CULTURE
28/01/2019 07:28 EET | Updated 28/01/2019 07:28 EET

Ελένη Καραΐνδρου: Να είμαστε ελεύθεροι σαν τα πουλιά, εκεί είναι το μεγάλο πρόβλημα

Τα δύο νέα έργα της για το θέατρο και τον κινηματογράφο και τι σημαίνει «Tous des oiseaux» -όλοι ελεύθεροι σαν τα πουλιά που δεν γνωρίζουν σύνορα.

«... Ένα έργο τέχνης είναι η ανάγκη ενός καλλιτέχνη -είτε είναι ζωγράφος, είτε γλύπτης, είτε μουσικός...- να εκφραστεί, αλλά και η ανάγκη του να αγαπηθεί. Πιστεύω ότι προέρχεται από μία μεγάλη ανάγκη να επικοινωνήσει, να έρθει σε επαφή με τον άλλον. Η επαφή με τον άλλον είναι μία καταπληκτική ιστορία επειδή καταργεί την έννοια της μοναξιάς. Πιστεύω πως ό,τι έχει γίνει στην τέχνη - ήρθε στο νου μου ο Βαν Γκογκ- είναι από μία απίστευτη εσωτερική ανάγκη που σε ωθεί να δημιουργήσεις ‘κάτι’. Αλλά γιατί το δημιουργείς; Το κάνεις έτσι, στον βρόντο; Το κάνεις επειδή αυτό που καίει μέσα σου θέλεις να το βγάλεις πιο έξω. Και πιστεύω ότι ξορκίζει κάτι ο καλλιτέχνης. Θυμάμαι και τον Θόδωρο που έλεγε ότι είναι σκηνοθέτης και κάνει ταινίες επειδή ήθελε να ξορκίσει πράγματα... Πράγματα; ... Απώλειες;... Ό,τι και να′ ναι, πάντως αυτό είναι. Γι αυτό οι καλλιτέχνες είναι άνθρωποι αξιολάτρευτοι (γέλια)... Πρέπει να τους αγαπάτε....»

Δύο νέα έργα -για το θέατρο και τον κινηματογράφο- σε ένα άλμπουμ υπό τον τίτλο «Tous des oiseaux» (από την περίφημη ECM του Μάνφρεντ Άιχερ), που σηματοδοτούν τη συνεργασία της με δύο καταξιωμένους δημιουργούς της νεότερης γενιάς, τον Λιβανο-Καναδό Ουαζντί Μουαουάντ και τον Ιρανο-Αμερικανό Πέιμαν Μααντί, αλλά και τη μεγάλη επιστροφή της, την πρώτη στο σινεμά μετά τον θάνατο του Θόδωρου Αγγελόπουλου, από την απώλεια του οποίου συμπληρώθηκαν ήδη επτά χρόνια. 

Δύο νέα έργα, που επαληθεύουν, ακόμη μία φορά, αυτό που συμβαίνει πάντα με τη μαγική μουσική της: Ότι υπάρχει πέρα και πάνω και ανεξάρτητα από την όποια θεατρική σκηνή και σεκάνς και ότι όπου και να ταξιδέψει, απλώνεται σε καρδιά και νου σαν ανοιχτός, καθαρός ορίζοντας. 

Η Ελένη Καραΐνδρου μιλά στη HuffPost Greece για τις δύο νέες συναντήσεις της και τι σημαίνει «Tous des oiseaux» -όλοι ελεύθεροι σαν τα πουλιά που δεν γνωρίζουν σύνορα- για τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, την ανάγκη του καλλιτέχνη όχι μόνο να εκφραστεί, αλλά και να αγαπηθεί, τα εγγόνια της, το πέτρινο σπίτι των παιδικών χρόνων και βέβαια, τη μουσική. 

-Να ξεκινήσουμε από τις συναυλίες σου στο Παρίσι;

Έζησα μία εμπειρία καταπληκτική στις 17 Δεκεμβρίου 2018, έναν χρόνο και έναν μήνα μετά την πρεμιέρα που είχε δοθεί το 2017 (στις 17 Νοέμβρη...).

Μας κάλεσε το θέατρο επειδή είχε πολύ μεγάλη επιτυχία η παράσταση, να δώσουμε, όπως μας είπαν στην αρχή, μία συναυλία. Ήταν μία πρόσκληση αναπάντεχη. Μία πρόσκληση σε 22 άτομα τη σήμερον ημέρα, γιατί και η Γαλλία σε κρίση βρίσκεται, μην το ξεχνάμε, είναι απίστευτη υπόθεση. Και μάλιστα, έκανα την πρόταση να δώσουμε και δεύτερη συναυλία προκειμένου να καλυφθεί ένα μέρος των εξόδων τους. Κι έτσι δώσαμε δύο συναυλίες.

