ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
04/07/2019 07:11 EEST | Updated 04/07/2019 07:11 EEST

Εννέα προτάσεις της Τ.τ.Ε. και όσα δεν γράφει (αλλά πιστεύει) ο Γιάννης Στουρνάρας

Οι προτάσεις που δημοσιοποιήθηκαν προεκλογικά, αλλά θα βρούμε μπροστά μας και την επομένη των εκλογών.

Horacio Villalobos via Getty Images

«Λαμβάνοντας υπόψη τα επεκτατικά δημοσιονομικά μέτρα που ψηφίστηκαν πρόσφατα από τη Βουλή, η πρόβλεψη της Τράπεζας της Ελλάδος για το 2019, με βάση τα μέχρι τώρα διαθέσιμα στοιχεία, είναι ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα διαμορφωθεί σε 2,9% του ΑΕΠ, έναντι στόχου 3,5% του ΑΕΠ»

Έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη Νομισματική Πολιτική 2018-2019. 

Και μόνο αυτή η παράγραφος στην εξαμηνιαία έκθεση της ΤτΕ εξηγεί την αντίδραση της κυβέρνησης, που εκδηλώθηκε μέσα από μία διαρροή κύκλων του υπουργείου Οικονομικών, με παραπομπή σε παλαιότερη δήλωση του Ευκλείδη Τσακαλώτου (που έγινε στις 15 Μαϊου) και με την κατακλείδα ότι «ο απαιτούμενος δημοσιονομικός χώρος υπάρχει», ώστε να εφαρμοστούν ανεμπόδιστα οι παροχές του πακέτου Τσίπρα.

Οι κύκλοι του υπουργείου Οικονομικών αναφέρουν ακόμη ότι ο κύριος Στουρνάρας «ξεκίνησε νωρίς τη συμβολή του στην προεκλογική εκστρατεία της Νέας Δημοκρατίας». Από αυτή τη φράση, προσωπικά, θα συγκρατούσα μόνο τη λέξη «προεκλογική». 

Ωστόσο, αξίζει να προσέξουμε τις προτάσεις, που προσυπογράφει ο Διοικητής της ΤτΕ Γιάννης Στουρνάρας. Επειδή ακριβώς τις καταθέτει πριν από τις εκλογές και θα τις έχουμε στα χέρια μας την επόμενη ημέρα, ώστε να τις συγκρίνουμε με όσα ζήσαμε την τετραετία 2015-2019 και με όσα θα ζήσουμε μετά την 7η Ιουλίου. 

Στο κείμενο της έκθεσης περιλαμβάνονται εννέα προϋποθέσεις για την επιτάχυνση της ανάκαμψης - δηλαδή της ανάπτυξης - με μοχλούς τις επενδύσεις και τις εξαγωγές. Η ΤτΕ προτείνει μεταξύ άλλων, δραστική αντιμετώπιση του προβλήματος των κόκκινων δανείων, αξιοποίηση χρηματαγορών και εναλλακτικών χρηματοδοτήσεων, επιτάχυνση ιδιωτικοποιήσεων, ισχυροποίηση του κράτους δικαίου, στήριξη των μεταρρυθμίσεων, ψηφιοποίηση και αξιολόγηση στη δημόσια διοίκηση. 

Ας κάνουμε μία προσπάθεια να τα «σπάσουμε σε πενηνταράκια».

- Οι συντάκτες της έκθεσης υπαινίσσονται ευθέως, ότι μεταρρυθμίσεις, ιδιωτικοποιήσεις, εκσυγχρονισμός στο δημόσιο, αξιολόγηση κλπ., προφανώς δεν έχουν ολοκληρωθεί (σε αντίθεση με τις διακηρύξεις που κατά καιρούς ακούμε) και προφανώς πρέπει να προχωρήσουν ταχύτατα.

- Με δεδομένο ότι στο τέλος του 2019 οι Ευρωπαίοι αναμένουν από την Ελλάδα...υπερπλεόνασμα, τουλάχιστον οι κινήσεις που συνδέονται με την προσέλκυση επενδύσεων και χρηματοδοτήσεων, πρέπει να γίνουν «χθες». Μεταξύ άλλων, θα προσέξατε την λέξη «ιδιωτικοποιήσεις». Ας μιλήσουμε με ονοματεπώνυμα: Ελληνικό (πότε άραγε θα δούμε μπουλντόζα;), αεροδρόμιο Ελ.Βενιζέλος, ΔΕΗ, ΕΛΠΕ είναι σίγουρα στη λίστα.

- Η ΔΕΗ αποτελεί ξεχωριστό κεφάλαιο από μόνη της. Πρέπει να γίνουν επειγόντως κινήσεις εξυγίανσης. Αμέσως μετά, η λογική λέει ότι θα βγουν πακέτα μετοχών προς διάθεση σε επενδυτές.

- Το σχέδιο της ΤτΕ για τα κόκκινα δάνεια που παραμένει στην κατάψυξη, δεν θα είναι έκπληξη εάν έρθει στο τραπέζι προς συζήτηση στο επόμενο Eurogroup - στα τέλη Ιουλίου.

