ΤΟ BLOG
07/11/2019 15:56 EET | Updated 08/11/2019 11:06 EET

Εντυπώσεις από το 60ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

SNAPSHOTS - 60Th FILM FESTIVAL
  • Περπατάς στο Λιμάνι της Θεσσαλονίκης και πέφτεις σε τύπους σαν τον Τζον Γουότερς, τον τολμηρό σκηνοθέτη του cult κινηματογράφου, και παγκόσμιο gay icon, ο οποίος βολτάρει χαλαρά, με το μουστακάκι του, τύπου “περισπωμένη”, ατενίζοντας τον Θερμαϊκό.Είναι από τα ωραία που σου συμβαίνουν όταν βρίσκεσαι στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Ή το άλλο: να βλέπεις μια ταινία που σε συγκινεί, να την “κουβαλάς” για ώρα μέσα σου, και αίφνης να πέφτεις πάνω στον πρωταγωνιστή της στο δρόμο ή σε κάποιο καφέ: έναν σταρ, ή ένα πιτσιρίκι, πρωτοεμφανιζόμενο, από αυτά που έλαμψαν στις φετινές ελληνικές ταινίες. Και να του πιάνεις κουβέντα.

60ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης

 

  • Φέτος, όμως, νιώθεις και κάτι διαφορετικό στην ατμόσφαιρα: ίσως να είναι τα γενέθλια του Φεστιβάλ. Εξηντάρισε πια. Και ας μην του φαίνεται. Είναι από αυτούς τους γοητευτικούς εξηντάρηδες, τους καλοδιατηρημένους και σαγηνευτικούς που σε ξεγελάνε γιατί νεανίζουν, αλλά τελικά σε γοητεύουν γι′ αυτό το απόσταγμα σοφίας που εκπέμπουν. Χωρίς δηθενιά και αλαζονεία -ευτυχώς.

By Greg Gorman
John Waters

 

  • “Το πιο αστείο πράγμα που διάβασα για την Ελλάδα, είναι που μπούκαραν αστυνομικοί στην προβολή του Τζόκερ” είπε, γελώντας, στο σώου που έδωσε χθες βράδυ ο υπέροχος κύριος Τζον Γουότερς, o Πάπας του trash -σε ένα κατάμεστο Ολύμπιον. “Πού; Στον Τζόκερ! Θα ήθελα να μάθω ποιο είναι αυτό το καρφί, αλήθεια! Ποιο είναι αυτό το καρφί...”. Και φυσικά τα έχωσε στον Τραμπ. Ποικιλοτρόπως. Εκτιμά ωστόσο πως θα ξαναβγεί. “’Γιατί έκανε όλα όσα είχε πει πως θα κάνει...”

Cosmic Candy
  • Τα παιδιά πρωταγωνιστούν σε κάμποσες από τις φετινές ελληνικές ταινίες που έκαναν πρεμιέρα στο Φεστιβάλ. Κι έκλεψαν την παράσταση. Από τοCosmic Candy της Ρηνιώς Δραγασάκη με την 10χρονη Μάγια Πιπερά, μέχρι το Ζίζοτεκ του Βαρδή Μαρινάκη με τον 9χρονο Αύγουστο Λάμπρου Νεγρεπόντη. Δύο παιδιά με εκφραστικά, απίστευτα μάτια, φυσικό παίξιμο και πρόσωπο που ¨εκρήγνυται” στην οθόνη, χωρίς τίποτε το ψεύτικο και επιτηδευμένο (κίνδυνος που ελλοχεύει στις περισσότερες παιδικές ερμηνείες). Και στις δύο ταινίες, η είσοδος ενός παιδιού δρα καταλυτικά στην ζωή του ενήλικα πρωταγωνιστή. Και τα δύο παιδιά εγκαταλείπονται από τον γονιό τους. Και οι δύο ήρωες, που ζουν μέσα στην μιζέρια και παραξενιά, με έναν τρόπο “|εξανθρωπίζονται”, και βρίσκουν, έστω και πρόσκαιρα, την χαρά της ζωής στο πρόσωπο ενός ξένου παιδιού, που για λίγο γίνεται δικό τους. Μέχρι εδώ όμως σταματούν οι ομοιότητες των δύο ταινιών.

  • Το Cosmic Candy, σκηνοθετικό ντεμπούτο της νεαρής Ρηνιώς Δραγασάκη, έχει πολλές αρετές. Αλλά θα σταθώ σε μία: επιτέλους, μια feel good ταινία με χιούμορ μέσα στην κυρίαρχη καθωσπρεπική “μαυρίλα” του ελληνικού σινεμά. Ένα κοριτσάκι, με εξαφανισμένο πατέρα, βρίσκει καταφύγιο στο σπίτι μιας γειτόνισσας: μιας εμμονικής, νευρωτικής και παράξενης υπαλλήλου σούπερμαρκετ (εξαιρετική η Μαρία Κίτσου) με τακτοποιημένη αλλά μοναχική ζωή, που για να την αντέξει η ηρωίδα χαπακώνεται.

Cosmic Candy

 

  • Η μικρή φέρνει τα πάνω-κάτω, το χάος αλλά και τη χαρά της ζωής, στην καθημερινότητά της. Υπέροχα χρώματα, ψυχεδέλεια, σουρεάλ πινελιές, με τις καραμέλες cosmic candy (τις θυμάστε; αυτές που αφρίζουν στο στόμα σου) να δίνουν τον τόνο και το χρώμα στην ταινία, δημιουργώντας σου μια αίσθηση ανάτασης (που ισοφαρίζει κάποιες σκηνές που ίσως και να μοιάζουν λίγο ψεύτικες). Λειτουργώντας απενοχοποιητικά για το ελληνικό σινεμά. Σαν φρέσκο αεράκι. Όσο για τον Κίμωνα Κουρή, αποδεικνύει την γκάμα ενός ταχύτατα ανερχόμενου ζεν πρεμιέ με κωμική φλέβα.