Και κάθε μέρα, επαναλαμβανόταν η ίδια σκηνή: Μόλις ακουγόταν η τελευταία φράση, η τελευταία κραυγή του παιδιού που μπροστά στον τάφο του πατέρα του, έλεγε «δεν θα παρηγορηθώ ποτέ...» και ακουγόταν το σόλο βιολοντσέλο του Αλέξανδρου Μποτίνη, ο κόσμος σηκωνόταν όρθιος και χειροκροτούσε ασταμάτητα με μάτια δακρυσμένα

Η συναυλία με τη μουσική είχε διάρκεια περίπου μίας ώρας, αλλά ο Ουαζντί Μουαουάντ που είναι ο σκηνοθέτης και συγγραφέας του έργου «Tous des oiseaux» για το οποίο έγραψα μουσική -και καλλιτεχνικός διευθυντής του Theatre National La Colline- είχε την ιδέα να βγούμε χέρι χέρι στη σκηνή, και καθισμένοι σε δύο σκαμπό, να μιλήσουμε στο κοινό περί τα 20 λεπτά, βεβαίως στα γαλλικά, για τη συνεργασία μας: Πώς δουλέψαμε, πώς με γνώρισε, πώς ανακάλυψε τη μουσική μου το 1995, όταν είδε Το Βλέμμα του Οδυσσέα. Ότι από τότε έπαιρνε πάντα τους δίσκους μου και ότι έγραφε τα θεατρικά του -έχει γράψει 14 έργα- ακούγοντας τη μουσική μου. Και ότι του φάνηκε ανέλπιστο η Ελένη Καραΐνδρου να γράψει μουσική στο έργο του. Τόσο χαμηλών τόνων, τόσο γενναιόδωρος, τόσο ταπεινός αυτός ο πολυβραβευμένος σκηνοθέτης και συγγραφέας. 

Έχουν γραφτεί περισσότερες από 150 κριτικές για το έργο και το θέατρο ήταν καθημερινά γεμάτο. Και κάθε μέρα, επαναλαμβανόταν η ίδια σκηνή: Μόλις ακουγόταν η τελευταία φράση, η τελευταία κραυγή του παιδιού που μπροστά στον τάφο του πατέρα του, έλεγε «δεν θα παρηγορηθώ ποτέ...» και ακουγόταν το σόλο βιολοντσέλο του Αλέξανδρου Μποτίνη (που υπάρχει στον δίσκο), ο κόσμος σηκωνόταν όρθιος και χειροκροτούσε ασταμάτητα με μάτια δακρυσμένα.

Όλοι ελεύθεροι σαν τα πουλιά που δεν γνωρίζουν σύνορα. Διότι εκεί είναι το μεγάλο πρόβλημα. Ότι εν ονόματι της ταυτότητας κυρίως, λέει ο ένας άνθρωπος για τον άλλο, αυτός δεν είναι δικός μας, στον Καιάδα

Το έζησα ξανά, γιατί πήγα και είδα την παράσταση πριν από τις συναυλίες μας, μαζί με τον Μάνφρεντ Άιχερ και την Άνια Λέχνερ, την εξαιρετική βιολοντσελίστρια. Είδα τον Άιχερ συγκινημένο να ζητάει να δει αμέσως τον σκηνοθέτη. Όπως τον είδα ενθουσιασμένο και συγκινημένο και στις συναυλίες μου. Συνεχάρη προσωπικά έναν έναν τους μουσικούς και μου είπε ότι το ensemble των εγχόρδων είναι ό,τι καλύτερο έχει ακούσει. Έντεκα νέοι μουσικοί με concertino, υπεύθυνη, την εξαιρετική -και άλλωστε, πρώτο βιολί στην Ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής- Αργυρώ Σειρά.

Οι συναυλίες στη Γαλλία ήταν μία τεράστια επιτυχία και μία τεράστια ικανοποίηση και για τους μουσικούς μου, τους οποίους λατρεύω και για μένα και για τον Άιχερ. Η παράσταση επαναλήφθηκε για έναν μήνα, τον περασμένο Δεκέμβριο και τώρα βρίσκεται σε περιοδεία ανά τον κόσμο. 

-Ποιά ιστορία αφηγείται το «Tous des oiseaux» που έδωσε και τον τίτλο στο άλμπουμ;

Είναι μία σύγχρονη εκδοχή Ρωμαίου και Ιουλιέτας με φόντο την κρίση Ισραήλ - Παλαιστίνης. Ο μεν νέος είναι από εβραϊκή οικογένεια, η δε νέα από αραβική. Ο νέος που ερωτεύεται την κοπέλα ζει στη Γερμανία, είναι γενετιστής και βρίσκεται στη Νέα Υόρκη για τις έρευνες του και εκείνη κάνει διδακτορικό στο έργο ενός Άραβα ποιητή και διανοούμενου του 16ου αιώνα. Αυτοί οι δύο άνθρωποι συναντιούνται στη μεγάλη Δημόσια Βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης.

