ΤΟ BLOG
10/01/2020 15:23 EET | Updated 10/01/2020 15:25 EET

«Λεπορέλλα»

Μια νουβέλα – ελεγεία για όσους/ες δεν αγαπήθηκαν γίνεται όπερα στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ

Α. Σιμόπουλος
Λεπορέλλα

Μια νουβέλα «δωματίου» του κορυφαίου Αυστριακού συγγραφέα Στέφαν Τσβάιχ η οποία διαδραματίζεται στην Βιέννη του μεσοπολέμου μετατρέπεταιστην ομότιτλη νέα όπερα του Γιώργου Κουρουπού σε λιμπρέτο της Ιουλίτας Ηλιοπούλου. Η «Λεπορέλλα», σε μουσική διεύθυνση Νίκου Βασιλείου, σκηνοθεσία Πάρι Μεξη, τις Ειρήνη Καράγιαννη και Αρτεμη Μπόγρη να εναλλάσσονται στον κεντρικό ομώνυμο ρόλο, άλλες τέσσερις λυρικές ερμηνεύτριες και δύο λυρικούς ερμηνευτές να συμπληρώνουν την διανομή και με την συνοδεία ενδεκαμελούς ενόργανου συνόλου και της παιδικής χορωδίας της ΕΛΣ κάνει πρεμιέρα αύριο και θα παρουσιαστεί μόνο για έξι παραστάσεις, μέχρι και τις 26 Ιανουαρίου, στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ.

Γιώργος Κουρουπός

Photo Credit -Α. Σιμόπουλος
.Γιώργος Κουρουπός

«Η στέρηση, κάθε είδους και με όλες τις έννοιες, είναι από τις σταθερές και διαχρονικές παραμέτρους της ανθρώπινης ζωής»

Ο σπουδαίος συνθέτης μιλάει για το τι τον ώθησε να μετατρέψει ένα πεζογράφημα σε έργο μουσικού θεάτρου αλλά και για την πεποίθηση του ότι η όπερα, με την «παραδοσιακή» μάλιστα μορφή της, έχει θέση στην ψυχαγωγία του εικοστού πρώτου αιώνα.

Η επιλογή της νουβέλας του Τσβάιχ ως θέματος έγινε από την καλλιτεχνική διεύθυνση της Εναλλακτικής Σκηνής της ΕΛΣ όταν σας δόθηκε η ανάθεση ή είχε γίνει ήδη από εσάς;

Οχι, η «Λεπορέλλα» ήταν δική μου συγκεκριμένη πρόταση προς την καλλιτεχνική διεύθυνση της ΕΛΣ. Αρχικά μάλιστα επρόκειτο να παρουσιαστεί στην Κεντρική Σκηνή αλλά μια σειρά από λόγοι οδήγησαν να παιχτεί τελικά στην Εναλλακτική Σκηνή.

Μπορεί ένα πεζογράφημα να μετατραπεί σε όπερα, καταρχήν δηλαδή να γίνει έμμετρος λόγος, δίχως να απωλέσει πλην της δομής του και το πνεύμα του;

Φυσικά και μπορεί αρκεί να διαθέτει θεατρικότητα και, έχοντας γράψει την μουσική πάρα πολλών θεατρικών παραστάσεων, θεωρώ ότι έχω τις γνώσεις, την πείρα αλλά και το αισθητήριο – ή το ένστικτο, αν το προτιμάς έτσι – για να το αντιληφθώ. Αυτό ήταν που με κέρδισε αμέσως στη νουβέλα του Τσβάιχ, ότι ήδη από την πρώτη φορά που την διάβασα διαπίστωσα ότι όχι μόνον διέθετε θεατρικότητα αλλά και θεατρική δομή, είναι ένα έτοιμο θεατρικό έργο! Έτσι αποφάσισα να το μεταφέρω στη σκηνή με την μορφή μιας όπερας. Να συμπληρώσω επίσης ότι το λιμπρέτο μιας όπερας μπορεί μεν συνήθως να είναι έμμετρο αλλά αυτό δεν σημαίνει και ότι είναι αναγκαίο ή, πολύ περισσότερο, επιβεβλημένο.