Zizotek

 

  • Σε άλλο κλίμα, το Ζίζοτεκ του Βαρδή Μαρινάκη είναι ένα σκοτεινό παραμύθι, πολύ γοητευτικά δοσμένο και υπέροχα φωτογραφισμένο: ένα αγοράκι, μόνο στο δάσος, εγκαταλελειμμένο από τον άνθρωπο που λατρεύει όσο τίποτε στον κόσμο: τη νεαρή μητέρα του (στον ρόλο η Πηνελόπη Τσιλίκα, πρωταγωνίστρια της Μικράς Αγγλίας του Βούλγαρη). Αρχετυπική εικόνα α λα Χάνσελ και Γκρέτελ που πατά στον αρχέγονο φόβο της εγκατάλειψης. Σπαρακτική η σκηνή που το παιδάκι φιλά απελπισμένα τα χέρια της (κατά τ′ άλλα θρήσκας...) μητέρας του, για να εισπράξει ένα ηχηρό χαστούκι και λίγο αργότερα μια κυνική εγκατάλειψη με μόνο ενθύμιο μια φωτογραφία. Όμως το παιδί, αφού περιπλανηθεί στο δάσος, δεν καταλήγει στην καλύβα κάποιας κακιάς μάγισσας, αλλά στο τροχόσπιτο ενός μουγκού ερημίτη (υπέροχος ο Δημήτρης Ξανθόπουλος), που κουβαλά το δικό του φορτίο πένθους, αλλά τελικά, παραδίδεται άνευ όρων στο παιδάκι, και άθελά του γίνεται η πατρική φιγούρα στη ζωή του. Αν και η εμπλοκή του ήρωα σε λαθρεμπόριο προσφύγων αποδυναμώνει το στόρι χωρίς να “χτίζεται” πειστικά, και το τέλος οδηγεί την ταινία σε άλλα μονοπάτια, το “Ζίζοτεκ” χαράζεται στο νου του θεατή, με απρόσμενο πρωταγωνιστή μια αρκούδα...

Απόστρατος

 

  • Η μεγάλη όμως έκπληξη του φεστιβάλ, μέχρι στιγμής, υπήρξε ο Απόστρατος του Ζαχαρία Μαυροειδή, που επίσης (όπως και οι προαναφερόμενες ταινίες) συμμετέχει στο Διεθνές Διαγωνιστικό του 60ου Φεστιβάλ. Βρισκόμαστε στο 2012, μεσούσης της κρίσης, την εποχή που συνταξιούχοι αυτοκτονούν στο Σύνταγμα. Ένας τριαντάρης επιχειρηματίας στα όρια της χρεοκοπίας, όπως και οι γονείς του, μετακομίζει στου Παπάγου, στη μονοκατοικία του παππού του, του Αριστείδη, απόστρατου αξιωματικού του Ελληνικού Στρατού, που έχει πεθάνει. Καθώς εγκλιματίζεται στο νέο σπίτι, συναντά παλιούς παιδικούς φίλους και έρχεται κοντά με έναν ηλικιωμένο γείτονα (ρεσιτάλ ερμηνείας, ως συνήθως, από τον Θανάση Παπαγεωργίου), στενό φίλο και συναγωνιστή του παππού του στην ΕΚΚΑ του στρατηγού Ψαρρού. Σιγά σιγά συνειδητοποιεί πως η παράξενη, στενή σχέση του δεξιού, συντηρητικού, χήρου παππού του, με τον αριστερό, φτωχό συναγωνιστή του, ήταν καθημερινό θέμα συζήτησης από τους παπαγιώτες στρατιωτικούς και τις οικογένειές τους.

Απόστρατος
  • Καθώς, σταδιακά, μυστικά και ψέμματα έρχονται στην επιφάνεια, ο απολιτίκ νεαρός πρωταγωνιστής, μαθαίνει περισσότερα όχι μόνο για το παρελθόν της χώρας του αλλά και για το παρελθόν της οικογένειάς του, και εν τέλει για τον ίδιο του τον εαυτό...Προσωπικά, έχοντας μεγαλώσει στα σύνορα Χολαργού-Παπάγου, θεωρώ πως ο Ζαχαρίας Μαυροειδής αδικεί την (σημερινή) περιοχή του Παπάγου στην οποία δεν είναι πια κυρίαρχη η αισθητική των στρατιωτικών που τόσο εύγλωττα (και ειρωνικά) περιγράφει. Ο σημερινός Παπάγος είναι πολύ πιο ζωντανός, χωρίς να είναι πια διάχυτη αυτή η στρατιωτική “μούχλα” που στηλιτεύει. Μικρό το κακό όμως. Απόλυτα ισορροπημένη, με σωστές δόσεις χιούμορ και συγκίνησης, έναν εξαιρετικό πρωταγωνιστή (Μιχάλης Σαράντης), κι ένα απρόσμενο φινάλε, η ταινία του παντρεύει έξυπνα τρεις γενιές και διαπερνά δεκαετίες ελληνικής ιστορίας, κάνοντας ένα απρόσμενο μετεμφυλιακό σχόλιο. Κι όλα αυτά με φρεσκάδα και χιούμορ, ένα χιούμορ που τόση ανάγκη έχει το ελληνικό σινεμά ακόμα κι όταν επιλέγει να μιλήσει για τον απόηχο του ελληνικού εμφυλίου.

 

60ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης