευγενία Φακίνου επιστρέφει με μια ιστορία αινιγματική και εν τέλει, βαθιά συγκινητική. 

Η συγγραφέας μιλά στη HuffPost για το νέο μυθιστόρημα της, το οποίο χαρακτηρίζει, πολύ «δικό» της βιβλίο, για τους γυναικείους χαρακτήρες που κυριαρχούν σταθερά στις ιστορίες της, για τη γενέτειρα της Αλεξάνδρεια, για το λογοτεχνικό ντεμπούτο, την κουβέντα του Μένη Κουμανταρέα «παιδί μου, εσύ είσαι της υπαίθρου…», όπως και για την πανδημία, αλλά ως προσωπική εμπειρία, καθώς η ευαίσθητη υγεία της την κατατάσσει στις ομάδες υψηλού κινδύνου. 

-Το γεγονός ότι επιλέγετε ως φόντο της ιστορίας σας ένα χωριό το οποίο οι τελευταίοι κάτοικοι εγκαταλείπουν άρον - άρον από τον φόβο των κατολισθήσεων, με άλλα λόγια, έναν τοπίο ερημίας, ανασύρει συνειρμικά εικόνες από το lockdown. Εάν ισχύει η υπόθεση ότι είχατε ολοκληρώσει το βιβλίο προ πανδημίας, πρόκειται για μεγάλη σύμπτωση.

Είχα παραδώσει το βιβλίο από τον Ιανουάριο και ομολογώ ότι όταν ήρθε η πανδημία πραγματικά τρόμαξα από τις συμπτώσεις. Η μοναξιά της ηρωίδας έγινε όλων μας, η σιωπή σκέπασε τα πάντα, υποχρεωθήκαμε να αλλάξουμε τις συνήθειές μας, βρεθήκαμε σε εντελώς άλλη πραγματικότητα. Η διαφορά είναι ότι η ηρωίδα το έκανε από επιλογή, ενώ εμείς αναγκαστήκαμε.

-Τα «Γράμματα στη Χιονάτη» ενσωματώνουν αμιγώς αυτοβιογραφικά στοιχεία: Η ηρωίδα σας έχει την ίδια ηλικία μ’ εσάς, είναι συγγραφέας, έχει περάσει παρόμοιες περιπέτειες με την υγεία της (έμφραγμα), η μητέρα της ήταν νοσοκόμα, όπως η δική σας και ο πατέρας της ναυτικός, όπως ο πατέρας σας. Υπάρχουν και άλλες αναλογίες. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα με ιδιαίτερη σημασία για σας, όπως το «Έρως, Θέρος, Πόλεμος», όπου το μεγαλύτερο μέρος βασίζεται στην πραγματική ιστορία της μητέρας σας;  

Πράγματι ενσωματώνουν αυτοβιογραφικά στοιχεία αλλά με μυθιστορηματικό τρόπο. Σε καμία περίπτωση δεν είναι αυτοβιογραφία, άλλωστε πάντα «δανείζουμε» προσωπικές εμπειρίες στους ήρωές  μας. Στο «Έρως, Θέρος, Πόλεμος» τα γεγονότα είναι πραγματικά κατά 90%. Εδώ «ντύνουν» την ιστορία της γυναίκας, εξυπηρετούν τον μύθο, τη δράση και τη συμπεριφορά της. Πάντως είναι ένα πολύ «δικό» μου βιβλίο,  ίσως οι συγκυρία, η ηλικία και η περιρρέουσα ατμόσφαιρα  να έφεραν αυτό το αποτέλεσμα. Μη νομίσετε ότι ελέγχουμε πάντα τους ήρωες ή τις ηρωίδες μας, πολλές φορές αυτονομούνται (αλλά μας αρέσει και το αποδεχόμαστε).

