ΔΙΕΘΝΕΣ
03/07/2019 15:46 EEST | Updated 03/07/2019 16:11 EEST

Πώς η Μέρκελ κέρδισε την προεδρία της Κομισιόν για τη Γερμανία αλλά «έχασε» στο Βερολίνο

Γιατί η πανοπλία της άλλοτε πανίσχυρης Καγκελαρίου εμφανίζει τις πρώτες ρωγμές

Photonews via Getty Images

Εάν κάποιος διαβάσει τους τίτλους των ρεπορτάζ που ακολούθησαν τις αποφάσεις της Συνόδου Κορυφής για την επιλογή των προσώπων που θα αναλάβουν τα κορυφαία πόστα στα ευρωπαϊκά όργανα, δικαίως θα μπορούσε να πει «η Γερμανία κέρδισε και πάλι». Το πρόσωπο που οι ηγέτες θέλουν να αναλάβει την προεδρία της Κομισιόν (αρκεί βέβαια να εξασφαλίσει και την πλειοψηφία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο) είναι η στενή συνεργάτης της Καγκελαρίου Μέρκελ και υπουργούς Άμυνας της κυβέρνησής της, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και προέρχεται από το Χρισδιανοδημοκρατικό Κόμμα (CDU). Η δε επιλογή της μέχρι σήμερα επικεφαλής του ΔΝΤ, Κριστίν Λαγκάρντ για την ΕΚΤ θεωρείται πως είναι επίσης μια νίκη για τη Γερμανία, σε ό,τι αφορά την οικονομική πολιτική στην οποία επιμένει το Βερολίνο της Μέρκελ. 

Την ίδια στιγμή όμως, όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί το Bloomberg, από την όλη διαδικασία που προηγήθηκε για να φτάσουμε στην επιλογή αυτών των προσώπων, η άλλοτε αδιαπέραστη «πανοπλία της Μέρκελ εμφανίζει τις πρώτες ρωγμές». 

Η δε υποδοχή μάλιστα των νέων από τον γερμανικό Τύπο και οι πολιτικές δηλώσεις που ακολούθησαν ενισχύσουν αυτή την ανάγνωση, συνηγορώντας πως η προς συνταξιοδότηση το 2021 Μέρκελ εμφανίζεται πλέον αποδυναμωμένη. Και σε αυτό φαίνεται να παίζουν ρόλο τόσο η προαναγγελθείσα αποχώρησή της και το ιδιαίτερο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό στη Γερμανία όσο όμως και το νέο πολιτικό τοπίο που διαμορφώνεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Με μπλοκ χωρών με ακροδεξιό πρόσημο να εμφανίζονται όλο και πιο επιθετικά, αντιδραστικά και διχαστικά, με νέους ηγέτες να διεκδικούν κεντρικό ρόλο στα ευρωπαϊκά πράγματα αλλά και με μια νέα σύνθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όπου το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα είναι αποδυναμωμένο ενώ η κατανομή των εδρών απαιτεί συναινέσεις και συγκλίσεις, που δεν είναι πάντα εύκολες. 

Γιατί όμως κάποιοι μιλούν για μία αποδυναμωμένη Μέρκελ από όλη τη διαδικασία; 

 

 

«Πρωτοφανής πολιτική απάτη»

Η Μέρκελ, η οποία έφερε στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης την ομογάλακτη πολιτικά, συμπατριώτισσα της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, δεν μπόρεσε να την ψηφίσει αφού απείχε της διαδικασίας.

Αυτό καθώς οφείλει να σέβεται τις θέσεις και των άλλων δύο κομμάτων που μετέχουν στην κυβερνητικό σχηματισμό και, όπως και η ίδια δήλωσε, δεν κατάφερε να εξασφαλίσει τη σύμφωνη γνώμη των γερμανών Σοσιαλδημοκρατών (SPD) με τους οποίους συγκυβερνά.Oι αντιδράσεις μάλιστα ήταν τέτοιες ώστε ο γερμανικός Τύπος να κάνει λόγο για σοβαρή κυβερνητική κρίση. 

