ΤΟ BLOG
05/11/2019 14:22 EET | Updated 05/11/2019 14:31 EET

Mike Stern: Η jazz, όπως και οι αισθήσεις, δεν περιορίζεται

Μια μακρά πορεία στην μουσική

Ο Mike Stern (αριστερά) μαζί με τον Jeff Lorber

Ο γεννημένος στην Ουάσινγκτον κιθαρίστας Mike Stern έχει μια πολύ ενδιαφέρουσα διαδρομή η οποία ξεκινά από την αγάπη του για το ηλεκτρικό blues, τόσο το αυθεντικό του B.B. King όσο και τις πιο rock εκδοχές του, του Jimi Hendrix αλλά και του Eric Clapton που ήταν οι κυριότερες επιρροές του όταν άρχισε να μελετά και να μαθαίνει το όργανο του συμπληρώνοντας την αρχικά ερασιτεχνική ενασχόληση του με σπουδές στο Berklee College of Music της Βοστόνης, το πλέον έγκυρο πανεπιστημιακό ίδρυμα για τηνjazzδιεθνώς. Με μια στέρεα μουσική παιδεία πλέον άρχισε την επαγγελματική διαδρομή του με πρώτο σημαντικό σταθμό της το ότι από το ’78 και για δύο χρόνια ήταν μέλος των Blood, Sweat & Tears, του γκρουπ που, από κοινού με τους επίσης πρωτοπόρους Chicago, δημιούργησαν την δεκαετία του ’60 το μουσικό υβρίδιο περισσότερο παρά ιδίωμα του jazz rock. Παράλληλα το ’79 ήρθε μια ακόμα σημαντική συνεργασία του όταν έγινε μέλος της μπάντας του σπουδαίου ντράμερ Billy Cobham ο οποίος επίσης λειτουργούσε στον χώρο της μετεξέλιξης του jazz rock που τότε περίπου άρχισε να αποκαλείται fusion. Η σημαντικότερη όμως συνεργασία του ήταν σίγουρα η τρίτη κατά σειρά όταν, από το ΄81 και για δύο και πάλι χρόνια, ήταν μέλος του γκρουπ του μέγιστου Miles Davis, κατά την διάρκεια της λεγόμενης «ηλεκτρικής περιόδου» του, επιστρέφοντας για περίπου άλλους έξι μήνες το ’85. Το ’85 επίσης κυκλοφόρησε και τον πρώτο προσωπικό δίσκο του που τον ακολούθησαν άλλοι δέκα επτά μέχρι σήμερα, με ενδιάμεσες βέβαια πολλές εκλεκτές συνεργασίες του.