Πιστεύετε ότι η ίδια νουβέλα θα μπορούσε να έχει γραφτεί από έναν Ελληνα συγγραφέα εκείνης της περιόδου;

Οχι γιατί κυρίως οι κοινωνικές και λιγότερο οι πολιτικές συνθήκες του συγκεκριμένου χωροχρόνου παίζουν πολύ μεγάλο ρόλο στην διαμόρφωση της πλοκής. Δύσκολο λοιπόν να είχε γραφτεί η ίδια ακριβώς ιστορία από Ελληνα σύγγραφε της εποχής αλλά, ακόμα και αν είχε συμβεί αυτό, θα ήταν ένα εντελώς άλλο βιβλίο το οποίο δεν είμαι καθόλου σίγουρος για το αν θα με παρακινούσε και θα με ενέπνεε να το μετατρέψω σε όπερα.

Εντοπίζετε λοιπόν διαχρονικά στοιχεία στο κείμενο του Τσβάιχ τα οποία το καθιστούν δυνατό να απευθυνθεί στο σημερινό κοινό, αυτό δηλαδή της Αθήνας του 2020 που θα παρακολουθήσει το έργο σας;

Προφανώς και ναι, το ψυχολογικό υπόβαθρο της νουβέλας το οποίο είναι και εκείνο που κυρίως με ενδιέφερε είναι κάτι ανεξάρτητο και διαφορετικό από την πλοκή της όσο και αν φυσικά πηγάζει από αυτήν. Υπό αυτή την έννοια η βάση της ιστορίας και η ψυχολογία των χαρακτήρων είναι όντως διαχρονικά, για να μην πω και πανανθρώπινα. Κάποια από τ πράγματα για τα οποία μιλάει ο Τσβάιχ σε αυτό το κείμενο είναι αλληλένδετα με την ανθρώπινη φύση παντού και πάντα., στα εβδομήντα οκτώ χρόνια του βίου μου είχα την ευκαιρία να το διαπιστώσω πολύ καλά αυτό. Ιδιαίτερα η στέρηση, όποια και αν είναι και με όποιαν έννοια και αν συμβαίνει, είναι κάτι που πάντα έκανε και θα κάνει τον άνθρωπο να υποφέρει και υπό ορισμένες συνθήκες μπορεί να οδηγήσει σε σκάψεις, αποφάσεις και πράξεις τόσο τραγικές όσο και εκείνες της εν λόγω νουβέλας.

Η φιλία, σε ένα βαθμό και μαθητεία σας δίπλα στον Μάνο Χατζιδάκι, αναμφίβολα έχει επηρεάσει πάρα πολύ τον τρόπο που συνθέτετε τραγούδια τα οποία όμως αποτελούν ένα πολύ μικρό τμήμα του έργου σας. Ισχύει το ίδιο και για την σκηνική μουσική σας ανάμεσα στην οποία φυσικά βρίσκονται και οι όπερες σας;

Ο Μάνος Χατζιδάκις είχε μια πραγματικά μοναδική μελωδικότητα, τέτοια που ανάλογη της, τουλάχιστον στην Ελλάδα, δεν υπάρχει, ίσως μόνο στο εξωτερικό. Το αξιοθαύμαστο, σχεδόν μαγικό μαζί του είναι το πως μελοποιούσε κείμενα, ποίηση. Το έκανε με τέτοιο τρόπο ώστε στο τέλος κυριολεκτικά δεν μπορείς να διακρίνεις πού τελειώνει η μουσική και που αρχίζει ο λόγος και το αντίστροφο βέβαια, με αποκορύφωμα ίσως το «Ο Μεγάλος Ερωτικός». Είναι αδύνατο λοιπόν να μην έχω επηρεαστεί από εκείνον στο σύνολο του έργου μου και ανεξάρτητα από την κατά περίπτωση φόρμα. Το ίδιο όμως ισχύει και για τον αγαπημένο μου δάσκαλο στην Γαλλία, τον μεγάλο Ολιβιέ Μεσιάν, όπως επίσης και για τον τόσο σπουδαίο ημέτερο Γιάννη Χρήστου με τον οποίο ευτύχησα να συνεργαστώ για μικρό διάστημα. Δεν θα αποκρύψω όμως ότι είμαι παιδί της μουσικής του εικοστού αιώνα στο σύνολο της, από τις απαρχές της με τους ιμπρεσιονιστές μέχρι τον σειραϊσμό και τον Στραβίνσκι ενώ έχω μελετήσει πολύ και την αρχαία ελληνική μουσική αν και, στην συγκεκριμένη όπερα τουλάχιστον, αυτό το στοιχείο είναι σχεδόν ανύπαρκτο.

