ΤΟ BLOG
26/05/2019 16:05 EEST | Updated 26/05/2019 16:05 EEST

Eurovision 2019 όπως...Ευρωεκλογές: Ανάμεσα στις σκοπιμότητες και τον ανθρωπισμό...

...επιστρέφει σιγά – σιγά, πιθανότατα δίχως καν να το καταλαβαίνει στην πλειοψηφία του, στην βάση του ευρωπαϊκού πνεύματος...

israbill via Getty Images

Με την εφετινή, εξηκοστή τέταρτη αισίως, διοργάνωση του Διαγωνισμού Τραγουδιού της Eurovision – ή απλά Eurovision για συντομία – να είναι ήδη παρελθόν είναι χρήσιμο να κάνουμε έναν απολογισμό της και να εξάγουμε ορισμένα συμπεράσματα.

Το πρώτο και κυριότερο είναι ότι εξήντα τρία χρόνια μετά το ξεκίνημα του διαγωνισμού, όχι συμπτωματικά στο Λουγκάνο της Ελβετίας, της χώρας δηλαδή όπου εδρεύει η EBU (European Broadcasting Union, Ευρωπαϊκή Ραδιοτηλεοπτική Ένωση) η οποία είναι η διοργανώτρια αρχή του αφού υιοθέτησε, επί της ουσίας αγόρασε, την σχετική πρόταση που της έκανε μια ομάδα ιδιωτών, στην πλειοψηφία τους επιχειρηματιών, τα βασικότερα χαρακτηριστικά του παραμένουν μεν ίδια αλλά ταυτόχρονα σιγά – σιγά, στον δεύτερο πλέον αιώνα πραγματοποίησης του, αρκετά σε αυτόν έχουν αρχίσει να αλλάζουν, κυρίως ως προς τα κίνητρα και τον τρόπο με τον οποίο ψηφίζει το κοινό και, σε μικρότερο βαθμό, οι αρμόδιες επιτροπές των συμμετεχόντων χωρών.

Ας αρχίσουμε από τα μόνιμα στοιχεία της Eurovision που την καθόρισαν από τότε που ξεκίνησε και κατά τα φαινόμενα δεν θα σταματήσουν να το κάνουν για όσο υπάρχει και δεν είναι άλλα από τις πολιτικές και, κατά δεύτερο λόγο, τις οικονομικές σκοπιμότητες οι οποίες, όπως γνωρίζουμε βέβαια πολύ καλά, διαχρονικά και παντού συνδέονται άμεσα με τις πρώτες. Πολιτική σκοπιμότητα και μάλιστα πολλαπλή εξυπηρετεί πριν από όλα η συνεχής «διεύρυνση» της Eurovision με την συνακόλουθη αύξηση του αριθμού των συμμετεχόντων χωρών που έχει πλέον φτάσει σε βαθμό οξύμωρου, αν όχι αστειότητας. Δύσκολα μπορεί κανείς να αντιληφθεί με ποια λογική συμμετέχει (από το 2015) στον ευρωπαϊκό διαγωνισμό τραγουδιού μια χώρα που βρίσκεται ατό...νότιο ημισφαίριο όπως η Αυστραλία. Η μόνη λογική που μπορεί να το εξηγήσει είναι εκείνη την οποία είχε περιγράψει με περισσό χιούμορ κάποιος αρκετά χρόνια πριν: «Αν υπήρχε ανθρώπινη αποικία σε άλλο πλανήτη χωρίς αμφιβολία θα συμμετείχε και αυτή στη Eurovision. Μόνη προϋπόθεση φυσικά να ήταν αγγλοσαξονική ή έστω γαλλόφωνη»!

