Έρευνα για «νονούς» της νύχτας: Ο «κεντημένος», τα συμβόλαια και οι σκληροί «νομοθέτες»

Έρευνα για «νονούς» της νύχτας: Ο «κεντημένος», τα συμβόλαια και οι σκληροί «νομοθέτες»
EUROKINISSI

«Όποιος είναι τυχερός μπαίνει στη φυλακή. Οι περισσότεροι, όμως, πάνε στον άλλο κόσμο, γιατί έτσι είναι ο χώρος της νύχτας. Το γνωρίζουμε και εμείς ότι κάποια στιγμή θα νιώσουμε ένα κάψιμο και θα ‘ξαπλώσουμε’. Όποιος μπλέκει με τη νύχτα τα ίδια θα κάνει θέλει δε θέλει. Αναγκάζεσαι να κάνεις δύσκολες δουλειές και να είσαι σκληρός, γιατί αυτό επιβάλλει η ζούγκλα».

Όπως γράφει η εφημερίδα «Έθνος», το απόσπασμα ανήκει σε βαρυποινίτη «νονό», παλιό κρατούμενο των φυλακών Κορυδαλλού, ο οποίος είχε δεχθεί να μιλήσει στην εγκληματολόγο Δέσποινα Σβουρδάκου, στο πλαίσιο της τελευταίας μεγάλης επιστημονικής έρευνας που έγινε για την κοινωνιολογική «ανατομία» του σκοτεινού αυτού κόσμου.

Ο 58χρονος Βασίλης Στεφανάκος, ο οποίος εκτελέστηκε στη γειτονιά που θεωρούσε «σπίτι» του στο Χαϊδάρι, συγκέντρωνε πολλά από τα χαρακτηριστικά του «προφίλ των νονών» που προέκυψαν από τη μελέτη της κ. Σβουρδάκου. Την ίδια ώρα, ωστόσο, διαφοροποιούνταν σε άλλα τόσα. Και αυτό διότι είχε υιοθετήσει εδώ και χρόνια άλλες συμπεριφορές από τους «ανταγωνιστές» του. Προσέδωσε στο λόγο του ιδεολογικό πρόσημο, ήρθε κοντά στη φυλακή με κρατουμένους για τρομοκρατία, κέρδισε τη συμπάθεια συγκρατουμένων του βοηθώντας τους να βρουν δουλειά μετά την αποφυλάκισή τους.

Κατάφερε, επίσης, να ξεπεράσει το προσδόκιμο ζωής των «Ντον», όπως λέγονται οι αρχηγοί των ομάδων της νύχτας, μάλλον λόγω της πολυετούς παρουσίας του στη φυλακή. Στάθηκε, ωστόσο, αδύνατο να ξεφύγει από το φαύλο κύκλο της νύχτας. «Ο ίδιος γνώριζε καλά ότι ο Κορυδαλλός λειτουργούσε για εκείνον ως «ασπίδα προστασίας». Είχε δημιουργήσει εκεί μέσα τη δική του οικογένεια. Όντας έμπειρος ήξερε ότι όταν έβγαινε στον έξω κόσμο, οι κίνδυνοι θα καραδοκούν. Ήξερε ότι θα τον ‘πάρουν’», εξηγεί στο «Έθνος» η κ. Σβουρδάκου.

Ο Στεφανάκος δεν ξέφυγε, επίσης, ούτε από τον κανόνα που θέλει τους εκτελεστές των συμβολαίων θανάτου να «χτυπούν» όταν ο στόχος τους είναι χαλαρός. Την ημέρα της δολοφονίας του κατέβηκε από το γραφείο του στη λεωφόρο Αθηνών. Είχε περάσει αρκετός χρόνος από την αποφυλάκισή του και είχε αρχίσει να συνηθίζει την ελευθερία που ένιωθε όταν κυκλοφορούσε στη γειτονιά του χωρίς συνοδούς. Αυτό εκμεταλλεύτηκαν οι «μισθωμένοι» δολοφόνοι.