Δεν μπορώ να αναλύσω ένα έργο τεσσάρων ωρών (με μία δομή καταπληκτική και εξαιρετικά ενδιαφέροντες χαρακτήρες που αναπτύσσονται), αλλά θέλω να πω για το πάθος του Ουαζντί Μουαουάντ. Ο οποίος είναι Λιβανέζος στην καταγωγή και έφυγε σε ηλικία δέκα χρονών από την πατρίδα του λόγω του εμφυλίου. Οι γονείς του, όπως και ο ίδιος, είναι Χριστιανοί Μαρωνίτες. Οι Μαρωνίτες πιστεύουν ότι κατάγονται από τους αρχαίους Φοίνικες και δεν τρέφουν ουδεμία συμπάθεια ούτε στους Εβραίους, ούτε στους Άραβες. Κι όμως, αυτό το παιδί που μεγάλωσε, γαλουχήθηκε έτσι, με την ευφυΐα, το ταλέντο και την ευαισθησία του, δίνει φωνή στον εχθρό. Και προσπαθεί να βρει το δίκιο μέσα από κάθε σύγκρουση και προσπαθεί να πετύχει τη μεγάλη συμφιλίωση. Είναι ειρηνιστής. Στην πρεμιέρα του 2017, την οποία παρακολούθησα, είδα τον πρέσβη του Ισραήλ καθισμένο δίπλα στον πρέσβη της Παλαιστίνης. Ο Ουαζντί είναι κεφάλαιο. Η δουλειά του, ενώ είναι καθαρή τέχνη, έχει και ένα πολιτικό αντίκτυπο.

-Και το έτερο έργο, η ταινία «Bomb, a love story»;

... Άλλη ταραχή αυτό. Δύο -ίσως και τρεις- μήνες πριν από την πρεμιέρα του Ουαζντί έλαβα ένα τηλεφώνημα από τον Πέιμαν Μααντί. Δεν είχα συνειδητοποιήσει ακόμη τότε ποιός ακριβώς ήταν. Στη συνέχεια, μου έστειλε την ταινία του, με πολλές παλιές μουσικές δικές μου μέσα, διότι, όπως μου είπε στο τηλέφωνο, ήταν όνειρο του να γράψω μουσική για την ταινία που έκανε.

Δεν λέω ότι η τέχνη θα τα γιατρέψει όλα, από την άλλη όμως είναι παρήγορο να βλέπεις ότι υπάρχουν τέτοιες φωνές. Εγώ μ′ αυτούς είμαι. Είμαι μ′ αυτούς γιατί δεν θα μπορούσα να κλείσω τα μάτια μου σε όσα συμβαίνουν γύρω μας

Ο Μααντί είναι πάρα πολύ γνωστός ως ηθοποιός. Στην Ελλάδα τον γνωρίσαμε ως πρωταγωνιστή της ταινίας του Ασγκάρ Φαραντί «Ένας χωρισμός» -η ταινία τιμήθηκε με την Χρυσή Άρκτο Καλύτερης Ταινίας στο Φεστιβάλ Βερολίνου και σάρωσε τα βραβεία. Είχα δει τον Χωρισμό, είχα αναφορές στο πρόσωπο και τον ηθοποιό, και επειδή μου άρεσε πάρα πολύ η ταινία που μου έστειλε, είπα το «ναι». Και είναι η πρώτη φορά που είπα «ναι» μετά τον θάνατο του Θόδωρου.... Τα πρώτα χρόνια δεν ήθελα ούτε να ακούσω για ταινίες, ήμουν πάρα πολύ σοκαρισμένη... Αλλά είπα το «ναι» και βρήκα πολύ γρήγορα τα θέματα μου. Με εντυπωσίασαν οι χαρακτήρες της ταινίας. Όπως και ο ίδιος ο Μααντί, ο οποίος είναι άνθρωπος με μεγάλη ευγένεια. Αλλά και όσοι έπαιξαν στην ταινία, ηθοποιοί και κομπάρσοι, είχαν μία ευγένεια στο πρόσωπο τους.

Το θέμα -για να γίνει κατανοητό γιατί έγραψα αυτή τη μουσική- είναι οι σχέσεις αγάπης και εν γένει οι ανθρώπινες σχέσεις σε μία γειτονιά της Τεχεράνης την εποχή που η πρωτεύουσα του Ιράν βομβαρδίζεται από τον Σαντάμ. Αυτό το πλαίσιο, το φόντο ήθελε ο Μααντί, κεντρικό θέμα του οποίου είναι επίσης η αγάπη. Κι εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν άδικο βομβαρδισμό και έναν άδικο πόλεμο και πώς αντιδρούν οι άνθρωποι -που τελικά έρχονται πιο κοντά.