Μια από τις πρώτες χώρες που άρχισαν να συμμετέχουν στον διαγωνισμό ενώ δεν βρίσκονται καν στην ευρωπαϊκή ήπειρο είναι φυσικά το Ισραήλ και όλοι καταλαβαίνουμε γιατί συνέβη αυτό. Σε μια συγκυρία που η Μέση Ανατολή και η ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου είναι το λιγότερο τρομερά φορτισμένες ήταν πάρα πολύ σημαντικό για το Ισραήλ καταρχήν το ότι διοργάνωσε τον εφετινό διαγωνισμό και στη συνέχεια φυσικά να τον κέρδιζε. Το δεύτερο δεν το κατόρθωσε, αντίθετα η εικοστή τρίτη θέση ανάμεσα σε είκοσι έξι συμμετέχουσες θα μπορούσε να θεωρηθεί ακόμα και ταπεινωτική για διοργανώτρια χώρα άλλά η πολιτική εξουσία του Ισραήλ έβαλε τα δυνατά της για να αξιοποιήσει το πρώτο στο μέγιστο και δεν τα κατάφερε καθόλου άσχημα.

Στην ταραγμένη πολιτικά στο μεγαλύτερο μέρος της σημερινή Ευρώπη, για να μην αναφέρω το τι συμβαίνει στις σχέσεις του Ισραήλ με την Παλαιστίνη και τις υπόλοιπες περισσότερο ή λιγότερο γειτονικές χώρες του, το εφετινό μότο (πρακτική που καθιερώθηκε από την EBU το ’02) «τόλμησε να ονειρεύεσαι» θα μπορούσε να θεωρηθεί ως και ειρωνικό. Αυτό δεν εμπόδισε όμως τους/τις παρουσιαστές/ιες και οποιονδήποτε/οποιαδήποτε μίλησε έστω και ελάχιστα κατά την διάρκεια του διαγωνισμού και της διαδικασίας ψηφοφορίας να επαναλαμβάνει «dare to dream» σε κάθε ευκαιρία, προσπαθώντας να δείξει ότι το κατάφωρα μιλιταριστικό Ισραήλ δεν είναι απλά παράγοντας σταθερότητας αλλά και...ειρήνης, επιτρέποντας έτσι στους κατοίκους του αλλά και σε εκείνους της ευρύτερης περιοχής να ονειρεύονται ένα ανέφελο μέλλον! Το πόσους/ες έπεισαν βέβαια είναι μια άλλη, διαφορετική και πολύ μεγαλύτερη συζήτηση... 

Το ιντερμέτζο με τον/την Conchita Wurst, την Ελένη Φουρέιρα με εκπάγλου κιτς ενδυμασία και άλλους/ες «εναλλακτικούς/ές» διακριθέντες/είσες στην Eurovision εντάσσεται βέβαια στο ίδιο πλαίσιο πολιτικής σκοπιμότητας και μάλιστα από αμφότερες τις πλευρές, της EBU, δηλαδή του ευρωπαϊκού κατεστημένου και του Ισραήλ. Είναι προφανές το γιατί υπάρχουν λόγοι και συμφέροντα τόσο σε μια Ευρώπη στην οποία η ακροδεξιά ή ακόμα και ο απροκάλυπτος φασισμός κερδίζουν δυστυχώς έδαφος όσο και μια υπερ-συντηρητική κοινωνία όπως αυτή του Ισραήλ να επιδιώκουν να φιλοτεχνήσουν ένα προσωπείο όχι μόνον ανεκτικότητας αλλά και δήθεν υποστήριξης, ακόμα και ανάδειξης, του διαφορετικού, στην πιο επουσιώδη βέβαια μορφή του, ας μου επιτραπεί να προσθέσω.

