Υποχρεωτική συνταξιοδότηση πρέσβη, κατηγορίες για ανάρμοστη συμπεριφορά σε γυναίκες υπαλλήλους

Ισχυρίστηκε ότι παραβιάστηκε η απαίτηση της αμεροληψίας κατά την πειθαρχική διαδικασία. Το ΕΔΔΑ απέρριψε τις αιτιάσεις του.
Aitor Diago via Getty Images

Το 2009 διορίστηκε ως Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Γαλλίας στο Συμβούλιο της Ευρώπης, σε θέση πρέσβη. Όταν όμως τον Ιούλιο του 2010 τέθηκε ως αντικείμενο αξιολόγησης από τους υφιστάμενους του, τα σχόλια όχι ως προς τη διεκπεραίωση των αρμοδιοτήτων του, αλλά ως προς «την ανάρμοστη συμπεριφορά του προς το αντίθετο φύλο», τον οδήγησαν σε υποχρεωτική συνταξιοδότηση.

«Απέτυχε να κατανοήσει το επίπεδο δυσαρέσκειας που προκλήθηκε από τις ελλείψεις στην εκτέλεση της αποστολής και ιδιαίτερα από την ανάρμοστη συμπεριφορά του προς το αντίθετο φύλο» αναφερόταν χαρακτηριστικά στο πλαίσιο της αξιολόγησης, ενώ ένα μήνα αργότερα τον Αύγουστο του 2010, μετά από καταγγελία γυναίκας υπαλλήλου στο Υπουργείο Εξωτερικών και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, κλήθηκε από τον M.R., Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Διοίκησης και Εκσυγχρονισμού, και ενημερώθηκε για ισχυρισμούς σχετικά με τη συμπεριφορά του προς τις γυναίκες.

Τον Σεπτέμβριο του 2010 η επιθεώρηση του Υπουργείου διοργάνωσε μια διερευνητική επίσκεψη στο Στρασβούργο. Λίγες ημέρες αργότερα, ο M.R., υπό την ιδιότητά του ως Γενικού Διευθυντή Διοίκησης, του ζήτησε να μην συνεχίσει τα καθήκοντά του στο Στρασβούργο και τον ενημέρωσε ότι «διορίζεται σε θέση εντός της κεντρικής διοίκησης».

Η έκθεση επιθεώρησης, με ημερομηνία 17 Σεπτεμβρίου 2010, ανέφερε την συμπεριφορά του προσφεύγοντος προς το γυναικείο προσωπικό της Μόνιμης Αντιπροσωπείας και ειδικότερα τη συμπεριφορά του έναντι μιας υπαλλήλου με σύμβαση, που σύμφωνα με την έκθεση ήταν ιδιαίτερα αμείλικτη και είχε αρνητικό αντίκτυπο στη σωματική και ψυχική της υγεία. Η αναφορά τελείωνε με την εισήγηση της απομάκρυνσης του προσφεύγοντος από τη θέση του.

Οι προσφυγές και η υποχρεωτική συνταξιοδότηση

Ο ίδιος ισχυρίστηκε πως ο ρόλος που διαδραμάτισε ο γενικός διευθυντής διοίκησης του Υπουργείου Εξωτερικών στην πειθαρχική διαδικασία που προηγήθηκε της επιβολής της ποινής είχε παραβιάσει την απαίτηση της αμεροληψίας.

Στη συνέχεια προσέφυγε στο Συμβούλιο της Επικρατείας για δικαστικό έλεγχο του διατάγματος και για την αξιολόγηση της απόδοσης. Τον Νοέμβριο του 2010 ενημερώθηκε από τον M.R., υπό την ιδιότητά του ως προέδρου της μεικτής διοικητικής επιτροπής, ότι σε βάρος του ασκούνταν πειθαρχική δίωξη. Ο προσφεύγων κλήθηκε να εμφανιστεί ενώπιον της Επιτροπής, που συνεδρίαζε ως πειθαρχικό συμβούλιο, στις 7 Δεκεμβρίου 2010. Την ημερομηνία εκείνη, η επιτροπή, υπό την προεδρία του M.R., εξέδωσε τη γνώμη της, προτείνοντας την ποινή της υποχρεωτικής συνταξιοδότησης.

Τέλος, στις 3 Φεβρουαρίου 2011 ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εξέδωσε διάταγμα με το οποίο επέβαλε την ποινή υποχρεωτικής συνταξιοδότησης του προσφεύγοντος, η οποία του κοινοποιήθηκε την 1η Μαρτίου 2011. Στις 8 Μαρτίου 2011, ο Υπουργός διέταξε την καθαίρεσή του από τη διπλωματική υπηρεσία με ισχύ από 4 Μαρτίου 2011.

Τον Μάρτιο του 2011, ο προσφεύγων υπέβαλε αίτηση στο Συμβούλιο της Επικρατείας για δικαστικό έλεγχο του διατάγματος της 3 Φεβρουαρίου 2011 και της διάταξης της 8 Μαρτίου 2011. Τον Ιούλιο και τον Νοέμβριο του 2013 το ανωτέρω δικαστήριο απέρριψε όλες τις αιτήσεις του προσφεύγοντος συμπεριλαμβανομένης της αίτησής του σχετικά με την ποινή της υποχρεωτικής συνταξιοδότησης.