Να υποθέσω ότι λόγω του χωροχρόνου στον οποίο διαδραματίζεται υπάρχουν πολλά δωδεκαφθογγικά στοιχεία στην συγκεκριμένη όπερα σας;

Σαφώς υπάρχουν πολλά σειραϊκά στοιχεία όπως όμως και από την μεγάλη και όχι λίγο σημαντική παράδοση της βιενέζικης οπερέτας καθώς στο πρώτο μέρος της νουβέλας, άρα και στην όπερα, η δράση είναι σχεδόν εύθυμη, για να μην πω κωμική, δίχως τίποτα να προμηνύει την τραγική συνέχεια.

Υπάρχει χώρος και κοινό για την όπερα στην σημερινή, τόσο διαφορετική και εξελισσόμενη με ταχύτατους ρυθμούς πραγματικότητα;

Η όπερα, τουλάχιστον η κλασική, «παραδοσιακή» όπερα που υπηρετώ εγώ και όχι οι νεωτερικές ή και πρωτοποριακές τάσεις της, υπάρχει πλέον για περισσότερους από τέσσερις αιώνες. Σε αυτό το διάστημα υπήρξαν περίοδοι, για παράδειγμα από την λήξη του δευτέρου παγκοσμίου πόλεμου μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’60, που είχε σχεδόν εξαφανιστεί ως ιδίωμα, δεν ήταν καθόλου δημοφιλής. Υποθέτω ότι αυτό έχει να κάνει με το ότι οι παραγωγές οπερετικών έργων είναι δαπανηρές και πολλών και υψηλών απαιτήσεων, ερμηνευτές/ιες πολύ μεγάλων ικανοτήτων και με πολύ δυνατές φωνές κ.λπ. Πάντα όμως επανέρχεται και δεν νομίζω ότι θα αλλάξει ποτέ αυτό γιατί το μουσικό θέατρο είναι πια τμήμα της μεγάλης θεατρικής, παράδοσης, έχει ενσωματωθεί στην κουλτούρα της ψυχαγωγίας μας και δεν νομίζω οι άνθρωποι να πάψουν ποτέ να ενδιαφέρονται για αυτό και να τους αρέσει.

Τι να περιμένει λοιπόν το κοινό από αυτήν συγκεκριμένα;

Δίχως να θέλω καθόλου να περιαυτολογήσω πιστεύω ότι είναι από τα πλέον ώριμα έργα μου, είμαι αληθινά ικανοποιημένος από αυτό. Καθώς λοιπόν όλοι οι υπόλοιποι συντελεστές/ιες είναι χωρίς καμία εξαίρεση άριστοι/ες νομίζω ότι το κοινό θα παρακολουθήσει μαι παράσταση υψηλής αισθητικής αξίας την οποία ελπίζω και να απολαύσει!

Ιουλίτα Ηλιοπούλου

Ιουλίτα Ηλιοπούλου

«Δυστυχώς οι άνθρωποι πολύ συχνά ζουν μέσα από προβολές και μεταθέσεις»

Η καταξιωμένη ποιήτρια αλλά και συγγραφέας παιδικών βιβλίων τονίζει ότι πρωταρχικό μέλημα της κατά την συγγραφή του λιμπρέτου ήταν το να διατηρήσει το πνεύμα και το περιεχόμενο αλλά κάθε άλλο παρά την γλωσσική/λεκτική μορφή της νουβέλας.