Michael Campanella via Getty Images

Πολλαπλή σκοπιμότητα, για το Ισραήλ συγκεκριμένα σε αυτή την περίπτωση, εξυπηρετούσε τέλος η πολυδιαφημισμένη εμφάνιση και γενικότερη παρουσία της Madonna. Η Αμερικανίδα σούπερ σταρ της οποίας η ευφυία υπερβαίνει ασύγκριτα πολύ το ταλέντο ήταν μια από τους/τις δυο – τρεις πρώτους/ες που, ήδη από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα. Χρησιμοποίησαν μια προσαρμοσμένη στη σύγχρονη εποχή εκδοχή του «peace, love and understanding» για να προωθήσουν την καριέρα τους και τα εμπορικά προϊόντα τα οποία είναι αποτελέσματα της. Η Madonna βέβαια είχε και άλλους λόγους να μεταβεί στο Τελ Αβίβ. Η μετά βίας συνολικής διάρκειας δεκαλέπτου εμφάνιση της, εκτός από δωρεάν διαφήμιση του επερχόμενου νέου album της σε ένα τηλεοπτικό κοινό που ίσως και να υπερέβαινε το δισεκατομμύριο, αμείφθηκε προφανέστατα με ένα ιλιγγιώδες ποσό το οποίο πιθανότατα ποτέ δεν θα μάθουμε με ακρίβεια. Ενα αμύθητο ποσό, ασύλληπτο ίσως για τις περισσότερες άλλες χώρες σε μια κρίση που δεν έχει ακόμα παρέλθει εντελώς, όχι όμως και για το πάμπλουτο Ισραήλ. Ιδού λοιπόν μια ακόμα απόδειξη για το επίσης διαρκώς παρόν οικονομικό σκέλος των σκοπιμοτήτων της Eurovision, από μέρους μάλιστα περισσοτέρων του ενός εμπλεκομένων σε αυτήν στην συγκεκριμένη περίπτωση.

Από την άλλη τα αποτελέσματα του εφετινού διαγωνισμού περιλάμβαναν αρκετές μεγαλύτερες ή μικρότερες εκπλήξεις, γεγονός που δείχνει με την σειρά του ότι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει το «ειδικό» και μη κοινό τόσο τον ίδιο όσο και τα τραγούδια που διαγωνίζονται αρχίζει σταδιακά να αλλάζει. 

Michael Campanella via Getty Images

Ας ξεκινήσουμε από τον νικητή, την συμμετοχή της Ολλανδίας με το «Arcade» που ερμήνευσε ο Duncan Laurence. Ηταν σαφώς ένα τραγούδι «Eurovision-ικών» προδιαγραφών αλλά και ασυνήθιστα καλό για τα παροιμιωδώς χαμηλού μουσικού επιπέδου δεδομένα του διαγωνισμού.

Αντίστοιχα μεγάλη αδικημένη θεωρώ προσωπικά την Δανία που βρέθηκε στην δωδέκατη θέση με το «Love Is Forever» που ερμήνευσε θαύμασα η Leonora, ένα ποπ διαμαντάκι που ίσως τελικά το πρόβλημα του να ήταν το ότι...παραήταν καλό για την Eurovision!

JACK GUEZ via Getty Images
Leonora - Love is Forever

Η σημασία όμως που θεωρώ ότι έχει το ποια ήταν τα τραγούδια της πρώτης δεκάδας δεν έχει τόσο να κάνει με την μουσική αξία τους καθώς στην πλειοψηφία τους ανήκαν είτε στην κατηγορία της κλασικής Eurovision-ικής μπαλάντας είτε στην δεύτερη που κυριαρχεί τα τελευταία χρόνια, ενός pop dance το οποίο, με μέτρο εξέλιξης της αληθινής μουσικής, είναι παρωχημένο τουλάχιστον κατά είκοσι χρόνια (σε βαθμό που οι βετεράνοι Daaudeοι οποίοι εκπροσώπησαν ευπρεπέστατα κατά τη γνώμη μου τη Φινλανδία να αποκλεισθούν άδοξα ήδη από τον ημιτελικό, όσο και αν είχαν «μαλακώσει» δεόντως σε σχέση με τις πιο σκληροπυρηνικές ρίζες τους). 