Το ίδιο είχε γίνει στις 25 Ιουλίου 2000 όταν ένοπλοι είχαν «γαζώσει» το Θέμη Καλαποθαράκο, τον πιο σκληρό της παλιάς γενιάς ‘Ντον’ της αθηναϊκής νύχτας. Σε μία διαδρομή ρουτίνας, κατά την οποία ο Καλαποθαράκος επέστρεφε σπίτι του στη λεωφόρο Ποσειδώνος, έπεσε θύμα ενέδρας από εκτελεστές με Καλάσνικοφ.

Ενδεικτικό είναι το σχετικό απόσπασμα από τη διατριβή της κ. Σβουρδάκου, στο οποίο «έμπειρος» νονός περιγράφει κυνικά την πραγματικότητα: «Σε περιμένουν κάπου και σε πυροβολούν εκεί που δεν το περιμένεις. Όταν έχεις χαλαρώσει. Έτσι γίνεται η δουλειά. Όταν έχεις μπει στο παιχνίδι δεν μπορείς να κάνεις πίσω. Μόνο μπροστά και ότι γίνει. Εμένα με έχουν πυροβολήσει τρεις φορές. Τις δύο ξέφυγα. Έσκυψα κάτω από το τιμόνι του αμαξιού. Την τρίτη φορά με πήραν οι σφαίρες όταν έβγαινα από το κλαμπ. Κοίτα είμαι ‘κεντημένος‘. Ο κορμός μου είναι γαζωμένος όλος (...) Οι μπράβοι είναι ‘σκύλοι‘. ‘Σκύλοι’ που πληρώνονται για να χτυπούν τον κόσμο και να κάνουν δουλειές. Είναι θύτες και θύματα μαζί. Σήμερα θα χτυπήσεις έναν, αύριο θα χτυπήσουν εσένα, και τέλος δεν έχει το παιχνίδι. Άλλος δρόμος δεν υπάρχει. Η ταινία δεν φτάνει τη ζωή ενός μπράβου. Κόσμος γεμάτος ψέμα, τσαμπουκάδες, κλωτσιές και συμβόλαια».

Ο Βασίλης Στεφανάκος ήθελε μετά την αποφυλάκισή του να κάνει στροφή προς τις νόμιμες επιχειρήσεις, να αναπληρώσει το χρόνο που έχασε στη φυλακή και να περνάει περισσότερες ώρες με την οικογένειά του. Ο «κανόνας», όμως, ότι δεν υπάρχει γυρισμός επιβεβαιώθηκε. «Αν δεν ακολουθήσεις την πορεία δεν επιβιώνεις. Χάθηκες. Δεν υπάρχει κάποιος που να μπορεί να ξεφύγει από αυτό. Είναι από τους άγραφους νόμους που φτιάχνονται από ανθρώπους περίεργους, σκληρούς, χωρίς αισθήματα και ευαισθησίες. Άντρες μάγκες που άφησαν όνομα στη νύχτα, άφησαν την πινελιά τους και μετά χάθηκαν μια μέρα. Όλοι μας μία μέρα θα φύγουμε. Το γνωρίζουμε όλοι αυτό», περιέγραψε μέλος εγκληματικής ομάδας.

Για τα συμβόλαια θανάτου πρόσθεσε: «Κάθε ομάδα κλείνει συμβόλαια. ‘Υπογράφει’ συμβόλαια με το στόμα. Με λόγο τιμής, ο οποίος στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο ατιμία και δόσιμο».

Οι βαρυποινίτες κρατούμενοι είχαν προβλέψει μιλώντας στην εγκληματολόγο τις θεμελιώδεις αλλαγές στον αθέατο κόσμο της νύχτας, οι οποίες έχουν έρθει από την εμφάνιση ομάδων αλλοδαπών που διεκδικούν με ακόμα πιο βίαιες μεθόδους «κομμάτι από την πίτα»: «Τώρα έχουν γίνει ‘πολλοί’ και ο καθένας έχει από μία ομάδα με πολλούς αλλοδαπούς. Τους μαθαίνουν δύο κλωτσιές και τους βγάζουν στη νύχτα. Τους αρχηγούς τους συμφέρει, γιατί είναι φτηνοί. Όμως σε κάποια φάση θα αλλάξουν τα πράγματα. Θα είναι αντιμέτωποι και θα κοντραρίζονται με τους Έλληνες. Ήδη έχουν μάθει τη δουλειά».

