ΔΙΕΘΝΕΣ
16/12/2015 05:57 EET

To «ένοχο μυστικό» της Ιαπωνίας με τα υψηλά ποσοστά καταδικαστικών αποφάσεων και χαμηλής εγκληματικότητας

H Ιαπωνία είναι μια από τις χώρες στην οποία καταγράφονται χαμηλά ποσοστά εγκληματικότητας. Σε σχετική έκθεση του 2013- η ποία συγκεντρώνει στοιχεία έως του 2011- το ποσοστό δολοφονιών εκ προθέσεως ήταν 0,3 ανά 100.000 άτομα ενώ στις ΗΠΑ ήταν 4,7 και οι επιθέσεις με όπλο, που καταλήγουν σε θανατηφόρο τραυματισμό, είναι εξίσου ιδιαίτερα χαμηλές. Επίσης, οι φυλακισμένοι είναι οι μόλις 48 ανά 100.000 κατοίκους ενώ πχ στη Βρετανία είναι 148 και στις ΗΠΑ 698. Την ίδια στιγμή δε έχει ένα εκπληκτικό ρεκόρ καταδικαστικών αποφάσεων, περίπου 99% επί των υποθέσεων που φτάνουν στο δικαστήριο. Κάτι που κάποιος θα μπορούσε να χαρακτηρίσει έως και προβληματικό.

Το Εconomist λοιπόν, εστιάζοντας σε αυτά τα εντυπωσιακά -εκ πρώτης όψεως- ποσοστά εξέτασε τις ιδιαιτερότητες της χώρας και στο βίντεο που θα δείτε, τα συνδέει με κάποιες άκρως “προβληματικές πρακτικές” στον τρόπο λειτουργίας της αστυνομίας, του συστήματος απονομής Δικαιοσύνης κοκ που σχετίζονται με το φαινόμενο της “χαμηλής εγκληματικότητας” και θέτουν, όπως διαπιστώνεται θέμα παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Όπως γράφει ο Economist «Κάποιοι ύποπτοι θα παραδεχθούν ψευδώς την ενοχή τους προκειμένου να βάλουν ένα τέλος σε μια ιδιαίτερα αγχωτική ανάκριση. Και οι ανακρίσεις στην Ιαπωνία μπορεί να είναι πολύ στρεσογόνες. Η αστυνομία και οι εισαγγελείς μπορούν να κρατούν έναν ύποπτο έως και 23 ημέρες χωρίς να έχουν ασκηθεί σε βάρος του διώξεις – δηλαδή περισσότερο απ ό,τι σε κάθε άλλη πλούσια χώρα επιτρέπεται να κρατηθεί ακόμη και ένας ύποπτος για τρομοκρατική δράση. Η πρόσβαση των συνηγόρων υπεράσπισης (σ.σ. στους κρατούμενους) κατά το διάστημα αυτό, είναι περιορισμένη. Θεωρητικά οι (σ.σ. προσωρινά) κρατούμενοι έχουν το δικαίωμα να μην μιλήσουν αλλά οι εισαγγελείς αντιλαμβάνονται τη σιωπή ως ένδειξη ενοχής. Οι εισαγγελείς ασκούν πίεση στην αστυνομία να αποσπάσει ομολογίες και οι 23 μέρες είναι αρκετός καιρός για να το κάνουν. Οι ανακριτές, συχνά πατούν τα πόδια των υπόπτων ή φωνάζουν κοντά στα αφτιά τους. Οι ανακρίσεις μπορούν να κρατήσουν για οκτώ και πλέον ώρες. Οι ύποπτοι στερούνται ύπνου και αναγκάζονται να καθίσουν σε ιδιαίτερα άβολες στάσεις. Λίγοι μπορούν να αντέξουν αυτή την “μεταχείριση”. “Το να μην μπορείς να κοιμηθείς ήταν ό,τι χειρότερο για μένα”, λέει ο Kazuo Ishikawa που άντεξε 30 μέρες πριν τελικά υπογράψει μια ομολογία που δεν μπορούσε να διαβάσει (τότε ήταν αναλφάβητος) για έναν φόνο που, όπως λέει, δεν διέπραξε. Πέρασε 32 χρόνια στη φυλακή και ακόμη προσπαθεί να απαλλαγεί (σ.σ. των κατηγοριών)».

Επιπροσθέτως, όπως αναφέρεται στον Economist οι δικαστές πολύ σπάνια ασχολούνται με το εάν οι ομολογίες είναι πραγματικές ή εάν δίνονται οικειοθελώς ενώ το ίδιο το δικαστικό σύστημα, που δεν ευνοεί την αντιπαράθεση επιχειρημάτων μεταξύ κατηγορούσας αρχής και υπεράσπισης, συμβάλει προς την κατεύθυνση της μη αμφισβήτησης των ομολογιών. «Κι όμως συνεχώς αθώοι άνθρωποι εμφανίζονται να ομολογούν τη διάπραξη εγκλημάτων ελπίζοντας σε μια επιεικής ποινή – ή απλά ελπίζοντας πως θα σταματήσει η ανάκριση».

Στο ρεπορτάζ μάλιστα αναφέρεται και το χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας μητέρας η οποία καταδικάστηκε για τη δολοφονία της κόρης της- με κίνητρο την είσπραξη χρημάτων από την ασφαλιστική εταιρία- και τον Οκτώβριο αφέθηκε ελεύθερη αφού αποδείχθηκε η αθωότητά της. Επίσης τον τελευταίο χρόνο, σύμφωνα με τον Economist αφέθηκε ελεύθερος και ο Iwao Hakamada μετά από 46 χρόνια φυλάκισης και αγωνίας αφού του είχε επιβληθεί η θανατική ποινή. Τελικά ο δικαστής αποφάνθηκε πως ο τρόπος απόσπασης της ομολογίας δεν ήταν «ασφαλής» αφού ο άνδρας είχε πέσει θύμα βασανισμού κατά τη σύλληψή του.

«Δικηγόρος εκτιμά πως μία στις δέκα από τις καταδικαστικές αποφάσεις που οδηγούν στη φυλάκιση βασίζονται σε ψευδείς ομολογίες. Είναι αδύνατον να γνωρίζει κανείς τον ακριβή αριθμό αλλά όταν το 99,8% των διώξεων καταλήγουν σε καταδικαστικές αποφάσεις, καθίσταται εμφανές πως η ζυγαριά τη δικαιοσύνης δεν ισορροπεί», καταλήγει το ρεπορτάζ.

Πηγές: Economist, The Washington Post,UNODC, Vox