ASSOCIATED PRESS
Mahmood - «Soldi»

Η συμμετοχή για παράδειγμα της δεύτερης στην κατάταξη Ιταλίας ήταν ένα μέτριο τραγούδι, το «Soldi», που όμως το ερμήνευσε εκπροσωπώντας μια χώρα η οποία είναι από τις μεγαλύτερες πύλες εισόδου μεταναστευτικών ρευμάτων στην Ευρώπη ο μετανάστης αραβικής καταγωγής (στοιχείο αρκετά ορατό και στην μουσική του τραγουδιού) Mahmood, γεγονός που δίνει πολλά μηνύματα για και στην γειτονική μας χώρα η οποία με την άνοδο της ευρύτερης δεξιάς γίνεται όλο και πιο ξενοφοβική.

Guy Prives via Getty Images

Σαφέστατο μήνυμα, ενός προσαρμοσμένου στο σήμερα, συνειδητοποιημένου, έλλογου και καθόλου ακραίου στις εκδηλώσεις του φεμινισμού, έδινε και η συμμετοχή μιας άλλης γειτονικής μας χώρας που πρέπει πια να συνηθίσουμε να αποκαλούμε Βόρεια Μακεδονία και η οποία με το «Proud» και την Tamara Todevska κατέκτησε την όγδοη θέση. Θα της άξιζε να είναι και λίγο υψηλότερα καθώς ήταν ένα τουλάχιστον συμπαθητικό τραγούδι και αναμφίβολα καλύτερο από, για παράδειγμα, το αμέσως προηγούμενο του στην τελική κατάταξη, εκείνο του Αζερμπαϊτζάν. Δεν παύει όμως, ειδικά από την πλευρά την μηνύματος που έστελνε, να είναι ένα καθόλου ευκαταφρόνητο επίτευγμα για μια χώρα αυτού του μεγέθους αλλά και, ακόμα σημαντικότερο, ενός καθόλου υψηλού πολιτιστικού επιπέδου.

JACK GUEZ via Getty Images
Bilal Hassani

Στο ότι εκτιμήθηκε το μήνυμα που έστελνε, ενός επίσης ήπιου και όχι επιθετικού αντισεξισμού, νομίζω ότι οφείλεται και η έστω και δέκατη τέταρτη θέση της Γαλλίας καθώς ο (επίσης αφρικανικής καταγωγής, κάτι που προσδίδει έμφαση στο μήνυμα) Bilal Hassani είναι μία drag queen η οποία έχει αποφασίσει που θέλει να ανήκει και παίζει αυτόν τον ρόλο συνειδητά, με αξιοπρέπεια και, αντίθετα με την Conchita για παράδειγμα, δίχως καθόλου ακρότητες, δεν είναι καθόλου συμπτωματικό ότι έχει κρατήσει και χρησιμοποιεί το αληθινό, ανδρικό ονοματεπώνυμο του. Αυτό είναι και το μόνο που μπορεί να εκτίμησαν όσοι και όσες τον ψήφισαν γιατί, κατά τα άλλα, το «Roi» είναι το είδος του τραγουδιού που είναι σχεδόν ανύπαρκτο από συνθετικής πλευράς.

Michael Campanella via Getty Images
Αυστραλία - Kate Miller Heidke

Με την ευκαιρία, μία ακόμα καθοριστική νέα παράμετρος της Eurovision τα τελευταία χρόνια που γίνεται όλο και πιο έντονη κάθε φορά είναι ότι, ενώ από τη μία τα αγγλικά τείνουν πλέον να κυριαρχήσουν ως στιχουργική γλώσσα, ταυτόχρονα μα και αντίθετα τα περισσότερα τραγούδια συνδυάζουν μουσικά στοιχεία πολλών και ποικίλων τοπικών προελεύσεων πλην φυσικά της χώρας την οποία εκπροσωπούν. Μεγαλύτερο πάντως αξιοπερίεργο από μουσικής πλευράς της εφετινής διοργάνωσης είναι για εμένα η συμμετοχή της Αυστραλίας που βρέθηκε στην όγδοη θέση με το σχεδόν αδιάφορο μεν «Zero Gravity» το οποίο όμως διέθετε την άκρως εντυπωσιακή ερμηνεία της Kate Miller Heidke που η φωνητική προσέγγιση της θυμίζει πολύ εκείνη της πρώιμης...Kate Bush!

