ΤΟ BLOG
21/12/2017 10:14 EET | Updated 21/12/2017 10:14 EET

Κάνοντας unboxing την ελληνική επιχειρηματικότητα

sturti via Getty Images

Η ετήσια έκθεση για την επιχειρηματικότητα 2016-2017 του ΙΟΒΕ στο πλαίσιο του διεθνούς προγράμματος Global Entrepreneurship Monitor (GEM) δείχνει ότι η επιχειρηματικότητα αρχικών σταδίων στην Ελλάδα παρουσίασε κάμψη, παρά το γεγονός ότι το 2016 ήταν μια χρονιά σχετικής σταθεροποίησης της οικονομίας. Σημαντικό ρόλο σε αυτή την αρνητική εξέλιξη φαίνεται να έπαιξε η έντονη αβεβαιότητα που επικρατεί για την πορεία της οικονομικής πολιτικής, καθώς και τα φορολογικά βάρη που πλήττουν τους αυτοαπασχολούμενους και τους ελεύθερους επαγγελματίες.

Ειδικότερα, περίπου 380 χιλ. άτομα ηλικίας 18-64 ετών βρισκόντουσαν στα πρώτα στάδια επιχειρηματικής ενεργοποίησης, αριθμός σαφώς μειωμένος από τον αντίστοιχο του 2015 (περίπου 450 χιλ. άτομα). Μάλιστα, αυτή αποτελεί μία από τις χαμηλότερες διαχρονικά επιδόσεις της χώρας από το 2003 που πραγματοποιείται η συγκεκριμένη έρευνα. Τα σημαντικότερα εμπόδια για την επιχειρηματική δραστηριοποίηση στη χώρα μας είναι η απουσία ενός γενικού πλαισίου εθνικής πολιτικής για την επιχειρηματικότητα, η γραφειοκρατία, και η φορολογία που υφίστανται οι νέες επιχειρήσεις. Επιπλέον, τροχοπέδη στην επιχειρηματικότητα αποτελούν: η δυσκολία πρόσβασης σε πηγές χρηματοδότησης, ο τρόπος λειτουργίας του πολιτικού και κοινωνικού περιβάλλοντος, και τα διάφορα εμπόδια που εμφανίζονται κατά την είσοδο ενός νέου εγχειρήματος στην αγορά.

Όσον αφορά τα λουκέτα που μπήκαν κατά το προηγούμενο έτος, το 3,8% του πληθυσμού (γύρω στα 260 χιλ. άτομα) διέκοψε ή ανέστειλε την επιχειρηματική του δραστηριότητα. Το ποσοστό αυτό είναι υψηλότερο από το αντίστοιχο του 2015 (3%). Ο κυριότερος λόγος (7 στους 10) της διακοπής ή αναστολής της λειτουργίας των επιχειρήσεων είναι η έλλειψη κερδοφορίας. Βέβαια, πρέπει να αναφέρουμε σε αυτό το σημείο ότι σε μια οικονομία με υψηλά επίπεδα επιχειρηματικότητας είναι λογικό να υπάρχουν και πολλές αποτυχίες. Αυτό που θα πρέπει να επανεξεταστεί είναι ο σχεδιασμός πολιτικών για την τόνωση της επιχειρηματικότητας. Είναι απαραίτητο να δοθεί έμφαση στα ποιοτικά χαρακτηριστικά των νέων εγχειρημάτων ούτως ώστε να προκύψουν πολλαπλασιαστικά οφέλη στην οικονομία που τα περιβάλλουν.

Μια σημαντική διάκριση που αφορά την επιχειρηματικότητα είναι σχετικά με το αν αυτή προέρχεται από ανάγκη ή ευκαιρία. Η Ελλάδα, συγκριτικά με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες καινοτομίας με τις οποίες (ευτυχώς ακόμη) μπορούμε να συγκριθούμε, η επιχειρηματικότητα ευκαιρίας κινείται σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα (55,8%) ενώ, αντίθετα, η επιχειρηματικότητα ανάγκης βρίσκεται σε υψηλότερα (22,8%). Και αυτό το στοιχείο δείχνει ότι οι άνθρωποι που ξεκινάνε μια επιχειρηματική δραστηριότητα το κάνουνε περισσότερο για βιοποριστικούς λόγους και λιγότερο για την αξιοποίηση μιας επιχειρηματικής ευκαιρίας που διακρίνουν στον ορίζοντα.

Η τελευταία παραδοχή έρχεται να επιβεβαιωθεί από ένα ακόμα σημαντικό εύρημα που αφορά το εκπαιδευτικό επίπεδο των επιχειρηματιών αρχικών σταδίων. Το 42% είναι απλώς απόφοιτοι Λυκείου, ποσοστό που έχει ενισχυθεί από το αντίστοιχο του 2015. Ελάχιστοι είναι εκείνοι που διαθέτουν μεταπτυχιακό (7,8%), κάτι που μαρτυρά τη «ρηχή» επιχειρηματικότητα που καλπάζει τα τελευταία χρόνια στο ελληνικό περιβάλλον. Συν τοις άλλοις, υποχώρηση σημειώνεται στη γυναικεία επιχειρηματικότητα μετά από τρεις συνεχείς χρονιές ανόδου. Πιο συγκεκριμένα, περίπου 168 χιλ. γυναίκες επιχειρηματίες (4,8%) βρίσκονται στα αρχικά στάδια έναρξης ενός εγχειρήματος έναντι 6% που ήταν το 2015. Ωστόσο, το ποσοστό της γυναικείας επιχειρηματικότητας παραμένει υψηλό (42%), γεγονός που δικαιολογείται από την ανάγκη για εργασία ολοένα και περισσότερων γυναικών μέσα στα νοικοκυριά εξαιτίας της οικονομικής κρίσης.