Το πρωταγωνιστικό ζευγάρι, που ερμηνεύει ο ίδιος ο Μααντί και η υπέροχη Λεϊλά Χαντάμι που έπαιζε και στον Χωρισμό, ήταν σε απόσταση, κάτι τους είχε απομακρύνει, αλλά η αίσθηση του κινδύνου, οι βομβαρδισμοί, τους φέρνουν πάρα πολύ κοντά. Κι αυτή η δοκιμασία που ζουν κάθε τόσο -είναι εκπαιδευτικοί, διδάσκουν σε σχολείο και μεταξύ άλλων, παρακολουθούμε τα παιδιά και τη σχέση τους με τον πόλεμο- αλλάζει τα δεδομένα. Μόλις αρχίζουν οι σειρήνες -που ακούγονται αρκετές φορές στην ταινία- τρέχουν όλοι, με τα μωρά στην αγκαλιά, οι ηλικιωμένοι υποβασταζόμενοι, κατεβαίνουν στο υπόγειο, που δεν είναι καν καταφύγιο (στην τελευταία σκηνή κινδυνεύει να τους έρθει το σπίτι στο κεφάλι και τους έρχεται...).

Θαύμασα την κατεβασιά αυτών των ανθρώπων από τις σκάλες, καθώς πήγαιναν χωρίς να γνωρίζουν εάν σε μία ώρα, σε τρεις ώρες ή την επομένη μέρα, θα είναι ζωντανοί. Κι έγραψα ένα βαλς, «Το βαλς της ελπίδας», όπως το ονόμασα. Τι έκαναν αυτοί οι άνθρωποι στο υπόγειο όσο διαρκούσαν οι βομβαρδισμοί; Έπαιζαν τάβλι, οι γυναίκες προσεύχονταν και τα παιδιά έκαναν τα μαθήματα τους.

Ανάμεσα σε αυτά τα παιδιά, υπήρχε ένα αγόρι που βλέπει ένα όμορφο κοριτσάκι, ανιψιά της γειτόνισσας το οποίο έχει φέρει η θεία του και ταράζεται, νιώθει το πρώτο σκίρτημα του έρωτα και ο φακός το παρακολουθεί ενώ κάνει την προσευχή του και παρακαλάει τον Θεό -τι νομίζεις;- να βομβαρδίζει πιο συχνά ο Σαντάμ για να βλέπει το κορίτσι... Αυτή η σκηνή μου έδωσε μία τρυφεράδα, τύπου Μπενίνι και La vita e bella.

Και ο Ουαζντί και ο Πέιμαν είναι περίπου στην ίδια ηλικία, μεταξύ 40 και 50, στη γενιά των σαραντάρηδων. Ο Πέιμαν δεν μου ζήτησε να ακούσει τις μουσικές πριν -από σεβασμό, από εμπιστοσύνη, από αγάπη, από ο,τιδήποτε θέλεις. Ήρθε -όπως είχε έρθει και ο Ουαζντί, δύο μήνες πριν από την πρεμιέρα του και πήρε τις μουσικές- να ακούσει το έργο, Γενάρη του 2018 -φορτωμένος δώρα, μεταξύ άλλων και έναν κεμεντζέ, ένα όργανο που μοιάζει με τη λύρα. Και έφτασε στο στούντιο με τόσο χαμηλούς τόνους, που δεν μπορώ να  περιγράψω. Είχε φέρει και την κορούλα του, ένα κορίτσι 12 χρονών, που ήθελε να παίξει στο πιάνο το θέμα της Αιωνιότητας. Όταν άρχισε να ακούει τη μουσική είχε μόνο δάκρυα συγκίνησης και κραυγές ενθουσιασμού. 

Την ιδέα τα δύο έργα να είναι μαζί, στο ίδιο άλμπουμ, είχε ο Μάνφρεντ Άιχερ και αναγνωρίζω ότι είχε δίκιο, καθώς εκτός των άλλων, αναφέρεται και στις δύο ιδιότητες μου -γράφω μουσική και για το θέατρο και για τον κινηματογράφο.

-Και γιατί «Tous des oiseaux»;

Επειδή λέει, όλοι ελεύθεροι σαν τα πουλιά που δεν γνωρίζουν σύνορα. Διότι εκεί είναι το μεγάλο πρόβλημα. Ότι εν ονόματι της ταυτότητας κυρίως, λέει ο ένας άνθρωπος για τον άλλο, αυτός δεν είναι δικός μας, στον Καιάδα. Οι δύο αυτοί σπουδαίοι καλλιτέχνες της εποχής μας και δεν είναι οι μόνοι, υπάρχουν κι άλλοι, αναζητούν τις αιτίες -γιατί συμβαίνει αυτό; 

Δεν λέω ότι η τέχνη θα τα γιατρέψει όλα, από την άλλη όμως είναι παρήγορο να βλέπεις ότι υπάρχουν τέτοιες φωνές. Οι δύο αυτοί δημιουργοί είναι μία γενιά μετά από εμένα και είναι ελπιδοφόρο ότι αυτή η γενιά έχει ανθρώπους που αναζητούν την αλήθεια, το δίκαιο και τους απασχολούν θέματα, όπως ο ξεριζωμός, η κοινωνική αδικία, η καταγωγή, η ταυτότητα, τα σύνορα, θέματα που έρχονται και επανέρχονται και παραμένουν άλυτα.