Λίγο μεγαλύτερος του και επίσης απόφοιτος του Berklee College of Music ο πιανίστας/κιμπορντίστας, συνθέτης και παραγωγός δίσκων και άλλων και όχι μόνο δικών του Jeff Lorber έχει μια επίσης ενδιαφέρουσα αν και πολύ διαφορετική επί της ουσίας διαδρομή. Εξαρχής ασχολήθηκε με την fusion, τόσο στις συνεργασίες του όσο και πολύ περισσότερο στους προσωπικούς δίσκους που κυκλοφορεί από πολύ νέος και από μια στιγμή και μετά προσχώρησε απόλυτα στην εκδοχή του ιδιώματος η οποία αποκαλείται smooth jazz (ή, κατά άλλους και ειρωνικά, «jazz ξενοδοχείου»!) και αναπτύχθηκε κυρίως στο Λος Αντζελες και γενικότερα στην Ανατολική Ακτή των ΗΠΑ αν και ο ίδιος γεννήθηκε στη Φιλαδέλφεια. Ηταν ο μπασίστας Jimmy Haslip ο οποίος είχε συνεργαστεί με αμφοτέρους που σκέφτηκε να φέρει σε επαφή αυτούς τους δύο εξαίρετους μουσικούς των οποίων όχι μόνον οι jazz δρόμοι τους δεν ήταν έστω κάπως παράλληλοι αλλά δεν είχαν καν συναντηθεί ως τότε. Η ανθρώπινη και μουσική χημεία τους αποδείχθηκε από την αρχή πολύ καλή και έτσι αποφάσισαν να συνεργαστούν για την ηχογράφηση ενός κοινού album. Την παραγωγή ανέλαβε ο πιο έμπειρος σε αυτό Jeff Lorber μαζί με τον Jimmy Haslip που φυσικά, ως ο...«προξενητής» αυτής της μουσικής ένωσης, συμπληρώνει το βασικό σχήμα του δίσκου το οποίο πλαισιώνουν μερικοί εξαίρετοι ντράμερ και ο Dave Mann σε όσα κομμάτια κρίθηκε απαραίτητο να υπάρχουν πνευστά. Το αποτέλεσμα της σύμπραξης που έχει τον τίτλο «Eleven» κυκλοφόρησε στο τέλος Σεπτεμβρίου και είναι ένας πολύ όμορφος, συχνά και απολαυστικός, δίσκος αληθινά σύγχρονης jazz. Ηταν επίσης η αφορμή για μια τηλεφωνική συζήτηση με τον ιδιαίτερα εγκάρδιο και φιλικό Mike Stern (που τον Ιανουάριο θα συμπληρώσει τα εξήντα επτά χρόνια του) και ενώ είχε ήδη ξεκινήσει η περιοδεία τους για την υποστήριξη του η οποία θα καταλήξει λίγο πριν τα Χριστούγεννα στη Νέα Υόρκη, την πόλη όπου κατοικεί ο θαυμάσιος κιθαρίστας εδώ και πολλά χρόνια.

 

Eleven

 

Πώς ένα παιδί που, έστω και διαμέσου του blues, αγαπούσε το rock κατέληξε να ασχοληθεί με την jazz;

Το κυριότερο στοιχείο του blues αλλά ιδίως – όπως λέει και το ίδιο το όνομα του – του rhythm ‘n’ blues που άρχισα να προτιμώ αργότερα μα και του rock είναι ο ρυθμός. Η ίδια ρυθμική αίσθηση, η συνεχής και έντονη παρουσία του ρυθμού, είναι το στοιχείο που χαρακτηρίζει και το bebop και αυτό με έκανε να το ανακαλύψω, όπως και συνολικά την jazz και να το αγαπήσω. Λέω πάντα ότι είμαι και θα παραμείνω για όσο μπορώ να παίζω μουσική, ελπίζω μέχρι το τέλος της ζωής μου, παιδί του bebop!

Ποια από τις τρεις πολύ σημαντικές συνεργασίες που σηματοδότησαν το ξεκίνημα της διαδρομής σου, με τους Blood, Sweat & Tears, τον Billy Cobham και τον Miles Davis, ήταν αυτή που σε καθόρισε περισσότερο και γιατί;

Όλες ήταν καθοριστικές αλλά περισσότερο αναμφίβολα εκείνη με τον Miles Davis. Έμαθα και πήρα πάρα πολλά από εκείνον, τόσο σαν μουσικός όσο και ως άνθρωπος. Φαινόταν απόμακρος, ίσως και σκληρός αλλά όσοι τον γνωρίσαμε από κοντά ξέρουμε ότι δεν ήταν καθόλου έτσι. Ηταν ένας γλυκός άνθρωπος που νοιαζόταν πολύ για τους συνεργάτες του, τους μουσικούς του και, όσο παράξενο και αν φαίνεται, διέθετε πολύ και καλό χιούμορ! Εκείνη την εποχή είχα πολύ μεγάλο πρόβλημα εξάρτησης από το αλκοόλ και τα ναρκωτικά, θα μπορούσα να πω ότι «είχα πάρει την κάτω βόλτα». Ηταν ο Miles που, έχοντας ο ίδιος ανάλογες μακρόχρονες έμπειρες και για αυτό γνωρίζοντας πολύ καλά πόσο τραγικές μπορούν να είναι οι συνέπειες τους, μου είπε «πρέπει να καθαρίσεις», φτάνοντας μάλιστα στο σημείο σχεδόν να με διώξει από την μπάντα την πρώτη φορά για να πάω να κάνω αποτοξίνωση. Να προσθέσω όμως εδώ ότι έμαθα αλλά και πήρα πολλά και από άλλους. Πάνω από όλους από τον μεγάλο σαξοφωνίστα Michael Brecker που δυστυχώς έφυγε τόσο πρόωρα, όχι μόνον καταπληκτικός μουσικός αλλά και υπέροχος άνθρωπος ο οποίος σε δύσκολες στιγμές με στήριξε και μου στάθηκε περισσότερο και από τον Miles.