Αν δεν ήταν πρόταση του Γιώργου Κουρουπού με τον οποίο συνεργάζεστε πολύ τακτικά θα σκεφτόσαστε ποτέ να αναλάβετε την συγγραφή αυτού του λιμπρέτου; Αυτό που εννοώ είναι ,η νουβέλα όχι απλά ως περιεχόμενο αλλά ως λογοτεχνικό έργο θα σας έλκυε αρκετά ώστε να ασχοληθείτε δημιουργικά μαζί της;

Η συγγραφή ενός λιμπρέτου πιστεύω ότι προκύπτει από έναν δημιουργικό διάλογο με τον συνθέτη, δεν ξεκινάς συνήθως μόνος/η σου να γράψεις ένα λιμπρέτο. Μιλώντας ειδικά για το συγκεκριμένο έργο θα έλεγα ότι η ψυχαναλυτική αυτή νουβέλα του Στέφαν Τσβάιχ, όντας αληθινά συναρπαστική, προκαλεί και τον ποιητή πέρα από τον συνθέτη. Ένα έργο που καθρεφτίζει με απλότητα, στοχεύοντας στο καίριο, το βάθος της ανθρώπινης ψυχής γίνεται μια σπουδαία αφορμή δημιουργίας και, επειδή πιστεύω βαθιά στο ενιαίο της ποιητικής λειτουργίας, δεν είχα ενδοιασμό να ασχοληθώ με αυτό το ιδίωμα Άλλωστε δεν νιώθω κανένα εμπόδιο στο πέρασμα από ένα είδος λόγου σε άλλο. Αρκεί, αφού πρόκειται για λιμπρέτο, να μην σέβεσαι μόνο την ποίηση αλλά και την θεατρική οικονομία πρωτίστως.

Ως προς ποια σημεία και παραμέτρους του θεωρείτε ότι το πρωτότυπο κείμενο αφορά τον σύγχρονο άνθρωπο όσο και αυτόν της εποχής κατά την οποία γράφτηκε;

Τα διαχρονικά στοιχεία της ιστορίας πιστεύω ότι υπερτερούν αυτών που την τοποθετούν στην εποχή της γραφής της. Η αληθινή άλλωστε ανάπτυξη του έργου βασίζεται στα διαχρονικά στοιχεία καθώς ο συγγραφέας φωτίζει τις ψυχικές καταστάσεις των ηρώων του πολύ περισσότερο από την συμβατική τους θέση στην κοινωνία, θέση που αναμφίβολα έχει ενισχύσει κάποιες καταστάσεις. Η Λεπορέλλα ωστόσο μας απασχολεί όχι τόσο γιατί είναι υπηρέτρια στο σπίτι βαρόνων στην αρχή του εικοστού αιώνα αλλά γιατί είναι μια αδρή γυναίκα που βιώνοντας μονοδιάστατα την ζωή της - ζώντας πίσω απ’ τον τοίχο - φτάνει με αναλγησία να υπερβεί κάθε όριο λογικής ή συναισθήματος. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τους άλλους ήρωες. Το ζεύγος των βαρόνων το βλέπουμε ως δύο πρόσωπα, αδιακρίτως κοινωνικής θέσεως ή χρονικής τοποθέτησης, που ζουν μέσα σε ψέματα και στερήσεις. Δυστυχώς και ο χθεσινός και ο σημερινός ή αυριανός άνθρωπος ζουν και θα ζουν συχνά μέσα από προβολές και μεταθέσεις.

Ποιο θεωρείτε το δυσκολότερο στοιχείο, γενικότερα και ειδικά σε αυτή την περίπτωση, της μετατροπής ενός πεζού κειμένου σε έμμετρο ώστε να διατηρηθεί όχι μόνο το περιεχόμενο και το νόημα του αλλά και η λογοτεχνική φύση του, ακόμα και, αν είναι δυνατόν, το προσωπικό ύφος του συγγραφέα του;

Το λιμπρέτο είναι διαφορετικό είδος, πολύ σωστά δηλώνουμε ότι βασίστηκε στην νουβέλα και δεν είναι η νουβέλα. Φυσικά ακολούθησα όλη την ιστορία, την δραματουργική της εξέλιξη, αλλά δεν κράτησα ούτε μία λέξη από την αφήγηση. Έδωσα τον δικό μου λόγο, την δική μου έκφραση στους ήρωες που πράττουν σύμφωνα με τον Τσβάιχ. Έμεινα πιστή στην εξέλιξη της ιστορίας και απολύτως ελεύθερη στην έκφραση, στην διάρθρωση, στον φωτισμό των ψυχικών διακυμάνσεων των ηρώων. Αυτό ίσως να είναι και το πιο δύσκολο, να είσαι πιστός αλλά και ελεύθερος συνάμα. Στην νουβέλα, για παράδειγμα, η κεντρική ηρωίδα δεν λέει παρά ελάχιστες λέξεις. Έπρεπε λοιπόν να κρατήσω την σιωπή της ψυχής της όχι των χειλιών της. Το ύφος για το οποίο λες στην δική μου εκτίμηση πρέπει να είναι το ύφος των ηρώων του Τσβάιχ μέσα από την δική μου ευαισθησία και εκφραστική μέθοδο.