- Η συζήτηση περί συγχώνευσης τραπεζών ποτέ δεν έχει κλείσει - τουλάχιστον για τους θεσμούς.

- Και τέλος, όλα αυτά πρέπει να συνδυαστούν με άμεση μείωση της φορολογίας (άμεσης και έμμεσης) γιατί διαφορετικά δεν υπάρχει περίπτωση να αναθερμανθεί η ελληνική οικονομία.

Αθροίζοντας αυτές τις προτάσεις, είναι εύκολα αντιληπτό ότι δεν θα ήταν ούτε εύκολο, ούτε πολιτικά ανώδυνο να τις προωθήσει κάποιος προς υλοποίηση. Ούτε καν ένας νέος πρωθυπουργός με νωπή λαϊκή εντολή. Το ερώτημα είναι, εάν υπάρχουν εναλλακτικές και ποιές θα ήταν αυτές. 

LOUISA GOULIAMAKI via Getty Images

 

ΕΚΘΕΣΗ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ: ΟΙ ΕΝΝΕΑ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ 

Προϋποθέσεις για επιτάχυνση της ανάκαμψης με κινητήρια δύναμη τις επενδύσεις και τις εξαγωγές

Δεδομένων των προκλήσεων και των κινδύνων που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία, προτεραιότητα την επόμενη περίοδο θα πρέπει να δοθεί στις ακόλουθες πολιτικές, που έχουν ως στόχο τη μετάβαση της οικονομίας σε ένα βιώσιμο, εξωστρεφές αναπτυξιακό πρότυπο, με κινητήρια δύναμη τις επενδύσεις.

1. Απαιτείται δραστική αντιμετώπιση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ), με ενεργοποίηση των σχεδίων που έχουν προταθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος και το Υπουργείο Οικονομικών, ώστε να αυξηθεί η τραπεζική χρηματοδότηση και να ανακάμψουν οι επενδύσεις.

2. Είναι ανάγκη να διευρυνθούν οι πηγές μακροπρόθεσμης χρηματοδότησης. Δηλαδή θα πρέπει να αξιοποιηθούν σε μεγαλύτερο βαθμό οι δυνατότητες που προσφέρουν οι κεφαλαιαγορές και η εναλλακτική χρηματοδότηση (π.χ. τα κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών, η συμμετοχική χρηματοδότηση και οι εξειδικευμένες χρηματιστηριακές πλατφόρμες αγορών μετοχών μικρομεσαίων επιχειρήσεων, οι μετατρέψιμες ομολογίες κ.λπ.). Σημαντική ώθηση στις εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης μπορεί να δοθεί μεσοπρόθεσμα και από την υλοποίηση της ένωσης κεφαλαιαγορών σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

3. Απαιτείται μια πιο επιθετική πολιτική προσέλκυσης ξένων άμεσων επενδύσεων, καθώς η εγχώρια αποταμίευση δεν επαρκεί να καλύψει τις επενδύσεις που είναι αναγκαίες προκειμένου να επιτευχθούν υψηλοί ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης. Για να προσελκύσει η χώρα περισσότερες ξένες άμεσες επενδύσεις, θα πρέπει να επιταχυνθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, οι οποίες ενεργοποιούν και πρόσθετες ιδιωτικές επενδύσεις, και να δοθεί έμφαση στην άρση σημαντικών αντικινήτρων, όπως η γραφειοκρατία, η ασάφεια και αστάθεια του νομοθετικού, ρυθμιστικού και θεσμικού πλαισίου, το μη προβλέψιμο φορολογικό σύστημα, η ελλιπής προστασία των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, η περιορισμένη πρόσβαση στη χρηματοδότηση και το υψηλό κόστος δανεισμού, οι καθυστερήσεις στη δικαστική επίλυση των διαφορών, καθώς και οι εναπομείναντες περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων που αφορούν τις διεθνείς πληρωμές και τη μεταφορά κεφαλαίων στο εξωτερικό.

4. Πρέπει επίσης να ισχυροποιηθεί η ανεξάρτητη λειτουργία των θεσμών και να ενισχυθεί το κράτος δικαίου. Σύμφωνα με τη διεθνή εμπειρία, οι χώρες με ισχυρούς, ανεξάρτητους θεσμούς και ισχυρό κράτος δικαίου που εμπνέει σεβασμό επιτυγχάνουν υψηλότερη οικονομική ανάπτυξη, καθώς διευκολύνονται οι επενδύσεις σε υλικό και ανθρώπινο κεφάλαιο. Παρεμβάσεις στη δημόσια διοίκηση, στη λειτουργία των ανεξάρτητων αρχών και ιδιαίτερα στη δικαιοσύνη δεν συνάδουν με ένα σύγχρονο κράτος δικαίου.

