ΔΙΕΘΝΕΣ
01/01/2017 11:28 EET

«Ψυχρός Πόλεμος 2.0»: Πρέπει να ανησυχούμε ξανά για τα πυρηνικά όπλα το 2017;

Digital Vision. via Getty Images
Nuclear Bomb Test, Bikini atoll and Enewetak, October 31 1952

Η απειλή του πυρηνικού ολοκαυτώματος υποχώρησε αισθητά με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ωστόσο η επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ Δύσης και Ρωσίας, λόγω της κρίσης στην Ουκρανία και του εμφυλίου στη Συρία έχει εδώ και καιρό δημιουργήσει προβληματισμούς στη Δύση περί μιας νέας αντιπαράθεσης, την οποία πολλοί χαρακτηρίζουν «Ψυχρό Πόλεμο 2.0». Την κατάσταση δεν βοήθησαν εξελίξεις όπως η αποστολή στρατευμάτων από το ΝΑΤΟ και τη Ρωσία στα σύνορα στην ανατολική Ευρώπη και το ζήτημα που προέκυψε περί ρωσικών παρεμβάσεων (υπό τη μορφή κυβερνοεπιθέσεων) στις προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ.

Αναπόφευκτα, όταν τίθεται θέμα επιδείνωσης των σχέσεων Δύσης και Ρωσίας, στο «τραπέζι» μπαίνει και το σενάριο μιας γενικευμένης στρατιωτικής σύγκρουσης- πρακτικά ενός Τρίτου Παγκοσμίου Πολέμου- με καταστροφικές συνέπειες, καθώς εμπεριέχεται και το ενδεχόμενο χρήσης πυρηνικών όπλων. Οι πρόσφατες τοποθετήσεις του εκλεγμένου προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, περί επέκτασης του πυρηνικού οπλοστασίου των ΗΠΑ και κούρσας εξοπλισμών, αλλά και του Ρώσου προέδρου, Βλάντιμιρ Πούτιν, πάνω στο θέμα, προφανώς και αυξάνουν την ανησυχία (ακόμα και δεδομένου του θεωρούμενου καλού κλίματος μεταξύ των δύο ανδρών), ενώ πάντα λόγο ανησυχίας αποτελεί και το ζήτημα του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν (ακόμα και δεδομένης της συμφωνίας που έχει επιτευχθεί.

Πόσο πρέπει να ανησυχούμε;

Όπως σημειώνει ο κ. Ηλίας Κουσκουβέλης, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, κάτοχος της Έδρας ΓΕΕΘΑ στις Στρατηγικές Σπουδές «Θουκυδίδης» και συγγραφέας του Αποτροπή και Πυρηνική Στρατηγική στον Ψυχρό Πόλεμο (εκδόσεις Ποιότητα, 2001), κατά το 2016 ο αριθμός των πυρηνικών κεφαλών σε επιχειρησιακή ετοιμότητα (τοποθετημένων σε πυραύλους) παρέμεινε περίπου ο ίδιος, με αποτέλεσμα η κεντρική πυρηνική ισορροπία να παραμένει σε γενικές γραμμές αμετάβλητη. «Οι ΗΠΑ μείωσαν κατά 150 τις συγκεκριμένες κεφαλές (σε 1930), η Ρωσία διατήρησε σχεδόν τις ίδιες (1790), ενώ εκάστη διαθέτει συνολικά (μαζί και οι αποθηκευμένες) περί τις 7000 (ΗΠΑ) ή τις 7200 (Ρωσία) πυρηνικές κεφαλές» αναφέρει ο κ. Κουσκουβέλης, υπογραμμίζοντας ωστόσο πως και οι δύο πυρηνικές υπερδυνάμεις επένδυσαν χρήματα και προέβησαν σε βελτίωση ή εκσυγχρονισμό των υφισταμένων πυρηνικών τους δυνάμεων.

«Σε αυτόν τον δρόμο φαίνεται πως θα συνεχίσουν στα επόμενα χρόνια. Βέβαια οι δηλώσεις του νεοκλεγέντος Προέδρου των ΗΠΑ δημιουργούν αμφιβολία ως προς την πολιτική που θα ακολουθήσουν οι ΗΠΑ και στο θέμα του αριθμού των πυρηνικών όπλων».

Από μόνοι τους, όπως αναφέρει ο κ. Κουσκουβέλης, οι υφιστάμενοι εξοπλισμοί είναι ικανοί να προσφέρουν μία σταθερή αποτροπή μεταξύ των δύο (ως «σταθερή πυρηνική αποτροπή» θεωρείται εκείνος ο αριθμητικός και ποιοτικός συσχετισμός δυνάμεων που δεν παρέχει στον αντίπαλο το κίνητρο να ξεκινήσει πρώτος μία επίθεση).

Μπορεί να υπάρξει αποσταθεροποίηση;

Το εμφανές ερώτημα που τίθεται, οπότε, είναι κατά πόσον μπορεί να υπάρξει αποσταθεροποίηση της πυρηνικής ισορροπίας εάν αρχίσει ξανά μια κούρσα εξοπλισμών μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας, αντίστοιχη των δεκαετιών του Ψυχρού Πολέμου.

Η αύξηση των πυρηνικών δυνάμεων από μόνη της δεν αποσταθεροποιεί την πυρηνική ισορροπία σημειώνει ο κ. Κουσκουβέλης. Ωστόσο, υπάρχει «αστερίσκος»:

«Αν η μία από τις δύο πυρηνικές υπερδυνάμεις ξεκινήσει να αυξάνει το οπλοστάσιό της, θα το πράξει και η άλλη, όχι απαραίτητα γιατί θα έχει άμεσα ζήτημα (αν)ασφάλειας, αλλά πρώτον για λόγους κύρους και, δεύτερον, για να μην βρεθεί στο μέλλον σε μεγάλη αριθμητική απόσταση από την άλλη. Η μόνη επιλογή που μπορεί να αποσταθεροποιήσει την πυρηνική αποτροπή είναι να συνδυασθεί η αύξηση των πυρηνικών με μία στρατηγική άμυνα, τύπου “Πολέμου των Άστρων” (όπως επί εποχής Ρέιγκαν), η οποία και μεγάλα τεχνολογικά προβλήματα αντιμετωπίζει και μεγάλο κόστος έχει»

Καταλήγοντας, ο κ. Κουσκουβέλης υπογραμμίζει πως δεν είναι βέβαιο ότι η αύξηση του πυρηνικού οπλοστασίου των ΗΠΑ θα μπορέσει να αποτρέψει μικρές δυνάμεις, τύπου Βόρειας Κορέας, να αποκτήσουν πυρηνικά.