Δώσατε κάποιες ιδέες ή κάνατε κάποιες προτάσεις στον Γ. Κουρουπό ως προς την φύση βέβαια και όχι την μορφή ή την γραφή πολύ περισσότερο της μουσικής του ή απλά του παραδώσατε το λιμπρέτο θεωρώντας ότι το μουσικό σκέλος είναι αποκλειστικά της δικής του αρμοδιότητας;

Ένα λιμπρέτο νομίζω ότι δεν παραδίδεται, χτίζεται μέσα από συνεχή επικοινωνία με τον συνθέτη. Στη περίπτωση της Λεπορέλλας η συνεχής βαθιά επικοινωνία με τον Γιώργο Κουρουπό, η ανταλλαγή ιδεών, σκέψεων, αναγνώσεων της ψυχικής κατάστασης των ηρώων ήταν ουσιαστική για την διαμόρφωση του έργου. Αυτό δεν σημαίνει ότι έδωσα μουσικές ιδέες, αν έδωσα κάτι ήταν τον καμβά των λέξεων για να κεντηθεί, να αναπτυχθεί και να δράσει η μουσική του Γιώργου Κουρουπού.

Τέλος, ως γυναίκα, ταυτίζεστε έστω σε ένα βαθμό με έναν από τους δύο κεντρικούς γυναικείους χαρακτήρες ή αντίθετα δεν ταυτίζεστε εμφατικά με κανέναν; Και στις δύο περιπτώσεις, ποιοι είναι οι λόγοι;

Προσωπικά δεν μπορώ να ταυτιστώ εύκολα με λογοτεχνικούς ήρωες. Μπορώ να ταυτιστώ με στίχους, φράσεις και στοχασμούς, με μελωδίες που κάποια στιγμή ή και πάντα μιλούν αληθινά στην ψυχή μου. Στην προκειμένη περίπτωση όμως γράφοντας «έπαιξα», βίωσα όλους τους ρόλους. Θέλω να πω ότι συνειδητά επεδίωξα να προβάλλω το δίκαιο του καθενός. Δεν με ενδιέφερε να χωρίσω τους ήρωες σε καλούς και κακούς αλλά να ακολουθήσω τα βήματα της ψυχής τους, να βιώσω τις επιθυμίες, τα συναισθήματα, την απόγνωση τους, το αδιέξοδο στο οποίο είναι εγκλωβισμένοι αυτοί οι αρχικά καθημερινοί άνθρωποι που στην πορεία βρίσκονται να αποτελούν τραγικά πρόσωπα.

Πάρις Μεξης

Phot Credit Κωστής Φαραζούλης
Πάρης Μέξης

«Η όπερα είναι μεν θέατρο αλλά δίχως την μουσική της δεν υφίσταται καν»!

Ο σκηνοθέτης αλλά και σκηνογράφος και ενδυματολόγος της παράστασης – και εκ των σημαντικότερων νέων προσώπων στον χώρο του μουσικού θεάτρου - αναφέρεται στις προκλήσεις τις οποίες έπρεπε να αντιμετωπίσει αλλά και στις αρχές και τις συνθήκες που ανέκαθεν χαρακτήριζαν και θα συνεχίσουν να διακρίνουν την καλή όπερα.

Καταρχήν θα ήθελα να μου λύσετε μιαν απορία που γνωρίζω ότι έχουν και άλλοι σχετικά με εσάς, ξεκινήσατε από την σκηνογραφία και την ενδυματολογία και περάσατε και στην σκηνοθεσία ή το αντίστροφο; Είναι νομίζω εύλογη απορία γιατί σας έχουμε δει να υπογράφετε παραστάσεις τόσο μόνο με την μία ή την άλλη ιδιότητα σας όσο όμως και με αμφότερες. 