Μια ανάγνωση των δηλώσεων κορυφαίων Σοσιαλδημοκρατών είναι αρκετή. Ο Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, πρώην πρόεδρος του SPD είπε ανοιχτά πως το κόμμα πρέπει να αποχωρήσει από τον κυβερνητικό συνασπισμό. «Εάν η Μέρκελ ορίζει την φον ντερ Λάιεν χωρίς απόφαση του υπουργικού συμβουλίου, αυτό αποτελεί παραβίαση των κανόνων της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και λόγο για αποχώρηση από την κυβέρνηση», δήλωσε στο Der Spiegel κάνοντας μάλιστα λόγο για «πρωτοφανή πολιτική απάτη»

ASSOCIATED PRESS

 

Παραβίαση της Συνθήκης και της προγραμματικής συμφωνίας

Την ίδια στιγμή επίσης στο εσωτερικό η Μέρκελ δέχεται τα πυρά και άλλων Σοσιαλδημοκρατών και φυσικά της νέας ηγεσίας του SPDεπειδή με την πρόταση της ( με την οποία βέβαια συμφώνησε η πλειοψηφία των ηγετών των κρατών-μελών) ουσιαστικά έγραψε στα παλαιότερα των υποδημάτων της τη Συνθήκη της Λισαβώνας αναφορικά με τη διαδικασία ανάδειξης νέου προέδρου της Κομισιόν. Συγκεκριμένα από το 2014 ο νέος πρόεδρος δεν ορίζεται αποκλειστικά από τους ηγέτες των 28 αλλά το κάθε κόμμα της Ευρωβουλής, πριν τις εκλογές ορίζει έναν υποψήφιο. Έτσι υπάρχει αυξημένος έλεγχος της νομοθετικής εξουσίας στην εκτελεστική και οι πολίτες έμμεσα έχουν λόγο στην επιλογή του νέου προέδρου. Η Μέρκελ όμως υπέδειξε ένα πρόσωπο δεν προτάθηκε από κανένα ευρωπαϊκό κόμμα, παραβιάζοντας, όπως δηλώνει ο Σουλτς, τη συμφωνία που υπήρχε, βασιζόμενη προφανώς στην χαλαρή διατύπωση του άρθρου 17.7 ( «να λαμβάνονται υπ’όψιν οι εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο» στην εκλογή νέου προέδρου της Κομισιόν, δηλαδή αυτή να γίνεται από τους κορυφαίους υποψηφίους των κομμάτων - «spitzenkandidaten»).

«Η προσπάθεια να εκδημοκρατίσουμε την Ευρώπη κατέληξε μια ανοησία», σχολίασε η ηγεσία του SPD,τονίζοντας ότι η κυβερνητική συμφωνία προβλέπει να εργαστούν όλοι για μια πιο δημοκρατική Ευρώπη, πιο κοντά στον πολίτη, πιο διαφανή, κι ότι αυτό θα συνέβαινε με ένα ισχυρότερο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, που θα επέλεγε τον πρόεδρο της Κομισιόν. «Συμφωνήσαμε ακόμη ότι θα ενισχύσουμε την αποτελεσματικότητα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Με την επιλογή της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, δεν συμβαίνει αυτό». 

ASSOCIATED PRESS

 

Η Ούρσουλα είναι «λίγη» 

Ανάλογη και η αντίδραση του Μάρτιν Σούτλς, αρχιτέκτονα μάλιστα της νέας διαδικασίας εκλογής του προέδρου της Κομισιόν, ο οποίος διαφωνεί επί της διαδικασίας αλλά και επί του προσώπου. Χαρακτηρίζει την υπ.Άμυνας ως «την πλέον αδύναμη υπουργό», η οποία «δεν έχει καταφέρει τίποτα» ενώ την αποκαλεί ως «υπουργό αυτο-Άμυνας». Υπενθύμισε ότι βρίσκεται ακόμη υπό έλεγχο από Εξεταστική Επιτροπή της Bundestag για σκάνδαλο στο υπουργείο της.

Βέβαια προεξοφλεί πως η πρόταση της Συνόδου Κορυφής θα εγκριθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αφού όπως υποστήριξεβρίσκονται σε εξέλιξη παζάρια και «εξαγορές». 

Βολές όμως δέχτηκε η Μέρκελ για την έκβαση της Συνόδου και από το κόμμα των Χριστιανοκοινωνιστών (CSU), που είναι επίσης κυβερνητικός εταίρος. Ο πρωθυπουργός της Βαυαρίας, Μάρκους Σέντερ έκανε λόγο για «ήττα της Δημοκρατίας και τη Ευρώπης» λέγοντας πως τελικά κέρδισε το «παρασκήνιο» και επιμένοντας ότι η προεδρία θα έπρεπε να πάει στον υποψήφιο του ΕΛΚ, Μάνφρεντ Βέμπερ.

ASSOCIATED PRESS

 

Οι επιθέσεις από το ΕΛΚ και από ηγέτες χωρών

Αυτό είναι το ένα μεγάλο μέτωπο που έχει να αντιμετωπίσει η Μέρκελ στο εσωτερικό της χώρας το οποίο όμως την κάνει να φαίνεται -ή και να είναι- αδύναμη και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Κατά τις διαπραγματεύσεις των τελευταίων ημερών ήταν εμφανές πως οι διαθέσεις των μελών του ΕΛΚ -στο οποίο ανήκει και το CDU - προς την Μέρκελ ήταν επιεικώς αρνητικές.  Δεδομένου ότι το κόμμα διαθέτει τις περισσότερες έδρες στο ΕΚ, τα μέλη του επέμεναν πως ο δικός του υποψήφιος, Μάνφρεντ Βέμπερ, θα έπρεπε να είναι και αυτός που η Σύνοδος Κορυφής θα ενέκρινε για νέο πρόεδρο της Κομισιόν. Και φυσικά είχαν ποντάρει πως η Μέρκελ θα υποστήριζε σθεναρά την υποψηφιότητά του.