Εγώ μ′ αυτούς είμαι. Είμαι μ′ αυτούς γιατί δεν θα μπορούσα να κλείσω τα μάτια μου σε όσα συμβαίνουν γύρω μας.

«Ο Αγγελόπουλος ήταν ίσως το μεγαλύτερο κεφάλαιο στη ζωή μου» 

-Πρώτη φορά μετά την τραγική απώλεια του Θόδωρου Αγγελόπουλου -και παρά τις προτάσεις- γράφεις μουσική για το σινεμά. Τι ήταν για σένα ο Αγγελόπουλος;

Ένα τεράστιο κεφάλαιο στη ζωή μου. Ίσως και το μεγαλύτερο. Αυτό σημαίνει πολλά. Πρώτα πρώτα μέσω της συνεργασίας μας -28 χρόνια- απέκτησα μεγαλύτερη αυτογνωσία. Κάθε τι που κάναμε ήταν σαν μία ψηφίδα που προσετίθετο σε ένα ψηφιδωτό που φτιάχναμε μαζί.

Ο Θόδωρος ήθελε ο συνεργάτης του να είναι σίγουρος για τον εαυτό του και να του πηγαίνει και κόντρα. Το χρειαζόταν. Επειδή με αυτόν τον τρόπο καταλάβαινε ότι ο άλλος είναι δυνατός και σίγουρος. Έτσι λοιπόν, χρειάστηκε να γίνω και δυνατή και σίγουρη

Ήταν εξαιρετικά τα ταξίδια που έκανα μαζί του. Γιατί πριν απ′ όλα ξεκινούσε με μια μεγάλη συζήτηση όταν έβρισκε την ιδέα. Ήμουν ο πρώτος άνθρωπος που έμπαινε δίπλα του και ο τελευταίος που έφευγε στο μοντάζ. Αγαπώ πάρα πολύ τις ταινίες που κάναμε με τον Θόδωρο και δεν μπορώ να ξεχωρίσω καμία. Πιστεύω δε, ότι η μία πραγματικά συμπλήρωνε την άλλη. Το «Ταξίδι στα Κύθηρα» ήταν η εναρκτήρια της συνεργασίας μας. Πολύ σημαντική ταινία. 

-Για την οποία έγραψες μεγάλη μουσική.

Έγραψα μουσική η οποία έβγαινε μέσα από την καρδιά μου και έγραψα ένα θέμα που το λατρεύω και το οποίο μου χάρισε και τον Μάνφρεντ Άιχερ -από αυτή τη μουσική με ανακάλυψε. Αγαπούσε και τον Αγγελόπουλο, αλλά αυτή η μουσική που έκανα -ειδικά Το Ταξίδι, εκτός από το κοντσέρτο- γι′ αυτόν ήταν από τα πιο σημαντικά θέματα στο σινεμά που είχε ακούσει και γι αυτό, δύο χρόνια μετά, το 1986, επέτρεψε και στον Γιαν Γκαρμπάρεκ να παίξει τη μουσική για την ταινία «Ο Μελισσοκόμος».

Όταν ο Αγγελόπουλος μου μίλησε για Το Ταξίδι στα Κύθηρα δεν ήταν ακόμη πολύ σίγουρος ότι θέλει συνθέτη να του γράψει μουσική. Ήθελε συνθέτη να διασκευάσει το Κοντσέρτο για Μαντολίνο του Βιβάλντι. Επειδή καταλάβαινε ότι είμαι πολύ σπουδασμένος μουσικός και είχε ακούσει τη μουσική μου στη «Ρόζα» του Χριστοφή, όταν πρωτομιλήσαμε μου είπε ότι αυτό θα ήθελε. Κι εγώ του είπα, δεν νομίζω πως είμαι πολύ καλή να το κάνω, αλλά θα σου αντιπροτείνω κάτι. Πες μου την ιστορία και θα σου γράψω. Έτσι έγινε, μου αφηγήθηκε την ιστορία και μετά, την άλλη μέρα, έγραψα όλο το θέμα. 

Ήξερε όμως, ότι θέλει ένα κονσέρτο που να γίνεται ροκ, που να γίνεται τζαζ, που να γίνεται τραγούδι, τα ήξερε όλα αυτά. Αυτό που δεν ήξερε ήταν ότι θα έβρισκα το θέμα Το Ταξίδι. Το οποίο βρήκα με έναν μυστηριώδη τρόπο. Μέσα στο σενάριο υπήρχε μία σκηνή την οποία τελικά δεν γύρισε. Αλλά δεν έχει σημασία που δεν τη γύρισε, την είχε στο κεφάλι του. Ο ήρωας μπαίνει σε ένα νεοκλασικό σπίτι, ανοίγει μια πόρτα, βλέπει έναν χώρο που κάπου υπήρχε στη ζωή του, χωρίς να θυμάται πού και φτάνει σε ένα τραπεζάκι, ανοίγει ένα λεύκωμα και βλέπει τις φωτογραφίες του από μία ζωή που δεν έχει ζήσει.... Το μη πραγματικό, το μη πραγματοποιήσιμο, κάτι που δεν εξηγείται -και καλύτερα, δεν χρειάζεται να τα εξηγούμε όλα... Έκανα λοιπόν, αυτό το θέμα που στην αρχή δεν ήξερε και πού να το βάλει. 

