ΚΟΙΝΩΝΙΑ
30/11/2017 12:23 EET | Updated 30/11/2017 12:42 EET

Κι όμως τα παιδιά αναπτύσσουν φυλετικές προκαταλήψεις και μάλιστα από πολύ μικρή ηλικία

ideabug via Getty Images

Παρουσιάζουν τα παιδιά από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ζωής τους φυλετικές προτιμήσεις και προκαταλήψεις; Και όμως ναι. Μάλιστα τα παιδιά έχουν από πολύ μικρή ηλικία επίγνωση της φυλής και της διαφορετικότητας γι αυτό και παρεμβάσεις με στόχο τον περιορισμό των προκαταλήψεων δεν θα πρέπει να εστιάζουν σε λογικές που διαγράφουν την ίδια την ιδέα της ύπαρξης των διαφορετικών φυλών. 

Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγει μια νέα μελέτη που διεξήχθη στο Πανεπιστήμιο York του Τορόντο του Καναδά και φαίνεται να καταρρίπτει προϋπάρχουσες θεωρίες πως δεν υπάρχει ρατσισμός, έστω και υποβόσκον,  στην παιδική ηλικία.

Συγκεκριμένα οι ερευνητές, σε τρεις διαφορετικές έρευνες που διεξήγαγαν, ανακάλυψαν πως τα λευκά παιδιά έδειξαν να είναι προκατειλημμένα υπέρ της φυλής τους, όταν τους έδειξαν εικόνες λευκών και μαύρων παιδιών. Ωστόσο το είδος και ο βαθμός της προκατάληψης διαφέρει ανάλογα με το τι τους ζητήθηκε να κάνουν.

Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο Child Development, διεξήχθη υπό την επίβλεψη της καθηγήτριας Jennifer Steele και αντικείμενο αυτής ήταν η καλύτερη κατανόηση των «αυτοματοποιημένων» συμπεριφορών που παρουσιάζουν τα παιδιών προς άλλες φυλές. Το δείγμα της έρευνας ήταν 359 λευκά παιδιά ηλικίας 5 έως 12 ετών τα οποία υποβλήθηκαν σε εξειδικευμένα τεστ.

Στα αποτελέσματα φαίνεται πως τα παιδιά, τόσο τα μικρότερα ηλικίας 5-8 ετών αλλά και τα μεγαλύτερα ηλικίας 9-12 χρόνων ανακλαστικά σχεδόν έδειξαν να είναι πιο θετικά προδιατεθειμένα προς τα λευκά παιδιά που ήταν μεταξύ συγκεκριμένων φωτογραφιών που τους δόθηκαν, έναντι των μαύρων παιδιών.

«Όταν ζητήσαμε από τα παιδιά να κατηγοριοποιήσουν τις φωτογραφίες ανάλογα με τη φυλή, τόσο τα μικρότερα όσο και τα μεγαλύτερα λευκά παιδιά παρουσίασαν μια προκατάληψη υπέρ των λευκών παιδιών. Πολύ γρήγορα ταίριαζαν τις φωτογραφίες λευκών παιδιών με θετικές εικόνες και τις φωτογραφίες μαύρων παιδιών με αρνητικές εικόνες, ενώ δυσκολεύτηκαν να κάνουν την αντίστροφη αντιστοίχηση»λέει η Steele.

Ωστόσο, όταν τους ζητήθηκε να ταξινομήσουν τα πρόσωπα αλλά όχι βάση φυλής, οι επιστήμονες παρατήρησαν πως εμφανίστηκε ένα διαφορετικό μοτίβο σιωπηρής προκατάληψης. Στο επίμαχο τεστ τα παιδιά έπρεπε να αποφασίσουν πολύ γρήγορα εάν οι ουδέτερες εικόνες που τους παρουσίασαν ήταν ευχάριστες ή δυσάρεστες. Πριν δουν μια τέτοια ουδέτερη εικόνα έβλεπαν για λίγο μια φωτογραφία ενός μαύρου ή λευκού παιδιού. Σε αυτή την περίπτωση τα παιδιά δεν παρουσίασαν καμία ένδειξη αυτόματης αρνητικής προδιάθεσης προς τις εικόνες των μαύρων παιδιών, παρά το γεγονός ότι επέδειξαν και πάλι μια πιο θετική στάση απέναντι στα λευκά παιδιά έναντι των μαύρων.