Η δημιουργία πλαισίων αφήγησης είναι η τέχνη μου, το μεράκι μου. Η δουλειά μου όμως είναι η δημιουργία μιας παράστασης που εξυπηρετεί τον λόγο της ύπαρξής της. Προσπαθώ να είμαι χρήσιμος ανάλογα με τις ανάγκες της κάθε παράστασης και την δημιουργική ομάδα στην οποία συμμετέχω ή καθοδηγώ με όλες μου τις δυνάμεις. Όταν δημιουργώ ένα έργο ή με προσκαλούν να σκηνοθετήσω σκηνοθετώ. Όταν με προσκαλούν να δημιουργήσω σκηνικά και κοστούμια δημιουργώ σκηνικά και κοστούμια. Επίσης εργάζομαι σε οποιαδήποτε συνιστώσα μιας παράστασης αν έχω τις αναγκαίες γνώσεις. Για εμένα δεν έχει σημασία να μου πει κάποιος μετά από μια παράσταση την οποία σκηνοθέτησα ή σκηνογράφησα «α, ωραία σκηνοθεσία» ή «ωραίο κοστούμι» αλλά «ωραία παράσταση». Τότε έχουμε επιτελέσει σωστά το έργο μας, όταν δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τα συνθετικά στοιχεία μιας παράστασης αλλά σε ψυχαγωγεί ως όλον. Σε ό,τι αφορά στην επαγγελματική μου πορεία, παρότι σπούδασα την δημιουργία θεάματος ολιστικά, αρχικά επικεντρώθηκα στην ύλη, τον θεατρικό χώρο, το σκηνικό, το κοστούμι, το σκηνικό αντικείμενο, το φως. Ξεκίνησα με την ύλη γιατί είναι ευκολότερο (η ύλη δεν έχει άποψη) και γιατί ήθελα να μπορώ, πριν προσκαλέσω άλλους ανθρώπους στη δημιουργία ενός έργου για το οποίο αναλαμβάνω την ευθύνη, να μπορώ να τους προσφέρω ένα ασφαλές και συγκροτημένο περιβάλλον για να εργαστούν και να δημιουργήσουν και εκείνοι. 

Το κομβικό για εσάς στοιχείο και μέλημα όταν σκηνοθετείτε μία όπερα είναι να υπηρετήσετε σωστά το όραμα των δημιουργών της, πρώτιστα του συνθέτη αλλά και σε ένα βαθμό του συγγραφέα του λιμπρέτου ή να παρουσιάσετε μία άρτια και σωστή παράσταση όπως και σε οποιοδήποτε άλλο είδος θεάτρου; 

Το ένα δεν αναιρεί το άλλο. Μια όπερα είναι ένα παιδί που έχει πολλούς γονείς, αρχικά μια ιδέα, ένα περιστατικό ή ένα μύθο, αργότερα κάποιες φορές έναν συγγραφέα (ή ακόμη και έναν ζωγράφο, γλύπτη κ.λπ.) και τελικά ένα λιμπρετίστα και κυρίως έναν συνθέτη. Από όλους αυτούς ο συνθέτης ορίζει περισσότερο το ρυθμό του παιδιού, ο ρυθμός της όπερας είναι ο χτύπος της καρδιάς της. Όταν το παιδί γεννηθεί θέλει να μεγαλώσει και να γίνει «παράσταση». Κάποια παιδιά είναι εξωστρεφή, κάποια λιγότερο, πάντως όλα θέλουν να τα ακούσουν και να τα προσέξουν. Ο σκηνοθέτης της όπερας μοιάζει με τον παιδαγωγό του παιδιού που το βοηθά να βγει στο κόσμο και να αποκαλύψει τη προσωπικότητά του. Πάντως σε κάθε περίπτωση ο σκηνοθέτης πρέπει να σεβαστεί πρώτα και κύρια τον ρυθμό που έχει εμφυσήσει ο συνθέτης στο έργο. Αλλιώς το παιδί, όσο όμορφο ή έξυπνο και αν είναι, πεθαίνει από...ανακοπή! 