Ο Θόδωρος ήθελε ο συνεργάτης του να είναι σίγουρος για τον εαυτό του και να του πηγαίνει και κόντρα. Το χρειαζόταν. Επειδή με αυτόν τον τρόπο καταλάβαινε ότι ο άλλος είναι δυνατός και σίγουρος. Έτσι λοιπόν, χρειάστηκε να γίνω και δυνατή και σίγουρη. Επέμεινα πάρα πολύ γι′ αυτή τη μουσική και τελικά, την έβαλε.

Το καταλαβαίνω. Κάθε σκηνοθέτης αργεί να συνειδητοποιήσει τι είναι αυτό που μπαίνει κάτω από την εικόνα του -γιατί προκύπτει μία νέα χημεία. Είναι κάτι άλλο και πρέπει να το αναγνωρίσει. Πρέπει να μην πηγαίνει κόντρα σ′ αυτό που έχει σκεφτεί, να πηγαίνει σ′ αυτό που έχει σκεφτεί και να το πηγαίνει πιο βαθιά και πιο πέρα. Αυτό είναι πραγματικά η μουσική του κινηματογράφου. Να βγάζει μία ουσία των πραγμάτων που δεν είναι εμφανής σε πρώτο επίπεδο. Και αυτό συνέβη και με τον Γκαρμπάρεκ στο θέμα του Αποχαιρετισμού. Διότι δεν ήταν το σαξόφωνο, ήταν ο Γκαρμπάρεκ. Που όταν έπαιζε σου ξυπνούσε μνήμες που δεν ήξερες από πού έρχονται. Και ανακάλυψα, πολύ αργότερα, ότι ο πατέρας του ήταν πρόσφυγας Πολωνός και πήγε να ζήσει στο Όσλο. Και λέω, το DNA του είχε αυτόν τον καημό. 

Ξέρεις, ο Θόδωρος είχε κάτι πολύ καλό. Ωρίμαζαν μέσα του τα πράγματα και μετά είχε τη δικαιοσύνη και τη γενναιοδωρία να λέει, ναι, είχες δίκιο. Οπότε μην ξαφνιαζόμαστε εάν σε μία συνεργασία υπάρχουν «συγκρούσεις», γιατί δεν είναι πραγματικά συγκρούσεις, είναι δημιουργικές ενστάσεις. Έτσι πορευτήκαμε. 

Υπήρχαν και θέματα που τα άκουσε και τα υιοθέτησε αμέσως. Όπως στη «Σκόνη του Χρόνου». Και μάλιστα, είχε στο σενάριο -και συγκινήθηκαν πολύ- μία σκηνή, τη συνθέτρια να λέει στην πιανίστα πώς να παίξει το κομμάτι, ενώ ήταν εκεί ο μαέστρος, η ορχήστρα, όμως εγώ δεν ήθελα να παίξω στη σκηνή και τη συνθέτρια υποδύθηκε η Ρένη Πιττακή. Με την ιδέα και μόνο ότι θα έμπαινα μπροστά σε μία κάμερα και ότι θα μπορούσα να τινάξω στον αέρα το γύρισμα, με έλουζε ιδρώτας. Δεν είμαι ηθοποιός. Μπορεί να έχω πειθώ στον λόγο, να έχω το ταλέντο να μεταδώσω πράγματα, αλλά δεν θα το ρίσκαρα. Ξέρεις πόσο στοιχίζει κάθε πλάνο; Πάντως αισθάνθηκα ευγνωμοσύνη που το σκέφτηκε. Ήταν αναγνώριση της πολυετούς συνεργασίας μας. Και ήταν μία πολύ ωραία σκηνή. Την έβαλα και στο εξώφυλλο του δίσκου. 

Το ξέρεις, δεν είμαι συνθέτης που κάθεται με το χρονόμετρο και φτιάχνει θεματάκια για να τα βάλει σε ορισμένα μέρη, γράφω από πριν εμπνεόμενη μεγάλα θέματα. Τον Αγγελόπουλο τον είχα τρελάνει, διότι είχα γράψει 17,5 λεπτά κομμάτι για Το Βλέμμα του Οδυσσέα. Όμως, το κομμάτι ήταν ευφυώς γραμμένο: Είχε πρώτο θέμα, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο. Ο Αγγελόπουλος μοντάριζε χορογραφώντας πάνω στις μουσικές -ήταν πολύ καλός σε αυτό. Και το σεβόταν. Δεν έψαχνε «συνθέτη για τον κινηματογράφο», ούτε κι εγώ από την πλευρά μου θα δεχόμουν μια τέτοια συνεργασία.