-Αποκαλείτε την ηρωίδα σας «η γυναίκα». Ενώ χτίζετε στοργικά τον χαρακτήρα, τής στερείτε το όνομα, που αποτελεί κατ’ αρχήν στοιχείο ταυτότητας. Τι σημαίνει αυτή η επιλογή; 

Πολλές επιλογές μας γίνονται ασυνείδητα. Συνήθως παλεύω πολύ με τα ονόματα των ηρωίδων μου αλλά αυτή τη φορά δε μου έβγαινε κανένα «ταιριαστό» όνομα. Ίσως  η ανωνυμία της ήταν στοιχείο του χαρακτήρα της, των απωλειών της.

-Υπάρχει μεταξύ άλλων πολλών και μια ωραία, προ πολλού ξεχασμένη, λέξη στο βιβλίο: η «αειφυγία» (στην αρχαιότητα, η ποινή μόνιμης εξορίας). Η φυγή είναι του χαρακτήρα; Ή ως επί το πλείστον της νεότητας; 

Η «αειφυγία», αγαπημένη λέξη του Καρκαβίτσα – άλλη εμμονή κι αυτή- με καταδιώκει από το ’97, από το βιβλίο «Εκατό δρόμοι και μία νύχτα». Βρίσκω σ’ αυτή τη λέξη που σημαίνει τη διαρκή, την ισόβια εξορία, κάτι που με προσδιορίζει ως άτομο και δεν έχει να κάνει με την ηλικία, πάντα «έφευγα».

από το προσωπικό αρχείο της Ευγενίας Φακίνου
Ύδρα, 1969

-Αγαπάτε τους γυναικείους χαρακτήρες, έχετε αφιερώσει μεγάλο μέρος της συγγραφικής διαδρομής σας στα γυναικεία πορτρέτα. 

Προσωπικά με γοητεύουν, με προκαλούν ν’ ασχοληθώ μαζί τους, τις παρατηρώ παιδιόθεν, «φέρουν» την προφορική ιστορία. Αδυνατώ να το εξηγήσω θεωρητικά, παρά μόνο λέγοντας ότι τις αγαπώ και τις κατανοώ (με όλα τα προτερήματα και τις αδυναμίες τους).

-Γεννηθήκατε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, από την οποία δεν έχετε μνήμες, καθώς ήρθατε στην Αθήνα πολύ μικρή, για την ακρίβεια, βρέφος. Ποια είναι η πιο έντονη μνήμη αφήγησης που διατηρείτε για την πόλη και την ελληνική κοινότητα; 

Ευτυχώς η μητέρα μου μιλούσε διαρκώς για εκείνα τα χρόνια, ήταν η νεότητάς της, παρ’ όλες τις δυσκολίες που είχε περάσει. Νομίζω, ότι απ’ όσα μας είχε αφηγηθεί, πιο έντονα θυμάμαι το φόβο και την αγωνία των κατοίκων καθώς ήταν σίγουροι ότι ο Ρόμελ θα έμπαινε στην Αλεξάνδρεια.

από το προσωπικό αρχείο της Ευγενίας Φακίνου
1955, Μελαγχολικός τσολιάς

-Για ποιόν λόγο ο Μένης Κουμανταρέας σας είχε χαρακτηρίσει «παιδί της υπαίθρου», εσάς ένα παιδί μεγαλωμένο στην Κυψέλη; Πότε, με ποια αφορμή συνέβη; 

Πόσα χρόνια πίσω με πας… Ήταν στα γραφεία του Κέδρου και συζητούσαμε, καθώς είμασταν  γείτονες στην Κυψέλη (την οποία έχω περιγράψει στην «Αστραδενή» και αλλού, βεβαίως) και του  εξηγούσα, ότι προσωπικώς αισθάνομαι και περιγράφω καλύτερα την ύπαιθρο χώρα παρά το αστικό τοπίο, στο οποίο ασφυκτιώ. Και τότε μου είπε περιπαικτικά: «Παιδί μου, εσύ είσαι της υπαίθρου…» Ίσως να έχει παίξει ρόλο και το πρώτο μου επάγγελμα, της ξεναγού, όταν μου αποκαλύφθηκε ο τόπος και η ιστορία του.