Γνωρίζατε την νουβέλα του Τσβάιχ ή έστω θα μπορούσε να σας ενδιαφέρει και ως ανάγνωσμα ανεξάρτητα από την παράσταση ή ασχοληθήκατε μαζί της μόνον όταν σας ανατέθηκε η σκηνοθεσία; 

Γνώριζα τον Στέφαν Τσβάιχ κυρίως από τα «Ο κόσμος του χθες» και «Αμόκ». Την «Λεπορέλλα» την ανακάλυψα με αφορμή την πρόσκληση του Γιώργου Κουρουπού να σκηνοθετήσω την όπερά του. Είναι μια εξαιρετική ιστορία που πραγματεύεται μία από τις αγαπημένες μου αφορμές για την δημιουργία οποιουδήποτε έργου τέχνης, τις συνθήκες που διαμορφώνουν την ανθρώπινη ψυχολογία. Μία από τις ήδη κερδισμένες μάχες της όπεράς μας είναι η αναζωογόνηση του ενδιαφέροντος για αυτή την υπόθεση. 

Πιστεύετε ότι το χωροχρονικό πλαίσιο και οι κοινωνικές, ακόμα και πολιτικές συνθήκες εντός των οποίων τοποθετείται το έργο καθορίζουν και το σε ποιο κοινό αφορά ή αντίθετα έχει μια διαχρονικότητα; Αν ισχύει το δεύτερο σε ποια στοιχεία του κειμένου θα την εντοπίζατε; 

Η διαχρονικότητα ενός έργου βασίζεται στην ειλικρίνεια και στη σαφήνεια με την οποία παρουσιάζει και πραγματεύεται την ανθρώπινη φύση. Τα πλαίσιο αφήγησης είναι επιτυχημένο όταν εξυπηρετεί αυτό το σκοπό. Δεν εξετάζουμε λοιπόν ένα πλαίσιο ως προς το αν είναι παλαιό ή σύγχρονο αλλά ως προς το πως ακριβώς πλαισιώνει τους χαρακτήρες, τις σχέσεις και τις επιλογές τους. Η «Λεπορέλλα» είναι μια διαχρονική ιστορία. Επιλέξαμε να την παρουσιάσουμε στο χρονικό πλαίσιο που όρισε αρχικώς ο συγγραφέας καταρχήν γιατί το σεβάστηκαν ο συνθέτης και η λιμπρετίστρια και μετά επειδή πιστεύουμε πως ο θεατής θα ενδιαφερθεί να αποθησαυρίσει τα ψυχολογικά στοιχεία που τον αφορούν μέσα από το παρουσιαζόμενο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο. Επίσης είναι η πρώτη παρουσίαση του «Λεπορέλλα» παγκοσμίως. Το πρώτο ανέβασμα ενός έργου οφείλει να είναι όσο το δυνατόν πιο κοντά στις επιδιώξεις των δημιουργών του. 

Ως προς την σκηνοθεσία ακολουθήσατε το λιμπρέτο, ίσως και κάποιες σκηνικές οδηγίες, της Ι. Ηλιοπούλου ή αντίθετα εισάγατε και κάποια στοιχεία που δεν υπάρχουν σε αυτό ή πιθανόν να είναι αντιθετικά ή και αντιφατικά μαζί του; 

Η Ιουλίτα Ηλιοπούλου, εκτός από σημαντική ποιήτρια, είναι ένας υπέροχος άνθρωπος που έχει θεατρική αντίληψη. Οι σκηνικές της οδηγίες ήταν σαφείς, καίριες και χρήσιμες. Αυτό που έφερα εγώ, λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα της σκηνικής μεταφοράς του έργου στο χώρο της Εναλλακτικής Σκηνής της ΕΛΣ, ήταν μια ταύτιση κάποιων χώρων ή την υποδήλωση τους με θεατρικές τεχνικές προκειμένου να κρατήσω όσο γίνεται πιο σφιχτό τον ρυθμό του έργου. Σε αυτή μου την προσπάθεια η Ιουλίτα υπήρξε εξαιρετικά υποστηρικτική και η συνεργασία μας ήταν άψογη. 