Για ακόμη μια φορά βασική πηγή χρηματοδότησης των νέων επιχειρήσεων αποτελεί το στενό ή ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον (84%). Αυτό δείχνει αφενός την απουσία χρηματοδοτικών εργαλείων προκειμένου να κάνει κάποιος ένα επιχειρηματικό ξεκίνημα αλλά, αφετέρου, προδιαθέτει σε πολλές περιπτώσεις την αποτυχία της ιδέας, αφού η απόφαση για χρηματοδότηση γίνεται κυρίως με συναισθηματικά παρά με αντικειμενικά κριτήρια.

Σε επίπεδο κλάδου, διαφαίνεται εκ νέου ένα ενδιαφέρον στα εγχειρήματα λιανικής, όπως συνέβαινε στην προ κρίσης εποχή. Άλλωστε, το 2016 υπήρξε μια μικρή ενίσχυση της ιδιωτικής κατανάλωσης και σε κάποιο βαθμό υποστηρίζεται το συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Οι υπηρεσίες προς τους καταναλωτές συνοδεύονται τις περισσότερες φορές και με χαμηλά καινοτομικά αποτελέσματα. Πράγματι, 3 στους 5 επιχειρηματίες θεωρούν ότι κανένας (δυνητικός) πελάτης δε θα θεωρήσει τα προϊόντα ή/και τις υπηρεσίες τους νέες και πρωτοποριακές. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα στοιχεία που αναφέρονται στον πρωτογενή τομέα, ο οποίος συνεχίζει να έχει μία από τις υψηλότερες επιδόσεις διαχρονικά (7,7%), αλλά το μεγάλο ποσοστό που εμφάνισε το 2015 (12%) φαίνεται να είναι συγκυριακό.

Η δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης μάλλον δε θα προέλθουν μέσα από τα νέα εγχειρήματα, αφού σχεδόν 1 στους 3 επιχειρηματίες αρχικών σταδίων φαίνεται να μην απασχολεί κανέναν άλλον στην νέα επιχείρηση, ενώ 3 στους 5 απασχολούν έως 5 άτομα κατά την έναρξη. Πρόκειται για πολύ μικρές επιχειρήσεις που προσφέρουν κατά βάση απασχόληση στους ίδιους τους ιδρυτές τους. Ακόμη, σχεδόν 3 στους 4 επιχειρηματίες αρχικών σταδίων εκτιμούν ότι την επόμενη πενταετία θα δημιουργήσουν τουλάχιστον μια θέση εργασίας, με τους περισσότερους όμως (58%) να δηλώνουν ότι οι θέσεις αυτές δεν αναμένεται να είναι πάνω από πέντε.

Η εξωστρέφεια είναι ένα στοιχείο που δε χαρακτηρίζει τις εξεταζόμενες επιχειρήσεις. 1 στους 3 επιχειρηματίες απευθύνεται αποκλειστικά στην εγχώρια αγορά, ενώ ίδιο είναι και το ποσοστό των επιχειρήσεων που δηλώνει ότι πάνω από το ¼ του τζίρου τους προέρχεται από πελάτες εξωτερικού, επίδοση ελαφρώς χαμηλότερη από τον μέσο όρο των χωρών καινοτομίας (35%). Ο εξαγωγικός προσανατολισμός των επιχειρήσεων φαίνεται να σχετίζεται με τον σχετικά υψηλό αριθμό εγχειρημάτων υπηρεσιών στον κλάδο του τουρισμού και των συναφών δραστηριοτήτων, που έτσι κι αλλιώς συνδέονται με τον εξωστρεφή χαρακτήρα τους. Επιπροσθέτως, για πρώτη φορά ενισχύεται τόσο η έκταση των εξαγωγών όσο και η έντασή τους, καθώς το ποσοστό όσων εξάγουν πάνω από το 25% του κύκλου εργασιών τους για πρώτη φορά ξεπερνά το 70%.

Θα κλείσουμε με ένα αισιόδοξο εύρημα της συγκεκριμένης μελέτης που αφορά την αντίληψη των πολιτών για την επιχειρηματικότητα. Αν και σχεδόν διαχρονικά οι περισσότεροι αναζητούν επαγγελματική αποκατάσταση που να συνδέεται με το δημόσιο, μέσω αυτής της έρευνας ανακαλύπτουμε ότι πολλοί είναι πλέον αυτοί (64%) που δηλώνουν ότι η επιχειρηματικότητα αποτελεί μια καλή επαγγελματική σταδιοδρομία και ένα 66% δηλώνει ότι οι επιτυχημένοι επιχειρηματίες αντιμετωπίζονται με σεβασμό και καταξίωση. Φυσικά, ο φόβος της αποτυχίας παραμένει το «αιώνιο» πρόβλημα (70%).