-Κάνατε λοιπόν, το λογοτεχνικό σας ντεμπούτο το 1982 με την «Αστραδενή», ένα βιβλίο που συζητήθηκε έντονα. Πώς ήταν το εκδοτικό τοπίο; Πόσο εύκολη ή δύσκολη ήταν η πρόσβαση για έναν νέο συγγραφέα; Μπορούσε να βιοποριστεί από το έργο του; Τώρα μπορεί;

Ήταν δύσκολο να εκδώσεις, κυρίως αν ήσουν πρωτοεμφανιζόμενος. Όμως είχα ήδη επαφή με τον Κέδρο, είχα εκδώσει τα δυο πρώτα βιβλία της Ντενεκεδούπολης, ο Γιάννης Κοντός διάβασε το χειρόγραφο της Αστραδενής, το δέχτηκαν κι εκδόθηκε αμέσως (σήμερα η Αστραδενή διδάσκεται στα σχολεία, θα έλεγα ότι είναι εργαλείο στα χέρια των δασκάλων, στις πολυπολιτισμικές τάξεις, όπου τα ξένα παιδάκια βλέπουν ότι και ελληνόπουλα είχαν συναντήσει ανάλογες δυσκολίες με τις δικές τους). Όσο για βιοπορισμό… και τότε ήταν δύσκολο, σήμερα βεβαίως, δυσκολότερο.

KOKKALIAS NIKOS

-Επιστρέφοντας στην πανδημία, που αποτελεί την νέα κανονικότητα. Ανήκετε στις ομάδες υψηλού κινδύνου. Αυτός ο νέος φόβος πόσο διαφορετικός είναι; 

Παραμένω και θα παραμείνω σε αυστηρή καραντίνα, κι αν και είμαι μαθημένη στον εγκλεισμό λόγω επαγγέλματος, με ζορίζει το γεγονός ότι έχω στερηθεί την επαφή μου με τους φίλους και τις γειτόνισσές μου. Και ασφαλώς φοβάμαι, πάντα φοβόμουν, το αναπάντεχο.

-Ναι, η συγγραφή είναι μοναχική εργασία, ακόμη και για έναν άνθρωπο, όπως εσείς, που έχει οικογένεια. Ωστόσο, σε ποιόν βαθμό έχει επηρεάσει η πανδημία τη ροή της καθημερινότητας και την κοινωνική σας ζωή; 

Δυσκολεύομαι, δυσκολεύομαι πολύ στα πρακτικά θέματα, στις δουλειές του σπιτιού (επειδή δεν έχω πια τις αντοχές του παρελθόντος). Στερούμαι τη λαϊκή, τη βόλτα στο μπακάλικο της γειτονιάς, να πιάνω την κουβέντα με τους γείτονες.  Δε θα μπορέσω να κάνω παρουσίαση του βιβλίου, να συναντήσω τους αναγνώστες, πρωτόγνωρα πράγματα, αλλά πρέπει να συμμορφωθούμε με τη νέα πραγματικότητα, ελπίζοντας να κρατήσει όσο το δυνατόν λιγότερο. Άλλωστε αυτές, οι δικές μου στερήσεις, είναι λίγο «αριστοκρατικές», θα έλεγα, άλλοι έχουν χάσει τις δουλειές τους.

-Συμφωνείτε με τις εκτιμήσεις ότι από την δοκιμασία της πανδημίας θα βγούμε, σοφότεροι ή/και καλύτεροι άνθρωποι; Πριν από μόλις εκατό χρόνια, η ισπανική γρίπη, θέρισε το 1/3 του πληθυσμού της Ευρώπης. Όπως αποδεικνύει η ιστορία του 20ού αιώνα, ούτε σοφότερη, ούτε καλύτερη βγήκε η ανθρωπότητα από εκείνον τον λοιμό. 

Ο κόσμος ξεχνάει εύκολα, και φοβάμαι ότι γρήγορα θα βγάλει τα γνωστά χαρακτηριστικά του…