Και αν σε ρωτούσα ποιο ήταν το κυριότερο που πήρες σε κάθε μία από τις τρεις περιπτώσεις;

Οι Blood, Sweat & Tears ήταν η πρώτη μου ευκαιρία να παίξω με ένα αληθινά μεγάλο όνομα της εποχής. Επίσης, αν και είχα ήδη ολοκληρώσει τις σπουδές μου, εξακολουθούσε σε πολύ μεγάλο βαθμό να είμαι όχι μόνον οπαδός αλλά και μουσικός του rock. Οι Blood, Sweat & Tears το συνδύαζαν με γνώση και ιδανικά με την jazz, έτσι ικανοποιούσαν απόλυτα και τις δύο πλευρές μου, κάτι που μου επέτρεψε να προσαρμοστώ πιο γρήγορα και καλύτερα σε καθαρά πλέον επαγγελματικά δεδομένα. Αν κι η μουσική του Billy Cobham δεν θα μπορούσε βέβαια να είναι περισσότερο διαφορετική από το bebop βασιζόταν εξίσου με αυτό στον ρυθμό και έτσι εκείνο που διδάχτηκα από αυτόν ήταν το πως να κατανοώ τον ρυθμό αλλά και να τον χρησιμοποιώ πιο αποτελεσματικά. Τέλος από τον Miles έμαθα πάρα πολλά για το πως να στέκομαι στη σκηνή, την συγκέντρωση αλλά και την πειθαρχία που απαιτείται για να αποδώσεις στο μάξιμουμ. Μαζί βέβαια με το πολύ μεγάλο δίδαγμα του σε εμένα και πάρα πολλούς άλλους, ότι πολύ περισσότερη σημασία από το τι παίζεις έχει το τι δεν παίζεις! Ή, πιο σωστά, τι επιλέγεις να μην παίξεις...

Ηταν από την αρχή εύκολη η συνεργασία με τον Jeff Lorber ή φαινόταν ότι θα είναι προβληματική;

Στην αρχή ήμουν αρκετά επιφυλακτικός, όπως αποδείχθηκε αργότερα το ίδιο και ο Jeff. Ήδη όμως από την πρώτη συνάντηση μας τα πήγαμε πολύ καλά και ακόμα περισσότερο όταν αρχίσαμε να «τζαμάρουμε» για πρώτη φορά. Κοινά μας στοιχεία είναι η αγάπη μας για τον ρυθμό τον οποίο έχε αληθινά έμφυτο ο Jeff αλλά και για τον αυτοσχεδιασμό.

Υπήρχε κάποιο concept για την σύμπραξη σας και πως εφαρμόστηκε;

Το concept ήταν εξαιρετικά απλό, εγώ είμαι μουσικός του live, ακόμα και στο στούντιο μου αρέσει και θέλω να παίζω ζωντανά. Αντίστοιχα ο Jeff είναι πολύ πιο «στουντιακός», δίνει πολύ περισσότερη έμφαση στην δεξιοτεχνία αλλά και στις τεχνικές λεπτομέρειες, είναι σχεδόν «επιστημονικός» θα έλεγα. Ενώσαμε λοιπόν αυτές τις διαφορετικές προσεγγίσεις μας όχι υποχωρώντας αλλά κάνοντας ένα βήμα καθένας προς τον άλλο και το αποτέλεσμα όχι μόνο μας ικανοποίησε απόλυτα αλλά τολμώ να πω και ότι μας δικαίωσε.