Η απόφαση του ΕΔΔΑ: Δεν υπήρξε παραβίαση δίκαιης δίκης

Όπως σημείωσε το ΕΔΔΑ το Συμβούλιο της Επικρατείας της Γαλλίας, κρίνοντας από την προηγούμενη νομολογία του στη διαφορά σχετικά με τον προσφεύγοντα, είχε προβεί σε πλήρη επανεξέταση, η οποία περιλάμβανε την αναλογικότητα της διαταγής για την υποχρεωτική συνταξιοδότηση του προσφεύγοντος.

Ως εκ τούτου, η ποινή που επιβλήθηκε είχε υποβληθεί σε αυτό που ονομάστηκε «πλήρης» δικαστική επανεξέταση (γνωστή και ως «τυπική» αναθεώρηση) από το Conseil d’ État που θα μπορούσε να είχε ως αποτέλεσμα, εάν ενδείκνυται, στην ακύρωση της εν λόγω ποινής.

Το πεδίο εφαρμογής αυτής της επανεξέτασης αντιστοιχούσε σε έλεγχο που εκτελείται από όργανο με «πλήρη δικαιοδοσία» κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου. Ως προς την ουσία, ο έλεγχος που διενήργησε το Conseil d’État στην παρούσα υπόθεση είχε περιλάβει την ακρίβεια των γεγονότων, τη νομική κατάταξή τους και την αναλογικότητα της ποινής.

Το ΕΔΔΑ επανέλαβε ότι στο συγκεκριμένο πλαίσιο της πειθαρχικής διαδικασίας, τα πραγματικά περιστατικά ήταν τόσο κρίσιμα όσο και τα νομικά ζητήματα για την έκβαση μιας διαφοράς σχετικά με τα «πολιτικά δικαιώματα και υποχρεώσεις». Στην παρούσα υπόθεση σημείωσε ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας είχε φροντίσει να εξακριβώσει ότι η ποινή δεν είχε επιβληθεί «βάσει ανακριβών γεγονότων» και ότι το εικαζόμενο παράπτωμα του προσφεύγοντος αιτιολογούσε την επιβολή της ποινής ενόψει «των εγγράφων του φακέλου και του μεγάλου αριθμού μαρτυρικών καταθέσεων που ελήφθησαν κατά τη διάρκεια της πειθαρχικής διαδικασίας».

Από το σκεπτικό της απόφασης ήταν σαφές ότι το Conseil d’ État είχε αξιολογήσει την ακρίβεια των γεγονότων ώστε να βεβαιωθεί ότι η επιβληθείσα ποινή είχε δικαιολογηθεί νομικά. Το Δικαστήριο παρατήρησε περαιτέρω ότι το Conseil d’ État είχε πραγματοποιήσει ακρόαση στην οποία είχε δοθεί η ευκαιρία στον δικηγόρο του προσφεύγοντος να μιλήσει και να επανεξετάσει τα γεγονότα και την εκδοχή του προσφεύγοντος. Σημείωσε επίσης ότι η απόφαση απαριθμούσε ρητά τις πράξεις επί των οποίων επιβλήθηκε η εν λόγω ποινή.

Επιπλέον, η ποινή που επιβλήθηκε στον προσφεύγοντα είχε αποτελέσει αντικείμενο πλήρους επανεξέτασης της αναλογικότητας που εκτίμησε τη σοβαρότητα της ποινής σε σχέση με τις εικαζόμενες πράξεις. Αυτή η επανεξέταση κατέστησε έτσι δυνατή τη στάθμιση των απαιτήσεων διοικητικής αποτελεσματικότητας έναντι των απαιτήσεων που απορρέουν από τα δικαιώματα του προσφεύγοντος.

Το Συμβούλιο της Επικρατείας είχε λάβει υπόψη το ιστορικό και τις επιδόσεις του προσφεύγοντος, και τη σοβαρότητα των πράξεων για τις οποίες κατηγορήθηκε, καθώς και τη θέση του στην ιεραρχία, προτού διαπιστωθεί ότι η απόφαση των διοικητικών αρχών για την απόλυσή του δεν είχε ληφθεί με δυσανάλογο τρόπο. Έτσι, ο έλεγχος που διενεργήθηκε από το Δικαστήριο αυτό, κατά την άσκηση της πλήρους δικαιοδοσίας του, ως απάντηση στην αίτηση του προσφεύγοντος για δικαστικό έλεγχο ήταν επαρκής ως προς το πεδίο εφαρμογής.

Το Δικαστήριο του Στρασβούργου διαπίστωσε ότι η υπόθεση του προσφεύγοντος είχε εξεταστεί σύμφωνα με τις απαιτήσεις και ότι δεν υπήρξε παραβίαση διατάξεων της ΕΣΔΑ

Πήγαινε στην αρχική σελίδα