Μεσογειακή ή διεθνή κουζίνα. Τι τρώνε οι Έλληνες που εμπιστεύονται περισσότερο τη μαμά τους για την διατροφή

Μια έρευνα του ΙΕΛΚΑ που απαντά στο ερώτημα «τι τρώμε;»

Η κουζίνα και στην Ελλάδα γίνεται τα τελευταία χρόνια όλο και πιο πλουραλιστική ή μάλλον πολυπολιτισμική υιοθετώντας συνταγές και αντιγράφοντας διάσημα πιάτα από άλλες διάσημες κουζίνες, ευρωπαϊκές, ασιατικές, της Νοτίου Αμερικής της Ινδίας. Οι τρόποι μαγειρέματος σταδιακά αλλάζουν ενώ στο ψυγείο και στα ντουλάπια βρίσκουν θέση προϊόντα που πριν από μερικά χρόνια δεν είχαμε καν ακούσει. Αυτές οι αλλαγές, φυσικά σχετίζονται με τις νέες πηγές πληροφόρησης για τη διατροφή που έχουν εισβάλλει στη ζωή μας με τις εκπομπές μαγειρικής, τα κανάλια στο YouTube, τους foodblogers και το food porn στο Instagram να εξαπλώνεται ταχύτατα.

Τι προτιμά όμως τελικά να τρώει ο μέσος Έλληνας, ποιες πηγές εμπιστεύεται για να αντλεί συμβουλές για τη διατροφή του και τελικά ποιες είναι οι διατροφικές του συνήθειες.

Μια έρευνα του Ινστιτούτο Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών έχει να μας δώσει πολλές απαντήσεις.

Ελληνική-Μεσογειακή κουζίνα Vs Ποικιλίας

Όπως αναφέρεται στην σχετική έρευνα το ποσοστό των καταναλωτών που επιλέγουν αποκλειστικά την μεσογειακή κουζίνα μειώνεται όλο και περισσότερο. Στις μικρότερες ηλικίες (και ειδικά στις ηλικίες κάτω των 35 ετών) το ποσοστό που επιλέγει την ελληνική διατροφή πέφτει κάτω από το 50% με τους νέους να επιλέγουν την ποικιλία από διαφορετικές κουζίνες. Λογικό αφού άλλωστε είναι πιο ανοιχτοί σε γευστικούς πειραματισμούς.

Όπως τονίζεται εξάλλου, πρόκειται «για μία παγκόσμια τάση, η οποία σχετίζεται και με την ανάπτυξη του διαδικτύου και των κοινωνικών δικτύων, εργαλεία που διευκολύνουν τη διάχυση πληροφοριών από διαφορετικά μέρη του κόσμου».

Κι όμως εμπιστευόμαστε ακόμη τη μαμά μας

Παρά το γεγονός βέβαια ότι οι πηγές πληροφόρησης επί θεμάτων διατροφής, είναι σαφώς πολλές στις μέρες μας είναι αξιοσημείωτο πως ακόμη σχεδόν ένας στους δυο Έλληνες δηλώνει πως εμπιστεύεται περισσότερο τις συμβουλές των γονιών του (και ας επιμένουν πως πρέπει να πίνουμε γάλα μέχρι τα βαθιά μας γεράματα γιατί μας «κάνει καλό».

Δεύτερη πιο «έμπιστη» πηγή ενημέρωσης αναδεικνύονται οι εκπομπές μαγειρική της τηλεόρασης με 24%, τα social media me 16%, και ακολουθούν περιοδικά διατροφής, bloggers και YouTubersκαι τέλος το προσωπικό των σούπερ μάρκετ (με ένα μάλλον ανησυχητικό 12%).

Τι επιλέγουμε να τρώμε και γιατί

Μία άλλη πτυχή της πολυκαναλικής λήψης πληροφοριών σε σχέση με τη διατροφή είναι η κατανόηση του στόχου και των αιτιών των επιλογών της διατροφής. Όπως φαίνεται στο πίνακα που ακολουθεί όπου καταγράφονται οι βασικές διατροφικές τάσεις των καταναλωτών, ο βασικός λόγος επιλογής τροφών είναι οι ευεργετικές ιδιότητες για την υγεία.

Το 56% του κοινού επιλέγει τροφές με ευεργετικές ιδιότητες για την υγεία του και το 57% ψάχνει ενεργά για πληροφορίες σε σχέση με τις τροφές. Το 63% δηλώνει ότι γενικά προσέχει τη διατροφή του, αλλά αντίθετα το 50% καταγράφει αρνητικές συνήθειες όπως το «τσιμπολόγημα» μεταξύ των γευμάτων.

Τέλος το 69% επιλέγει εποχικά φρούτα και λαχανικά, αναδεικνύοντας ένα από τα πλεονεκτήματα που έχει η ελληνική αγορά τροφίμων.

Όπως αναφέρεται στην έρευνα του ΙΕΛΚΑ, «οι τάσεις αυτές έρχονται βέβαια σε αντίθεση με την επίδραση που άσκησε και ασκεί η οικονομική κρίση, καθώς από τη μία πλευρά ο καταναλωτής προσπαθεί να ακολουθήσει μία συγκεκριμένη πιο υγιεινή διατροφή, αλλά από την άλλη πλευρά προσπαθεί να εξισορροπήσει τις επιλογές του με το διαθέσιμο εισόδημα που έχει».

Πόσο άλλαξε τη διατροφή μας η οικονομική κρίση

Όπως φαίνεται και στον πίνακα που ακολουθεί η διατροφή των ελληνικών νοικοκυριών έχει επηρεαστεί σημαντικά από την οικονομική κρίση, καθώς το μείγμα αγορών σε σχέση με τα είδη διατροφής έχει διαφοροποιηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια.

Συγκεκριμένα συνολικά καταγράφεται μία μείωση στην αξία των αγορών κατά 21%, ενώ η εκτίμηση για τη μείωση του όγκου-ποσότητας των αγορών είναι της τάξης του 15%. Αυτό αντικατοπτρίζεται άλλωστε από το γεγονός ότι 19 από τις 26 κατηγορίες τροφίμων του πίνακα 1 παρουσιάζουν μείωση στην ποσότητα που αγοράστηκε το 2017 σε σχέση με το 2010, ενώ 20 από τις 26 κατηγορίες παρουσιάζουν μείωση στην αξία που αγοράστηκε το 2017 σε σχέση με το 2010.

Χαρακτηριστικές είναι οι αλλαγές που καταγράφονται σε συγγενικές ομάδες τροφίμων. Συγκεκριμένα, βλέπουμε ότι φθηνότερες επιλογές για πρόσληψη πρωτεϊνών, όπως τα όσπρια παρουσιάζουν αύξηση κατά 10% από 15 σε 16,6 κιλά, και τα πουλερικά αύξηση κατά 9% από 36,4 σε 39,5 ενώ ακριβότερες επιλογές παρουσιάζουν μείωση, όπως π.χ. το μοσχάρι κατά 24% από 47,6 κιλά σε 35,9 και το αρνί-κατσίκι κατά 25% από 13,5 κιλά σε 10,2 κιλά. Αντίστοιχα καταγράφεται μία σημαντική αύξηση στην πρόσληψη υδατανθράκων τόσο από ζυμαρικά όσο και από ρύζι κατά 14% και 8% αντίστοιχα.

Στις θετικές κατευθύνσεις προς πιο υγιεινές διατροφικές επιλογές καταγράφεται η μείωση στην πρόσληψη ζάχαρης κατά 44% και αναψυκτικών κατά 43%. Αντίθετα στις αρνητικές κατευθύνσεις καταγράφεται τόσο η μείωση σε φρούτα και λαχανικά κατά 23% και 20% αντίστοιχα, όσο και η μείωση στα γαλακτοκομικά, με μείωση 14% για το γάλα και 24% για το τυρί, αλλά και μείωση για το ελαιόλαδο κατά 18%.

Σημαντικό ρόλο φαίνεται ότι παίζουν και οι αλλαγές στην μέση τιμή την οποία πληρώνει ο καταναλωτή. 15 από τις 26 κατηγορίες παρουσιάζουν μείωση στη μέση τιμή ανά μονάδα μέτρησης την οποία πληρώνει ο καταναλωτής, κάτι το οποίο οφείλεται τόσο στις αλλαγές στις τιμές των προϊόντων όσο και στις αγοραστικές επιλογές των καταναλωτών, όπως στροφή προς φθηνότερα προϊόντα στην ίδια κατηγορία ή αξιοποίηση των προσφορών και εκπτώσεων που παρέχουν οι αλυσίδες σουπερμάρκετ και η βιομηχανία τροφίμων.

Σημειώνεται πως την συγκεκριμένη χρονική περίοδο ο ΦΠΑ στα τρόφιμα αυξήθηκε για τα περισσότερα τρόφιμα από το 9% το 2010 στο 13% από το 2015 και για αρκετά τρόφιμα από το 9% το 2010 στο 24% από το 2016, ενώ άλλα προϊόντα όπως ο καφές και τα οινοπνευματώδη αύξησαν την τιμή τους λόγω ειδικών φόρων κατανάλωσης.

Αυτός είναι και ο λόγος που προϊόντα όπως το κρασί και καφές παρουσιάζουν τόσο σημαντικές αυξήσεις στη μέση τιμή 26% και 22% αντίστοιχα. Σε γενικές γραμμές καταγράφεται μία ανταπόκριση της αγοράς στις διατροφικές συνήθειες, καθώς σε κατηγορίες όπως π.χ. τα ζυμαρικά η οποία κατέγραψε αύξηση κατά 14% στην αγορασθείσα ποσότητα, η μέση τιμή αγοράς παρουσίασε μείωση κατά 13% από 1,86€/κιλό σε 1,62€/κιλό.

Μάλλον δεν φταίει για όλα η κρίση

Όπως τονίζει στην έρευνα, οι αλλαγές στις μέσες τιμές των τροφίμων ξεκαθαρίζουν σε ένα βαθμό το τοπίο αν κάποια αλλαγή οφείλεται σε διατροφική τάση ή αγοραστική τάση λόγω π.χ. μειωμένου εισοδήματος.

Έτσι καταγράφεται ότι η μείωση στις αγορές φρούτων και λαχανικών είναι περισσότερο διατροφική τάση, καθώς η μέση τιμή παρουσιάζει μείωση κατά 5% και 8% αντίστοιχα. Πρακτικά δηλαδή οι καταναλωτές μείωσαν τις αγορές αυτών των προϊόντων από επιλογή και όχι λόγω τιμής, είτε λόγω αλλαγών στη διατροφή, είτε λόγω περικοπής σπατάλης πιθανώς.

Όπως φαίνεται και στο σχήμα 1, 4 στους 10 καταναλωτές δηλώνουν ότι το 2017 άλλαξαν τη διατροφή τους.