Το προφίλ των ‘Ντον’

Ο μέσος όρος ζωής των «νονών» δεν ξεπερνά τα 45 χρόνια, οι περισσότεροι μεγάλωσαν σε κακό οικογενειακό περιβάλλον, είναι χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, πιστεύουν στο Θεό, αλλάζουν συχνά σπίτι και εμφανίζουν επιθετική συμπεριφορά από τα σχολικά τους χρόνια. Όταν φεύγουν από τη ζωή αφήνουν πίσω τους μία γυναίκα ή μία σύντροφο και περιουσία λίγο μεγαλύτερη από αυτή του μέσου Έλληνα.

Αυτό προκύπτει από την έρευνα για την κοινωνιολογική «ανατομία» των «νονών». Ένας από αυτούς περιγράφει τη ζωή του στη συμμορία: «Η ομάδα παίρνει τη θέση της οικογένειας. Παλιά έβγαζα πολύ καλά λεφτά. Φαντάσου το 1988 έπαιρνα 30.000 δραχμές το βράδυ, ενώ στην οικοδομή παιδευόμουν έναν ολόκληρο μήνα για να βγάλω αυτά τα λεφτά. Ενθουσιάστηκα και πάνω από όλα έβγαζα ξεκούραστα λεφτά. Είχα δύναμη και εξουσία. Όλοι με σέβονταν και με υπολόγιζαν. Η ομάδα είχε πολλά μαγαζιά σε διαφορετικές περιοχές. Αφού περάσεις το αρχικό στάδιο του ενθουσιασμού και την αίσθηση της αρχηγίας, έρχονται τα δύσκολα. Η σκληρή αλήθεια σε αιφνιδιάζει. Βλέπεις ότι δεν υπάρχουν φίλοι. Μόνο φίδια. Μπροστά στα λεφτά, τα μαγαζιά και την κόκα, δεν υπολογίζουν τίποτα. Κάποιος θα σε πυροβολήσει, κάποιον θα ‘πάρεις’. Δεν υπάρχει ηρεμία καμία στιγμή. Ούτε στον ύπνο. Οι περισσότεροι κοιμούνται με το όπλο κάτω από το μαξιλάρι. Δεν έχει όμως νόημα. Το μοιραίο γίνεται σε στιγμή που δεν θα το περιμένει κανείς».

Η κ. Σβουρδάκου εξηγεί ότι «βασικές προϋποθέσεις για να γίνει κάποιος μέλος της ομάδας είναι να είναι γυμνασμένος, να είναι γνώστης πολεμικών τεχνών και να κατέχει την τέχνη του όπλου, που αποτελεί προέκταση των άνω άκρων των ‘πολεμιστών’ και συμπληρώνουν ή αντικαθιστούν τις πολεμικές τέχνες σε περιπτώσεις ζωής και θανάτου. Οι συνήθεις κατηγορίες που ασκούνται σε βάρος τους αφορούν σε σύσταση συμμορίας, εκβιασμό-προστασία, σωματικές βλάβες, ληστείες, απόπειρες ανθρωποκτονίας, ανθρωποκτονίες και σωματεμπορία. Παρατηρήθηκε, επίσης, ότι οι περισσότεροι από τους νονούς κάνουν χρήση αλκοόλ, προέρχονται από φτωχές ή μεσαίου επιπέδου οικονομικά οικογένειες, έχουν ηγετικές τάσεις και διατηρούν καλές σχέσεις με το αντίθετο φύλλο. Όταν μιλάς με τέτοιους ανθρώπους διαπιστώνεις ότι αρκετοί από αυτούς έχουν φιλότιμο και κατά βάθος δεν ήθελαν να γίνουν αυτό που τελικά έγιναν».

Όσο για τις βασικές αιτίες που ωθούν τα άτομα αυτά στο έγκλημα, είναι ο χαρακτήρας, που συμπεριλαμβάνει την βιολογική προδιάθεση και τον ψυχισμό του ατόμου, η φτώχεια, το οικογενειακό περιβάλλον, το σχολείο και οι παρέες.

Πηγή: Έθνος

Δημοφιλή