Η Καγκελάριος όμως αυτή τη φορά απέτυχε να βρει συμμάχους μεταξύ των ηγετών και αναγκάστηκε να αναδιπλωθεί επιλέγοντας να πάει σε συμφωνία με τον Μακρόν, εξασφαλίζοντας τη σύμφωνη γνώμη άλλων οκτώ χωρών, ώστε να προωθήσει την υποψηφιότητα του Φρανς Τίμερμανς των Σοσιαλιστών. Τα μέλη του ΕΛΚ εξοργίστηκαν με την παρασκηνιακή συμφωνία ενώ ακόμη και η τελική επιλογή της γεραμνίδας υπ.Άμυνας θεωρήθηκε από κάποιους ως μια μεθόδευση σε βάρος του κόμματος. Ακόμη και οι πιο μετριοπαθείς της χρέωσαν «αναποτελεσματικότητα». 

«Τιμητικό δεν ήταν σίγουρα το μακρύ Σαββατοκύριακο των Βρυξελλών για την κ. Μέρκελ, εάν δει κανείς πως την αντιμετωπίζουν οι συνάδελφοί της στο ΕΛΚ...» αναφέρει χαρακτηριστικά η Die Welt η οποία σχολιάζει πως η Μέρκελ «στριμώχτηκε» και μάλιστα εξαιτίας των δικών της λάθος επιλογών.

ASSOCIATED PRESS

 

Τα «κέρδη» του Μακρόν και η ατζέντα των λαϊκιστών

Δηλωτικό όμως και του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνονται πλέον κάποιοι τη Μέρκελ εντός της ΕΕ είναι και η στάση των ηγετών συγκεκριμένου μπλοκ χωρών, που φαίνεται να σχηματίζουν πλέον οι χώρες του Βίσεγκραντ (Τσεχία, Ουγγαρία, Σλοβενία, Πολωνία) με την Ιταλία να συνεπικουρεί. Χώρες όπου κυριαρχούν οι λαϊκιστικές φωνές, ο ακροδεξιός, ρατσιστικός και αντι-ευρωπαϊκός λόγος και για τις οποίες η Μέρκελ θεωρείται υπεύθυνη για όλα τα δεινά στις χώρες τους και για ό,τι πάει στραβά στην ΕΕ. 

Οι ηγέτες των συγκεκριμένων χωρών ήθελαν να δείξουν πως πλέον έχουν τη δύναμη να στρίψουν το τιμόνι της ΕΕ, μπλοκάροντας αποφάσεις και καθιστώντας αδύνατη τη συναίνεση και όπως φάνηκε και η ίδια η Μέρκελ δεν είχε πλέον τη δύναμη να τους συγκρατήσει.

Αντιθέτως κερδισμένοι βγήκαν ο πρόεδρος της Γαλλίας και ο πρωθυπουργός της Γαλλίας. Μακρόν και Σάντσεθ αμφότεροι διεκδικούν να παίξουν έναν ηγετικό ρόλο στα ευρωπαϊκά πράγματα- ο πρώτος εδώ και μερικούς μήνες, ο δεύτερος βρίσκεται στην εκκίνηση αλλά ήδη ξεχωρίζει.

Πολλοί είναι αυτοί που εκτιμούν πως η έκβαση της Συνόδου ήταν ένας θρίαμβος του Μακρόν καθώς του πιστώνεται- αν και μάλλον άδικα- η επιλογή της Γαλλίδας Λαγκάρντ για το ΕΚΤ  η οποία όμως μάλλον ήταν ένα πρόσωπο που ούτως ή άλλως προτιμούσε η Μέρκελ. Επίσης ήταν εκείνος, σύμφωνα τουλάχιστον με τις διαρροές που υπάρχουν, αυτός που μπλόκαρε την υποψηφιότητα της προέδρου της Λιθουανίας και εκείνος αυτός που πρότεινε στη Μέρκελ- και της δήλωσε πως θα έχει τη στήριξή του – να υποδείξει ένα πρόσωπο που δεν είναι υποψήφιος των κομμάτων του ΕΚ αλλά γερμανικής καταγωγής, για να τη διευκολύνει.

Πηγές: Bloomberg, Die Welt, Politico, Reuters