ΤΟ BLOG
18/03/2019 11:56 EET | Updated 18/03/2019 11:56 EET

Μιχάλης Κατζουράκης: Ιχνηλατώντας το αστικό τοπίο

«Urbanscapes» - Στην αίθουσα Τέχνης Καππάτος.

Βρισκόμαστε στα 1963. Ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού παίρνει το Α΄ Διεθνές βραβείο για την καλύτερη διαφημιστική εκστρατεία της τελευταίας διετίας, σε παγκόσμιο επίπεδο. Η χώρα μας έχει αφήσει πίσω μεγαθήρια της τουριστικής βιομηχανίας, όπως τις Η.Π.Α., τη Γαλλία και άλλους λαοφιλείς προορισμούς. Βασικό εργαλείο τότε της διαφημιστικής καμπάνιας, ελλείψει διαδικτύου, είναι η τουριστική αφίσα. Οι περίφημες αφίσες του ΕΟΤ με την υπογραφή των Μιχάλη Κατζουράκη, Φρέντυ Κάραμποττ και Αγνής Κατζουράκη «μιλάνε» στο διεθνές κοινό προσαρμόζοντας την πλούσια ιστορία του τόπου στις αισθητικές αρχές του μοντερνισμού και της αφαίρεσης.

Στην απονομή του βραβείου στη Στοκχόλμη «ο Φρέντυ είχε βάλει το σμόκιν του, είχε μπει σε ταξί ώσπου είδε τυχαία στο δρόμο για την τελετή, έναν κινηματογράφο όπου παιζόταν ο ”Λόρενς της Αραβίας”. Σταμάτησε αυτομάτως το ταξί και άφησε τη βράβευση για το σινεμά! Στ′ αλήθεια, αν αυτό δεν είναι εκδήλωση αναρχισμού, τότε τί είναι;»αναρωτιέται ο Μιχάλης Κατζουράκης κι αυτομάτως ξεσπά σε γέλια.

Ο ένας πια εκ των συνιδρυτών του θρυλικού γραφείου με την επωνυμία «Κ+Κ - Διαφημιστικόν Κέντρον Αθηνών» - ο Κάραμποττ έφυγε από τη ζωή το 2011 σε ηλικία 87 χρόνων -, συνεχίζει να δημιουργεί, παρουσιάζοντας τη νέα σοδειά έργων του στην αίθουσα Καππάτου (Ερμού και Αθηνάς). Ο σπουδαίος καλλιτέχνης που έφερε μοναδικές διακρίσεις στον τόπο και άνοιξε δρόμο στη γραφιστική σε νέους δημιουργούς, υπήρξε κι αυτός με τον τρόπο του ένας ευγενής “αναρχικός” κι ας μην το παραδέχεται. Το 1965 απονεμήθηκε στους Κατζουράκη και Κάραμποττ ο Χρυσός Σταυρός του Τάγματος του Φοίνικος για την ξεχωριστή συμβολή τους στο ελληνικό design.

“Το βραβείο αυτό κάπου το έχασα”μου ομολογεί πάλι γελώντας, με τη σεμνότητα του ανθρώπου που προτιμά το έργο του να μιλά γι′ αυτόν, αντί τα βραβεία.