Michael Campanella via Getty Images
«Hatrið Mun Sigra» των Hatari

Ως πλέον αξιοσημείωτη συμμετοχή όμως, ειδικά σε σχέση με την συγκυρία και τις συνθήκες του εφετινού διαγωνισμού, θεωρώ εκείνη της Ισλανδίας. Η απομονωμένη χώρα/νησί, σχεδόν στα όρια του Αρκτικού ωκεανού, για άλλη μια φορά και όπως και σε άλλους τομείς – για παράδειγμα τον αθλητισμό – επέδειξε τόλμη δυσανάλογη της μικρής έκτασης αλλά και πληθυσμού της. Το «Hatrið Mun Sigra» των Hatari ήταν το μοναδικό τραγούδι που όντως διαφοροποιήθηκε αποφασιστικά από όλα τα υπόλοιπα, ένα σχεδόν...δαιμονισμένο electropunk (με μόνη παραχώρηση στην συμβατικότητα ένα πιο μελωδικό ρεφρέν) και, ακόμα σημαντικότερο, με στίχους που – έστω και στην ακατανόητη για οποιονδήποτε άλλον ισλανδική γλώσσα – κατηγορούσαν ευθέως το Ισραήλ για την συνολική πολιτική του στην περιοχή αλλά και για το ότι προσπάθησε πάρα πολύ για να πραγματοποιηθεί ο τελικός στην Ιερουσαλήμ και όχι στο Τελ Αβίβ, με όλη την ευνόητη σημειολογία που θα είχε αυτό, αν και η EBU απέρριψε τελικά το αίτημα του. Μιλάμε δηλαδή για την σχεδόν απόλυτη εκ των έσω ανατροπή των politically correct «όρων του παιχνιδιού» της Eurovision που σίγουρα θα έκανε την διαχρονικά λαμπρότερη εκπρόσωπο της ισλανδικής μουσικής, την τόσο σπουδαία «γιαγιά» για αυτή την γενεά των μουσικών της χώρας Bjork, να χαμογελάσει με ικανοποίηση. Ακόμα περισσότερο μάλιστα όταν ένας αρκετά μεγάλος αριθμός Ευρωπαίων πολιτών και πολίτιδων που ψήφισαν στον διαγωνισμό εκτίμησαν δεόντως αυτή την τίμια, γενναία και άκρως αντισυμβατική στάση και έδωσαν στην Ισλανδία την δέκατη θέση.

JACK GUEZ via Getty Images
Tamta

Οσον αφορά τέλος στα καθ’ ημάς, δηλαδή Ελλάδα και Κύπρο αφού, τουλάχιστον στο θέμα της Eurovision, συνδεόμαστε άρρηκτα; Πέραν από τις αυτονόητες μεταξύ μας πολιτικές σκοπιμότητες, την καθιερωμένη δηλαδή πλέον αμοιβαία ανταλλαγή του «δωδεκαριού», δεν υπάρχουν πολλά για να σχολιάσεις. Η Κύπρος ολοφάνερα προσπάθησε να επαναλάβει τον περυσινό σχεδόν «θρίαμβο» της Ελένης Φουρέιρα με ανάλογο τραγούδι, ανάλογή (από άλλη χώρα αλλά πολιτογραφημένη εδώ και χρόνια Ελληνίδα) ερμηνεύτρια και, το κυριότερο, το ίδιο υποστηρικτικό team, αυτό της δισκογραφικής εταιρείας Panik, να δουλεύει ακάματο στο παρασκήνια. Αν η «συνταγή» δεν λειτούργησε εξίσου καλά την δεύτερη φορά είναι απλά επειδή το «Replay» της Tamta υστερούσε ως προς το «πιασάρικο» του ρεφρέν σε σχέση με το τραγούδι της περυσινής συμμετοχής της Κύπρου.