Τι είναι και τι αντιπροσωπεύει η jazz για εσένα σήμερα, το ίδιο με όταν ξεκινούσες ή έχει διαφοροποιηθεί;

Ανέκαθεν πίστευα και εξακολουθώ να πιστεύω ότι η jazz είναι πολλά διαφορετικά πράγματα, κάποτε ακόμα και τρομερά απομακρυσμένα μεταξύ τους και μερικές φορές ακόμα και για τον ίδιο μουσικό. Τι νόημα έχει για παράδειγμα να πούμε «η jazz του Miles Davis» όταν υπάρχουν τουλάχιστον πέντε δημιουργικές περίοδοι του Miles, απολύτως διακριτές κάθε μία από τις υπόλοιπες; Ολα αυτά τα τόσο διαφορετικά πράγματα συνδέονται από μια κοινή αίσθηση που για εμένα την δίνει ο αυτοσχεδιασμός, κατά τη γνώμη μου το θεμελιώδες στοιχείο της jazz. Ο αυτοσχεδιασμός που επί της ουσίας δεν είναι παρά μια έκφραση της ελευθερίας, δημιουργικής, μουσικής και συνολικής, η οποία είναι το επιθυμητό ζητούμενο τόσο για τον μουσικό όσο όμως και για τον ακροατή της jazz.

Υπάρχουν, ακούς και βλέπεις καλούς νέους jazz μουσικούς σήμερα;

Υπάρχουν και πάρα πολλοί/ές μάλιστα! Το δεύτερο πολύ σημαντικό στοιχείο της jazz που συνδέεται άρρηκτα με τον αυτοσχεδιασμό και την ελευθερία του είναι η συνεχής ανανέωση και αυτή φυσικά δεν μπορεί παρά να προέλθει από τους νέους μουσικούς οι οποίοι συχνά δεν διστάζουν ακόμα και να αυτοανατραπούν. Επιδιώκω λοιπόν να συνεργάζομαι και να παίζω με όσο το δυνατόν περισσότερο και με πιο πολλούς αξιόλογους νέους μουσικούς γιατί η φρέσκια και καινοτόμα προσέγγιση τους διατηρεί και εμάς τους μεγαλύτερους σε εγρήγορση, μας κάνει να μην εφησυχάζουμε στα κεκτημένα μας αλλά να τολμάμε καινούρια πράγματα και να παραμένομε ανήσυχοι, άρα και δημιουργικοί.

Και τα πιο άμεσα προσεχή σχέδια σου;

Τόσο τα άμεσα όσο και τα μακροπρόθεσμα είναι τα ίδια, απλά να συνεχίσω να κάνω μουσική, τόσο μόνος μου όπως με τον νέο δίσκο που ετοιμάζω και θα κυκλοφορήσει κάπου στις αρχές της επόμενης χρονιάς όσο και με πολλές συνεργασίες. Για παράδειγμα είμαι ενθουσιασμένος για την επικείμενη συνεργασία μου με έναν νέο πολύ ταλαντούχο εκτελεστή του dobro (είδος ακουστικής κιθάρας με ένα μεταλλικό έλασμα εσωτερικά το οποίο ενισχύει τον ήχο προσδίδοντας της ένα πολύ ιδιαίτερο ηχόχρωμα και χρησιμοποιείται κυρίως στην country) που έχω ανακαλύψει, όσο παράδοξο και αν ακούγεται το να παίξεις jazz με dobro! Τέτοιου είδους συμπράξεις με κάνουν κάθε φορά που παίζω κιθάρα να είναι με το ίδιο ενδιαφέρον αλλά και...περιέργεια ακόμα τα οποία είχα την πρώτη φορά που την έπιασα στα χέρια μου, κάτι που, όπως προανέφερα, είναι το σημαντικότερο για εμένα, ίσως τελικά και ο λόγος για τον οποίο είμαι μουσικός.

Είναι αυτή η νοοτροπία της «δίψας για το νέο» που οδηγεί τον Mike Stern σε δίσκους σαν το «Eleven» το οποίο αξίζει πραγματικά να ακούσουν οι φίλοι/ες της – με την πιο πλήρη έννοα της λέξης - καλής jazz.

Sponsored Post