ΤΟ BLOG
17/06/2018 16:57 EEST | Updated 17/06/2018 16:57 EEST

Μοναχικό trekking στις ζούγκλες της Κολομβίας

Η απόφαση να πάω μόνη μου στην Κολομβία πάρθηκε με τόλμη και με ενθάρρυνση από δυο φίλους που την είχαν επισκεφτεί.Για είκοσι περίπου μέρες θα ήμουν αντιμέτωπη με τον ίδιο μου τον εαυτό σε μια ήπειρο μακρινή. Με ένα σακίδιο στην πλάτη και θετική ψυχολογία ξεκίνησα για τη νέα μου περιπέτεια. Αφού επισκέφτηκα την πρωτεύουσα, το Μεντεγίν και την Καρταχένα, επισκέφτηκα την πόλη Σάντα Μάρτα, όπου εκτός από μπάνια στην Καραϊβική θα έκανα και trekking στη ζούγκλα. Δεν είμαι πρωτάρα στις ζούγκλες όμως η αλήθεια είναι ότι πρώτη φορά θα πήγαινα μόνη μου και είχα μια μικρή αγωνία..

Λίγο έξω από τη Σάντα Μάρτα ξεκινά η οροσειρά της Σιέρρα Νεβάδα και το πάρκο της Ταϋρόνα, στο οποίο κατοικούν ακόμα ιθαγενείς. Την προηγούμενη μέρα όμως, κατά το απογευματάκι έπιασε μια τρελή βροχή που μου στέρησε την απογευματινή μου έξοδο και έκανε τους δρόμους να πλημμυρίσουν. Στις έξι το πρωί ήμουν στο πόδι και περίμενα είτε το λεωφορείο να περάσει απ′ το ξενοδοχείο να με πάρει, είτε ένα τηλεφώνημα που θα ακύρωνε την εκδρομή λόγω βροχής. Συνέβη ευτυχώς το πρώτο. Ήμουν η τελευταία που έμπαινα στο βαν, μαζί με άλλους 20-25, όλοι για τον ίδιο σκοπό. Μόνο που εγώ ήμουν η μοναδική μη ισπανόφωνη και μόνη, πράγμα που σήμαινε ότι έπρεπε να έχω τις κεραίες μου τεντωμένες για να καταλάβω καλά τις οδηγίες του leader και να μη χαθώ μέσα στις ζούγκλες.

Φτάσαμε μετά από μισή ώρα στο δρόμο και ξεκινήσαμε όλοι να φοράμε τα αντιηλιακά και τα αντικουνουπικά μας. Ξεκίνησε το trekking που θα διαρκούσε δυο ώρες μέχρι την παραλία και μετά άλλες δύο στην επιστροφή. Η διαδρομή ήταν όμορφη. Ο οδηγός φρόντιζε να βαδίζει τελευταίος για να προσέξει τα παραστρατήματά μας, βέβαια, ενώ στην αρχή ξεκινήσαμε σαν μια ομάδα, στη συνέχεια χωριστήκαμε ακολουθώντας ο καθένας το ρυθμό του. Είχα στο νου μου να είμαι πάντα κοντά σε κόσμο και το κατάφερνα αρκετά καλά. Το άγχος μου έφυγε σιγά σιγά και κατάφερα να ηρεμήσω και να απολαύσω τη διαδρομή. Κάποια στιγμή βρεθήκαμε σε μια παραλία όπου περνούσαν από απέναντι πανέμορφα άλογα. Στην παραλία εκείνη υπήρχε μια ταμπέλα που ενημέρωνε τους επίδοξους κατασκηνωτές να μη βουτήξουν στα νερά γιατί είναι ιδιαίτερα ορμητικά και έχουν χαθεί πάνω από εκατό τουρίστες τα τελευταία χρόνια. Κάπου εκεί είχαμε ήδη διανύσει μια ώρα περπάτημα και η διαδρομή έφτανε στο πιο δύσκολο σημείο. Μετά από ένα δάσος με φοίνικες μπήκαμε βαθιά μέσα στη ζούγκλα. Στη ζούγκλα αυτή ζουν εδώ και 2000 χρόνια ολιγομελείς φυλές γηγενών της Κολομβίας που θεωρούν χρέος τους να προστατεύσουν τη γη των προγόνων τους. Ήλπιζα να τους συναντήσω.

Η διαδρομή εκεί έμπαινε στα δύσκολα. Το έδαφος γινόταν υπερβολικά λασπώδες. Είδα κάποιους να φορούν σαγιονάρες για να μη λερώσουν τα παπούτσια τους. Όμως η λάσπη πλήθαινε, τα παπούτσια μου είχαν αρχίσει να λερώνονται αρκετά

Κάποια στιγμή έφτασα σε ψηλά βράχια, από κάτω το χάος. Το σκέφτηκα λίγο πώς θα περάσω. Οι κοπέλες πριν από μένα βοηθήθηκαν από τα αγόρια τους. Εγώ ήμουν εκεί μόνη μου κι έπρεπε να το αντιμετωπίσω με τις δυνάμεις μου. Το έδαφος όμως ήταν κάπως ολισθηρό και εγώ, δεν είχα την πολυτέλεια για αιλουροειδείς κινήσεις. Βρέθηκα να είμαι κάπως κοκαλωμένη και σκεπτική για το πώς ακριβώς έπρεπε να κινηθώ για να μη γλιστρήσω και τότε συνέβη κάτι όμορφο. Ένας άντρας που είχε περάσει πριν από μένα γύρισε να κοιτάξει αν τα κατάφερνα, ήρθε, μου άπλωσε το χέρι του και με βοήθησε να περάσω. Είναι όμορφο να δέχεσαι βοήθεια.