Από 10 χρονών ο Κατζουράκης ήξερε ότι θα γίνει ζωγράφος. Παρά τις ενστάσεις του πατέρα του που τον ονειρεύτηκε οδοντίατρο ή στέλεχος στη Μόμπιλ, έφυγε το ’52 για το Παρίσι και μαθήτευσε κοντά στον κορυφαίο τότε δάσκαλο της αφίσας Paul Colin. Ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη γραφιστική από το ’59 ως το ’74, χωρίς όμως να παρατήσει την ζωγραφική. Κι αργότερα, όταν συνέχισε με τη διακόσμηση εσωτερικών χώρων σε κρουαζιερόπλοια, συνεργαζόμενος με τον πρόσφατα θανόντα Περικλή Παναγόπουλοκατόρθωσε να συνδυάσει ευφάνταστα τις ιδέες του στην κρουαζιέρα, φέρνοντας ως μπροστάρης τον αέρα μιας άλλης αισθητικής. Σε αυτή τη γόνιμη πορεία εβδομήντα χρόνων, τον καλλιτέχνη χαρακτηρίζει μια σπάνια συνέπεια. Στο εργαστήριό του στον Κεραμεικό, σε ένα υπέροχο κτήριο δίπλα στο Bios, μου φανερώνει ένα έργο που είχε φιλοτεχνήσει από τα χρόνια της σπουδής στο Παρίσι: μια μεσοτοιχία. Αυτό ακριβώς είναι και το θέμα που παρουσιάζει στην τελευταία ενότητα έργων του.

«Από τις καμινάδες στο Παρίσι όπου σπούδαζα ως τους ενδιάμεσους χώρους, που περνούν συνήθως απαρατήρητοι, όπως οι μεσοτοιχίες και οι πλινθόκτιστες μάντρες, με ενδιαφέρουν ως αποτυπώσεις της ζωής. Τα ίχνη που αφήνει ο άνθρωπος με τις επεμβάσεις του στην πόλη είναι ένα θέμα που με απασχολεί, κι επανέρχομαι σε αυτό» μου λέει ο δημιουργός που θεωρείται κορυφαίος εκπρόσωπος της αφαιρετικής τέχνης στην Ελλάδα. Ο ίδιος, όμως, δεν αποδέχεται τον όρο καθώς τα ερεθίσματά του δίνονται απλόχερα από το αστικό περιβάλλον. 

«Δεν είμαι αφηρημένος με την έννοια τη γεωμετρική, τη θεωρητική. Μου αρέσει η ζωή που υπάρχει επάνω στα κτίρια, η αποτύπωση της ζωής από τα γκρεμισμένα σπίτια. Η διαδικασία της δουλειάς είναι αφηρημένη αλλά η αφορμή είναι πάντοτε παραστατική». 

Ο καλλιτέχνης λατρεύει να “χάνεται” στις πόλεις συλλέγοντας ίχνη που βρίσκονται διάσπαρτα μέσα της. Παρατηρεί και καταγράφει με τον φωτογραφικό του φακό τη μεταβολή του αστικού τοπίου. Απομονώνει συγκεκριμένες όψεις, κυνηγώντας μια διαφορετική λεία, “άχρηστη” στα μάτια των πολλών. Ακόμη και ως ταξιδιώτης, αντί για τα μνημεία των ξένων χωρών, τον προσελκύουν οι εικόνες των κατεστραμμένων και ερειπωμένων κτιρίων στην πολύβουη ζωή της πόλης. Κοντοστέκεται για να τα φωτογραφίσει σα να θέλει να τα περισώσει από τη λήθη. Κι αν στο έργο της φωτογραφίας επιχειρούσε να τα “σώσει” με το χρώμα, τώρα με το σκαρπέλο του σε μια διαδικασία επίπονη, “εξορύγνει” εικόνες με έντονη αναγλυφικότητα, αλλιώς “λαξεύει ζωγραφίζοντας” επισημαίνει ωραία ο επιμελητής της έκθεσης Χριστόφορος Μαρίνος.

Άλλωστε, όπως έχει δηλώσει ο ίδιος ο δημιουργός “η τέχνη δεν εξελίσσεται. Διότι δεν είναι επιστήμη. Αυτά που έκαναν στα σπήλαια ήταν πάρα πολύ ωραία. Εξελίσσονται οι τεχνοτροπίες. Έχεις βίντεο, έχεις τσιμέντο, αλλά η τέχνη αυτή καθαυτή, κάνει κύκλους, ανεβαίνει και πέφτει”.

«Urbanscapes», Αίθουσα Τέχνης Καππάτος (Αθηνάς 12, Μοναστηράκι) έως 11 Απριλίου 2019