«... Η ανάγκη να εκφραστεί, αλλά και η ανάγκη να αγαπηθεί»

-Πώς ορίζει η Ελένη Καραΐνδρου ένα έργο τέχνης; 

Ένα έργο τέχνης είναι νομίζω η ανάγκη ενός καλλιτέχνη -είτε είναι ζωγράφος, είτε γλύπτης, είτε μουσικός...- να εκφραστεί, αλλά και η ανάγκη του να αγαπηθεί. Πιστεύω ότι προέρχεται από μία μεγάλη ανάγκη να επικοινωνήσει, να έρθει σε επαφή με τον άλλον. Η επαφή με τον άλλον είναι μία καταπληκτική ιστορία επειδή καταργεί την έννοια της μοναξιάς. Πιστεύω πως ό,τι έχει γίνει στην τέχνη - ήρθε στο νου μου ο Βαν Γκογκ- είναι από μία απίστευτη εσωτερική ανάγκη που σε ωθεί να δημιουργήσεις «κάτι». Αλλά γιατί το δημιουργείς; Το κάνεις έτσι, στον βρόντο; Το κάνεις επειδή αυτό που καίει μέσα σου θέλεις να το βγάλεις πιο έξω. 

Υπάρχουν μεγάλες δόσεις ανάγκης μέσα μου για αγάπη. Έχω ψυχαναλύσει τον εαυτό μου και πιστεύω ότι έγινα καλλιτέχνης από αυτό. Το γεγονός ότι πέθανε η μαμά μου όταν ήμουν επτά χρονών, δεν μπορεί να μην έπαιξε έναν εξαιρετικά σημαντικό ρόλο

Και πιστεύω ότι ξορκίζει κάτι ο καλλιτέχνης. Θυμάμαι και τον Θόδωρο που έλεγε ότι είναι σκηνοθέτης και κάνει ταινίες επειδή ήθελε να ξορκίσει πράγματα... Πράγματα;... Απώλειες;... Ό,τι και να′ ναι, πάντως αυτό είναι. Γι αυτό οι καλλιτέχνες είναι άνθρωποι αξιολάτρευτοι (γέλια)... Πρέπει να τους αγαπάτε. 

-Η μουσική σου έχει αγαπηθεί πολύ.

 Δεν το συζητάω! Και στην πατρίδα μου και παντού. 

-Και μάλιστα, από ένα ευρύ κοινό, όχι από ένα ειδικό κοινό. 

Μα θυμάμαι όταν ο Άιχερ πριν από τριάντα χρόνια ήρθε στην Αθήνα, για τον δίσκο «Music for Films» και επέλεγε από τα θέματα μου -έβαλε και το τραγούδι που τραγουδούσα στη «Ρόζα», το έσπρωχνα να μην το ακούσει, αλλά το άκουσε και το έβαλε- μου είπε, Ελένη, θα σε αγαπήσει όλος ο κόσμος....

Υπάρχουν μεγάλες δόσεις ανάγκης μέσα μου για αγάπη. Έχω ψυχαναλύσει τον εαυτό μου και πιστεύω ότι έγινα καλλιτέχνης από αυτό. Το γεγονός ότι πέθανε η μαμά μου όταν ήμουν επτά χρονών, δεν μπορεί να μην έπαιξε έναν εξαιρετικά σημαντικό ρόλο. Βέβαια, ήμουν πολύ περήφανο παιδί. Είχα λίγο θυμό μέσα μου, αλλά, εντάξει... Και λέω, πώς «έπεσα» στο πιάνο και άρχισαν να έρχονται τα παιδάκια κοντά μου και στη συνέχεια το εξέλιξα και το εξέλιξα;... Πιστεύω η βαθύτερη αφορμή ήταν αυτή. 

-Τα εγγόνια σου μαθαίνουν μουσική και όπως έχεις πει, η μουσική παίζει σημαντικό ρόλο στη διαπαιδαγώγηση ενός παιδιού. 

Ναι, το πιστεύω και μακάρι να το άκουγαν όλοι οι γονείς. Τα παιδιά, παράλληλα με το σχολείο τους, μέχρι τα 18 πρέπει να κάνουν μουσική. Δεν είναι ανάγκη να γίνουν όλοι σολίστ, ούτε να ασχοληθούν με τη μουσική. Η μουσική προσφέρει κάτι συγκλονιστικό στα παιδιά: Καλλιεργεί την πειθαρχία και επιπλέον, αναπτύσσει τον εγκέφαλο.