Ακόμα και η δέκατη πέμπτη θέση όμως δεν είναι μικρή επιτυχία συγκριτικά με την εικοστή τρίτη στην οποία...καταποντίστηκε η ελληνική συμμετοχή. Γιατί συνέβη αυτό όταν πήγαμε με ένα τραγούδι με αγγλικό στίχο, γραμμένο μάλιστα από κάποια της οποίας τα αγγλικά είναι η δεύτερη μητρική γλώσσα της, πολύ προσεχτικά προετοιμασμένοι, με την ηχογράφηση και την παραγωγή του να έχουν γίνει σε βρετανικό στούντιο και από μιαν σχεδόν εξολοκλήρου βρετανική επίσης ομάδα πολύ έμπειρων επαγγελματιών και γενικότερα ενώ είχε επενδυθεί πολλή φροντίδα, κόπος, χρόνος αλλά και χρήματα στην συμμετοχή μας; Εύλογη η απορία πολλών απλών μουσικόφιλων που δεν μπορούν να διακρίνουν κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων αλλά όσοι μελετούμε επί πολλά χρόνια το μουσικό γίγνεσθαι και έχουμε μάθει να το κάνουμε αυτό έχουμε πολύ συγκεκριμένη απάντηση. Μερικοί μάλιστα φοβόμασταν ότι δυστυχώς ίσως και να είχε δοθεί πριν ακόμα και από τον ημιτελικό....

Michael Campanella via Getty Images
Η Κατερίνα Ντούσκα

Η επιλογή της εξαιρετικά ταλαντούχου και συμπαθέστατης ως παρουσίας Ελληνοκαναδής Κατερίνας Ντούσκα (Katerine Duska στη διεθνή εκδοχή του) ήταν από άριστη μέχρι ιδανική. Το «Better Love» που έγραψε η ίδια με τη συνδρομή του Leon Of Athens - Τιμολέων Βερέμης – ο οποίος διόλου συμπτωματικά είναι ένας από τους ελάχιστους σημερινούς Έλληνες μουσικούς με αληθινά διεθνή (Ευρώπη και Αμερική τουλάχιστον) καριέρα ίσως να μην είναι το καλύτερο τραγούδι της αλλά δεν παύει να είναι σωστά γραμμένο, όμορφο και επίσης αξιοπρεπέστατο, ειδικά αν θυμηθούμε κάποιες άλλες συμμετοχές της χώρας μας στο πρόσφατο και μη παρελθόν. Αυτό που δεν έλαβε υπόψη της η συν-δημιουργός και ερμηνεύτρια και οι κάθε είδους υπεύθυνοι για τον διαγωνισμό εκ μέρους της χώρας μας είναι το - όπως ανέλυσα εκτενώς παραπάνω – πόσο έχουν αλλάξει τα κριτήρια αλλά και ο τρόπος με τον οποίο επιλέγει και ψηφίζει το ευρωπαϊκό κοινό καθώς δεν επιτρέπεται βέβαια να ψηφίσει το τραγούδι της χώρας του.

Για να το θέσω πολύ απλά, είκοσι, μπορεί και δέκα πέντε χρόνια πριν, το «Better Love» θα βρισκόταν σίγουρα στην πρώτη τριάδα ενώ αντίστοιχα την τελευταία μίνιμουμ οκταετία θα ήταν αδύνατο να μπει ακόμα και στην δεκάδα! Δεν είναι συμπτωματικό το ότι σε ακόμα χαμηλότερη θέση από την δική μας συμμετοχή, αντίστοιχα στην εικοστή τέταρτη και την τελευταία (!) βρέθηκαν η Γερμανία και η Αγγλία. Αμφότερες δηλαδή χώρες με πολύ μεγάλη αλλά και πλούσια μουσική παράδοση που αν και, για να είμαστε ειλικρινείς, ακριβώς εξαιτίας αυτού του γεγονότος αντιμετώπιζαν πάντα λίγο «αφ΄ υψηλού» τον διαγωνισμό, αυτό δεν τις εμπόδισε από το να αποσπάσουν αρκετές φορές την πρώτη θέση και σχεδόν πάντα να διακρίνονται τόσο ώστε δικαιολογημένα να θεωρούνται από τις «μεγάλες δυνάμεις» της Eurovision.