5. Είναι καταλυτικής σημασίας όχι μόνο να μην σημειώνεται οπισθοδρόμηση και να ακυρώνονται μεταρρυθμίσεις, αλλά να ενισχύονται εκείνες που ενθαρρύνουν τον ανταγωνισμό στις αγορές, γεγονός που με τη σειρά του αυξάνει τα κίνητρα για καινοτομία και νέες επενδύσεις, οδηγεί σε υψηλότερη παραγωγικότητα και απασχόληση και βελτιώνει τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

6. Σε συνεννόηση και συμφωνία με τους Ευρωπαίους εταίρους, θα πρέπει να μειωθούν οι στόχοι για το πρωτογενές πλεόνασμα μέχρι το 2022 και να υιοθετηθεί ένα μίγμα δημοσιονομικής πολιτικής με χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές και χαμηλότερες εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, ώστε να είναι φιλικότερο προς τις επενδύσεις, την ανταγωνιστικότητα και την ανάπτυξη. 

Η μείωση του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα σε πιο ρεαλιστικό επίπεδο σε σχέση με το ισχύον 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022, εφόσον συνδυαστεί με περισσότερες μεταρρυθμίσεις και ιδιωτικοποιήσεις, δεν συνεπάγεται υψηλότερο δημόσιο χρέος, αλλά πιθανότατα χαμηλότερο: διότι, όταν το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι 180%, τότε 1% υψηλότερος ρυθμός ανάπτυξης (ο οποίος μπορεί να προκύψει εάν η μείωση του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα επιτευχθεί με μείωση φόρων και εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, σε συνδυασμό με περισσότερες ιδιωτικοποιήσεις και μεταρρυθμίσεις) ή/και 100 μονάδες βάσης χαμηλότερο κόστος δανεισμού (που έχει ήδη προκύψει σε σχέση με το βασικό σενάριο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής) είναι 1,8 φορές πιο αποτελεσματικά για τη μείωση του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ από ό,τι μία ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ πρωτογενές πλεόνασμα. Σε αυτό πρέπει να προστεθούν και τα έσοδα από τις περισσότερες ιδιωτικοποιήσεις.

7. Είναι αναγκαίο να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στη δημιουργία σχημάτων σύμπραξης δημόσιου-ιδιωτικού τομέα, στη βελτίωση της αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου, κυρίως μέσω μιας σύγχρονης νομοθεσίας για τις χρήσεις γης, στην αύξηση των δημόσιων επενδύσεων που έχουν πολλαπλασιαστικά οφέλη για την οικονομία και στην εισαγωγή διεθνών λογιστικών προτύπων σε όλες τις επιχειρήσεις και φορείς της γενικής κυβέρνησης και του δημόσιου τομέα γενικότερα, από ένα μέγεθος και πάνω. Οι συμπράξεις δημόσιου-ιδιωτικού τομέα βελτιστοποιούν το σύνολο των εθνικών πόρων, δηλ. το άθροισμα των δημόσιων και ιδιωτικών, και προσφέρουν λύσεις ακόμη και σε τομείς όπως η κοινωνική ασφάλιση και η υγεία, αυξάνοντας και όχι μειώνοντας τους διαθέσιμους πόρους για τους πολίτες και βελτιώνοντας το επίπεδο των παρεχόμενων υπηρεσιών. Ευρωπαϊκές χώρες με ιδιαίτερα ενισχυμένο κράτος πρόνοιας, όπως οι σκανδιναβικές, είναι αυτές στις οποίες κατ’ εξοχήν βρίσκουν εφαρμογή τέτοια σχήματα στην κοινωνική ασφάλιση και στην υγεία, όπου οι ιδιωτικοί πόροι συμπληρώνουν τους δημόσιους και ο ιδιωτικός τομέας εποπτεύεται, ελέγχεται και αδειοδοτείται από το Δημόσιο για τέτοιου είδους δραστηριότητες.

8. Πρέπει να ενισχυθεί το «τρίγωνο της γνώσης», δηλ. η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία, με την υιοθέτηση πολιτικών και μεταρρυθμίσεων που ενθαρρύνουν την έρευνα, διευκολύνουν τη διάδοση της τεχνολογίας, τονώνουν την επιχειρηματικότητα και ενισχύουν τους δεσμούς μεταξύ επιχειρήσεων, ερευνητικών κέντρων και πανεπιστημίων. Κάτι τέτοιο συμβάλλει στην περαιτέρω αύξηση των δαπανών έρευνας και ανάπτυξης και του μεριδίου του κλάδου των τεχνολογιών πληροφορίας και επικοινωνιών (ΤΠΕ) στο ΑΕΠ. Συνολικά, η ενδυνάμωση του τριγώνου της γνώσης θα οδηγήσει στον ψηφιακό μετασχηματισμό της οικονομίας, στην αύξηση του αποθέματος γνώσης και παραγωγικού κεφαλαίου, στην ανάπτυξη εξωστρεφών κλάδων και γενικότερα στην προώθηση της οικονομίας και της κοινωνίας της γνώσης.

9. Τέλος, προϋπόθεση για την επίτευξη των πολιτικών που περιγράφηκαν παραπάνω είναι ο εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης, με τον ανασχεδιασμό διαδικασιών και αρμοδιοτήτων, την ψηφιοποίηση και την αξιολόγηση και αναβάθμιση του στελεχιακού δυναμικού και των υποδομών της.