Στην αρχή η μουσική μοιάζει δύσκολη υπόθεση, αλλά όταν κατακτηθεί -η ανάγνωση, οι δακτυλισμοί (εξαρτάται, βεβαίως από το όργανο)- βοηθά τα παιδιά στην ανάπτυξη και κυρίως, τους δίνει αυτοπεποίθηση. Κι όπως είπα στην παρουσίαση του δίσκου, εκτός του ότι μαζεύονταν τα παιδάκια και ένιωθα πολύ όμορφα, η πρώτη αγάπη που είχα στη ζωή μου ήταν ένας συμμαθητής μου στο ωδείο, ο Γιαννάκης (το′ χω πει εκατό φορές, αλλά δεν πειράζει, φέτος το είπα πρώτη φορά), ο οποίος ήταν πολύ καλός στο πιάνο. Δεκατεσσάρων χρονών ήμαστε, κάτι τέτοιο, ένα πράγμα πολύ παιδικό και όμορφο. Ερχόταν από τον Πειραιά για να συνομιλήσουμε μέσω του πιάνου. Άρα, τον είχαμε κατακτήσει, έτσι δεν είναι; (γέλια). Ναι, δίνει μία αυτοπεποίθηση η μουσική. 

Είμαι πολύ χαρούμενη που τα εγγόνια μου -και τα δύο- μαθαίνουν μουσική. Η εγγονή μου είναι στο Μουσικό Σχολείο, πάει για μουσικός, ο εγγονός μου έχει πει ότι θα ήθελε να γίνει γιατρός και μαέστρος. Πάντως τη μουσική την έχουν στην τσέπη τους και αυτό το χρωστάνε στη γιαγιά, γιατί τους πήρα πιάνο και τους βρήκα μια κούκλα δασκάλα.

-Παρατηρήσεις, διορθώσεις κάνεις όταν παίζουν μουσική; 

Είμαι μαμά και γιαγιά, δεν ανακατεύω τους ρόλους. Οι ρόλοι είναι διακριτοί. Τελείωσε.

-Το σπίτι στο βουνό; Πηγαίνεις; 

Το σπίτι μου είναι στο Τείχιο της Φωκίδας, πάνω από τη Ναύπακτο, σε υψόμετρο 700 μ. Από τα παράθυρα μου βλέπω δάση από δρυς και έλατα. Είναι το σπίτι όπου έζησα τα πρώτα επτά χρόνια της ζωής μου, ένα πανέμορφο πέτρινο σπίτι που το έχω ανακαινίσει, και το οποίο, εκτός των άλλων, έχει και πιάνο.

Είναι ησυχαστήριο, ένας χώρος περισυλλογής. Δυστυχώς, δεν το απολαμβάνω όσο θα ήθελα, αλλά όποτε πηγαίνω, είναι έμπνευση. Το αγαπάνε πολύ και ο γιος μου και τα εγγόνια μου. Γιατί είναι όπως στα παραμύθια: Ένα σπίτι πέτρινο, με την αυλή του και γύρω γύρω δέντρα... Έχω φυτέψει 21 ρίζες. Ο πατέρας μου, που ζούσε ακόμη, είχε κάνει και σχεδιάγραμμα. Μου έλεγε, εδώ θα βάλεις μια κερασιά, εδώ αυτό, εκείνο... Να, σ′ αυτή τη φωτογραφία η κερασιά είναι ανθισμένη.... Όλα αυτά βγήκαν από τα χέρια μου πριν από εικοσιπέντε χρόνια. Δεν έσκαβα, αλλά κλαδεματάκια κάνω (γέλια), είμαι καλή, πιάνει το χέρι μου. Αγαπώ πολύ τη φύση, είναι στο αίμα μου.

Info

Ελένη Καραΐνδρου «Tous des oiseaux»

Η νέα έκδοση της ECM- New Series Tous des oiseaux με έργα της Ελένης Καραΐνδρου κυκλοφορεί στην Ελλάδα από την ΑΝ Music και περιλαμβάνει την πρωτότυπη μουσική που έγραψε η συνθέτρια για την παράσταση Tous des oiseaux του Λιβανο-Καναδού Wajdi Mouawad, και τη μουσική της ταινίας Bomb, a love story του Ιρανού ηθοποιού και σκηνοθέτη Payman Maadi, που απέσπασε υποψηφιότητα στο 12ο Asia Pacific Screen Awards.

Και στα δύο έργα της Ελένης, η ορχήστρα εγχόρδων δημιουργεί τα θεμέλια της σύνθεσης με concertino την Αργυρώ Σειρά, πλαισιωμένη από κορυφαίους σολίστ, αγαπημένους συνεργάτες της συνθέτριας: Σαβίνα Γιαννάτου φωνή, Σωκράτης Σινόπουλος λύρα, λαούτο, Αλέξανδρος Μποτίνης βιολοντσέλο, Βαγγέλης Χριστόπουλος όμποε, Στέλλα Γαδέδη φλάουτο, Γιάννης Ευαγγελάτος φαγκότο, Ντίνος Χατζηιορδάνου ακορντεόν, Άρης Δημητριάδης μαντολίνο, Μαρία Μπιλντέα άρπα, Νίκος Παραουλάκης νέι, Στέφανος Δορμπαράκης κανονάκι, και Γιώργος Κοντογιάννης κρουστά. Πιάνο παίζει η συνθέτρια.

Το εξώφυλλο κοσμεί φωτογραφία του ζωγράφου Χρήστου Μποκόρου.