Σκηνογραφικά και ενδυματολογικά προσπαθήσατε να «αναπαλαιώσετε» το έργο ή αντίθετα να του προσδώσετε μια πιο διαχρονική αισθητική; 

Όπως προανέφερα για μια σειρά από λόγους σεβάστηκα την εποχή του κειμένου σε ό,τι αφορά στα κοστούμια – άλλωστε ήταν μια εξαιρετική εποχή για την μόδα – αλλά και το σκηνικό και τα σκηνικά αντικείμενα. Υπάρχει όμως ένα – πιστεύω σαφές – σκηνογραφικό σχόλιο όσον αφορά στη γεωμετρία του οίκου στον οποίο διαδραματίζεται το έργο. Σε κάποιο σημείο η βαρόνη αποκαλεί το σπίτι «ένα χάρτινο σπίτι χωρίς παιδιά». Το σπίτι λοιπόν μοιάζει να έχει προκύψει από την αναδίπλωση ενός δισδιάστατου πεδίου του οποίου το δάπεδο διακόπτεται από ένα ρήγμα, το pit της ορχήστρας. Το σπίτι είναι ένα σπίτι «κατ’ επίφαση» και τελικά, όταν η Κρεσέντια -Λεπορέλλα παρακολουθεί τις ερωτικές περιπτύξεις του βαρόνου, ένα «σκηνικό». 

Και μια ίσως λίγο παράξενη ερώτηση για το τέλος που νομίζω όμως ότι έχει και ενδιαφέρον και νόημα. Αν σε μιαν όπερα για έναν ρόλο είχατε δύο μόνον υποψήφιους/ες, έναν/μια που είναι άψογος/η φωνητικά αλλά υστερεί ως ηθοποιός και αντίστοιχα έναν/μια που έχει ερμηνευτικές αδυναμίες αλλά είναι εξαίρετος ηθοποιός ποιον/α θα επιλέγατε και γιατί; 

Στην όπερα συμβαίνει το εξής συναρπαστικό, η μουσική είναι η βάση, χωρίς μουσική δεν υπάρχει όπερα. Όμως ως είδος, είναι θέατρο. Αν το σκηνικό θέαμα δεν είναι ενδιαφέρον – με θεατρικούς όρους – ο θεατής βρίσκεται σε μια ανυπόφορη συναυλία όπου κάτι τύποι μιλάνε ανάμεσα στα τραγούδια και τελικά εύχεσαι να ήταν συναυλία (είδος εξαιρετικά πιο τίμιο από μια κακή όπερα). Η δουλειά του σκηνοθέτη της όπερας είναι να καθοδηγήσει την σκηνική παρουσία των ερμηνευτών/ιών που του προσφέρονται ανάλογα με τους ρόλους τους και πάντα σύμφωνα με το στόχο και την αισθητική της παράστασης. Όταν ένας/μία από αυτούς/ές έχει πλούσια υποκριτική εργαλειοθήκη μπορούμε να εξερευνήσουμε περισσότερους τρόπους για να πλάσει το ρόλο του/της. Όταν είναι περιορισμένη και πάλι οφείλω να τον/την βοηθήσω να πλάσει το ρόλο του/της, απλά θα έχουμε λιγότερες δυνατότητες. Τελικά όμως ο θεατής θα πρέπει να δει και τον/την ικανότερο/η και τον/την λιγότερο ικανό/ή υποκριτικά ως ίσους πάνω στη σκηνή. Είναι δύσκολο, μερικές φορές πολύ, αλλά αυτός είναι ο στόχος, αυτή είναι η δουλειά. Η μουσική ικανότητα όμως είναι αμείλικτη. Αν η τραγουδίστρια δεν έχει το κόντρα φα που χρειάζεται, αν ο τραγουδιστής δεν έχει δύναμη να «περάσει» πάνω από την ορχήστρα κ.λπ. δεν μπορείς να κάνεις τίποτα στις πρόβες για το αλλάξεις. Αν όμως ο τραγουδιστής έχει τις μουσικές δυνατότητες και την υποκριτική δεινότητα μπορεί να κάνει κυριολεκτικά ό,τι θέλει. Όταν η Μαρία Κάλλας κλαίει χάνει νότες, δεν γίνεται αλλιώς, όμως κλαίει! Είναι σωστό ή λάθος; Κατά την προσωπική μου άποψη είναι σωστό αλλά αντικειμενικά είναι θέατρο. Αυτή είναι η όπερα! 

Και προσωπικά κάτι με κάνει να πιστεύω ότι η «Λεπορέλλα» θα είναι μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα σύγχρονη όπερα...