«Σε αυτή τη μέτρηση, μόνο τα μικρότερα σε ηλικία λευκά παιδιά έδειξαν φυλετική προτίμηση. Συγκεκριμένα είχαν μια πιο θετική διάθεση προς τα λευκά παιδιά και μια μη-αρνητική αντίδραση προς τα μαύρα παιδιά» λέει η καθηγήτρια.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης πως τα μεγαλύτερα παιδιά, ηλικίας 9 έως 12 ετών, δεν παρουσίαζαν μια αυτοματοποιημένη θετική στάση απέναντι στα λευκά παιδιά των εικόνων που τους παρουσιάστηκαν κάτι που, όπως λέει η δρ.Steele, προκύπτει και σε άλλες μελέτες στις οποίες έχει διαπιστωθεί πως άλλοι παράγοντες όπως π.χ. τα κοινά ενδιαφέροντα, αξιολογούνται ως πιο σημαντικά για τα παιδιά όσο μεγαλώνουν. Συνδυαστικά, τα αποτελέσματα των ερευνών δείχνουν πως οι θετικές και αρνητικές φυλετικές συμπεριφορές μπορούν να παρουσιάζονται και να αναπτύσσονται παράλληλα.

Τα ευρήματα της έρευνας εκτιμάται πως μπορεί να συμβάλλουν σημαντικά στον τρόπο εκπόνησης προγραμμάτων με στόχο τον περιορισμό των προκαταλήψεων στην παιδική ηλικία. Η Steele μάλιστα εκτιμά πλέον πως διάφορες μορφές παρεμβάσεων που έχουν σχεδιαστεί προς αυτή την κατεύθυνση δεν είναι οι ενδεδειγμένες για τις πολύ μικρές ηλικίες  και θα πρέπει να αντικατασταθούν με δραστηριότητες που ενθαρρύνουν τα παιδιά να βλέπουν θετικά και τις δύο φυλές, αν και πιστεύει ότι απαιτείται πιο ενδελεχής έρευνας προκειμένου να σχεδιαστούν οι σωστές δραστηριότητες.

«Αυτό που γνωρίζουμε είναι πως τα παιδιά στην πρώιμη παιδική ηλικία έχουν την τάση να είναι εγωκεντρικά και κοινωνικο-κεντρικά. Νομίζουν πως είναι οι καλύτεροι και πως και όσοι τους μοιάζουν είναι επίσης. Γι αυτό και συνιστούμε οι όποιες παρεμβάσεις γίνονται να μην θέτουν υπό αμφισβήτηση αυτή την πεποίθησή τους αλλά να προωθούν την άποψη πως άνθρωποι που φαίνονται διαφορετικοί από αυτά τα παιδιά συχνά έχουν πολλά κοινά με αυτά και μπορούν επίσης να είναι σπουδαίοι».

Προσθέτει μάλιστα πως η προώθηση τέτοιων αντιλήψεων μπορούν να φανούν πολύ χρήσιμες μέσα σε μια σχολική αίθουσα.

«Είναι σημαντικό οι εκπαιδευτικοί στην τάξη τους να παρουσιάζουν οφέλη της διαφορετικότητας και να εκθέτουν τα παιδιά σε θετικά πρότυπα ανθρώπων που έχουν διαφορετικό υπόβαθρο. Ζούμε σε μια ολοένα και πιο πολυπολιτισμική κοινωνία και η έκθεση των παιδιών σε αυτήν - ακόμη και μέσα από βιβλία ή μέσα ενημέρωσης – μπορεί να τα κάνει να αισθάνονται πιο άνετα. Τα παιδιά έχουν μερική επίγνωση της φυλής από νεαρή ηλικία, και αυτό που δείχνει η έρευνα είναι πως η υιοθέτηση μιας προσέγγισης που δεν αναγνωρίζει τη διαφορά μεταξύ των φυλών δεν είναι και η καλύτερη».