Αυτό όμως συνέβαινε στο παρελθόν. Στην εποχή μας, τόσο για αυτές όσο και για την Ελλάδα, ισχύει το ότι δεν αρκεί ένα τραγούδι να είναι καλογραμμένο, με σωστή και σύγχρονη ακόμα ενορχήστρωση και παραγωγή και φυσικά η ερμηνεία του να είναι όσο το δυνατόν καλύτερη. Το σημερινό ευρωπαϊκό κοινό, ακόμα και της Eurovision, απαιτεί και το μέτριο ακόμα τραγούδι να διαθέτει μια κάποια έστω προσωπικότητα, στοιχείο στο οποίο είχαν έλλειμμα ή και απουσίαζε ακόμα από εκείνα των τριών προαναφερθέντων χωρών.

Είναι μια ακόμα απόδειξη ότι εντέλει έχουμε φτάσει και κάτω από την επιφάνεια του χαρούμενου «πανηγυριού» της Eurovision να συγκρούονται όχι απλά δύο διαφορετικές νοοτροπίες αλλά δύο διαφορετικοί κόσμοι.

Από την μία είναι αυτός εντός του οποίου ξεκίνησε ο διαγωνισμός, της μουσικής μπαναλιτέ, του αισθητικού κιτς, με απέχθεια αν όχι φόβο προς οποιαδήποτε αλλαγή και άρα νομοτελειακά πλέον με απόψεις και θέσεις συντηρητικές, ξεπερασμένες, αρτηριοσκληρωτικές, σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμα και απάνθρωπες. Από την άλλη είναι ένας κόσμος μουσικής εφημερότητας και εξίσου ίσως, αν και με πολύ διαφορετικό τρόπο, κιτς αισθητικής αλλά καθόλου αυτάρεσκος και για αυτό όχι μόνον είναι πρόθυμος να δεχτεί τις αλλαγές αλλά ακόμα και τις επιζητεί. Ενας κόσμος αληθινά προοδευτικός που πιστεύει στην επί της ουσίας (και όχι με τεχνητούς τρόπους επιβεβλημένη!) αποδοχή του Αλλου και του διαφορετικού καθώς έχει συνειδητοποιήσει από την καθημερινότητα του ότι μόνον με την ειρηνική μα και αρμονική συνύπαρξη όλων των διαφορετικοτήτων μα και έλλογων διαφορών η Ευρώπη μπορεί να ελπίζει στο καλύτερο μέλλον που αξίζουν και ονειρεύονται οι άντρες και οι γυναίκες που κατοικούν, ζουν και εργάζονται σε αυτήν.

ASSOCIATED PRESS

Ενας κόσμος τελικά που, ζώντας εντελώς μέσα στην ψηφιακή εποχή, με όλα τα θετικά και τα αρνητικά της, επιστρέφει σιγά – σιγά, πιθανότατα δίχως καν να το καταλαβαίνει στην πλειοψηφία του, στην βάση του ευρωπαϊκού πνεύματος και πολιτισμού, του ουμανισμού της Αναγέννησης, της μήτρας από την οποία γεννήθηκαν ο Διαφωτισμός και, συνακόλουθα, η Γαλλική Επανάσταση, τα άλλα δύο κομβικά σημεία της Ιστορίας της ηπείρου μας. Δεν είναι καθόλου παράξενο το ότι συμβαίνει αυτό στην Eurovision καθώς η σύγκρουση αυτών των δύο κόσμων, ενός απλά ανθρώπινου και ενός πολύ λιγότερο ή και καθόλου τέτοιου, είναι και το σημαντικότερο ζήτημα στην Ευρώπη σήμερα. Για αυτό και επί της ουσίας αποτελεί όχι το σημαντικότερο αλλά το ένα και μοναδικό διακύβευμα των Ευρωεκλογών.