Η λάσπη πλέον έχει εξελιχθεί σε ρουτίνα. Τα παπούτσια μου έχουν γίνει μαύρα και καθώς περπατώ με γοργό βήμα η λάσπη τινάζεται και στα ρούχα μου. Όμως δε με ενοχλεί. Το απολαμβάνω. Τα αντανακλαστικά μου είναι γρήγορα, έτσι όπως κινούμαι με γοργό ρυθμό, ελέγχοντας κάθε μου βήμα, να είναι σε σταθερό έδαφος. Ώσπου… μπλουμ! Και το πόδι μου βρέθηκε σε κινούμενη λάσπη, όλο μου το παπούτσι βυθίστηκε, ένιωσα την κάλτσα μου να γίνεται μούσκεμα από τη γλοιώδη παχύρρευστη ουσία. Κοίταξα τα πόδια μου, αισθάνθηκα σα γουρουνάκι που κυλιέται στο βάλτο και το ευχαριστιέται. Σκέφτηκα εκείνη την ώρα πόσο αρέσει στα παιδιά να λερώνονται, πόσο το απολαμβάνουν, έτσι αποφάσισα να το απολαύσω κι εγώ, σα να είμαι παιδί και πάλι και να παίζω στα λασπόνερα.

Έτσι κατάκοπη και λασπωμένη συνέχισα και η δεύτερη ώρα του trekking πέρασε γρήγορα, όταν βρεθήκαμε στην παραλία. Ελάχιστος κόσμος έφτανε μέχρι εκεί, η θερμοκρασία ήταν ιδανική, ο ήλιος έλαμπε πάνω από τα κεφάλια μας, το τοπίο ήταν ειδυλλιακό και παρθένο κι εγώ είχα κοπιάσει αρκετά, οπότε άξιζα μια βουτίτσα.

Γύρω στις τρεις ξεκινούσε η ώρα της επιστροφής. Ο οδηγός μας μάζεψε για να μας πει τη διαδικασία αλλά αποφάσισε να αλλάξει σε ένα σημείο τη διαδρομή κι εγώ δεν ήμουν σίγουρη ότι κατάλαβα. Ήλπιζα ότι θα είμαι όμως δίπλα σε κόσμο για να μη χαθώ. Για κακή μου τύχη όμως ξεκινήσαμε δυο ομάδες, η δική μου και μια άλλη, γύρω στα 45 άτομα σύνολο. Εγώ φυσικά δε γνώριζα κανέναν και δεν ήξερα ποιους να ακολουθήσω. Επίσης ο οδηγός μας πρότεινε σε όποιον ήθελε να πάει τρέχοντας, επέλεξα να κάνω συνδιασμό. Ξεκινήσαμε λοιπόν αλλά εξ αρχής είμασταν διασκορπισμένοι. Και να μην ήθελα να το πάρω τρέχοντας, είχα αγχωθεί γιατί δεν ήθελα να μείνω από τους τελευταίους. Εκτός αυτού ο ουρανός συννέφιαζε προμηνώντας βροχή και ούτως ή άλλως στους τροπικούς 5-6 η ώρα νυχτώνει.

Όταν ήμουν μικρή τρελαινόμουν να βλέπω ντοκιμαντέρ. Ήταν προφανώς το ταξιδιωτικό μικρόβιο που εκδηλωνόταν κάπως έτσι. Τα αγαπημένα μου ντοκιμαντέρ ήταν εκείνα που έδειχναν φυλές του Αμαζονίου, πόσο κοντά στη φύση ήταν ,πόσο αργά κυλούσε η ζωή τους, πώς ζούσαν με τους νόμους και κανόνες. Στον αντίποδα ,αμέσως έφερνα στη σκέψη μου τους χρηματιστές της Νέας Υόρκης,πώς ζουν, τι άγχη κουβαλάνε ,πόσο στενά είναι τα όρια της ύπαρξής τους όπως την έχουν δομήσει μέσα σε ένα ανθρώπινο οικοδόμημα ,τόσο μακριά από την αληθινή μας φύση.

Εκεί λοιπόν που περπατούσα στα λασπωμένα μονοπάτια του πάρκου Tayrona κάτω από τεράστια δέντρα που κρύβουν τον ήλιο, την είδα : μια σκηνή σα να βγήκε από το national geographic, ένα κορίτσι απροσδιορίστου ηλικίας της ιθαγενούς φυλής Kogi να κόβει αδιάφορα καρύδες και να με κοιτάζει εχθρικά χωρίς να λέει λέξη. Οι Kogi ζουν στη Sierra Nevada σε πλήρη αρμονία με τη φύση, πλέκουν τσάντες από γκρι μαλλί και τις φορούν πάντα με λευκά ενδύματα. Είναι περήφανοι που ζουν με πλήρη σεβασμό στη μάνα γη και δε θέλουν μεγάλη επαφή με ανθρώπους που εκμεταλλεύονται τη γη προς όφελός τους, σε βαθμό που να την καταστρέφουν.

Συνεχίζω το trekking μετά από αυτό το μικρό διάλλειμα που όμως με είχε αποσυντονίσει. Κοίταξα γύρω μου, βρισκόμουν σε ένα ξέφωτο, είχα μπει από νότια αλλά δε θυμόμουν από πού έπρεπε να φύγω. Γύρω γύρω κανένας, μόνο εγώ και η μικρή ιθαγενής. Ζαλίστηκα. Πήρα το πρώτο μονοπάτι που βρήκα μπροστά μου, ξαφνικά όμως ένιωσα όλα να σκοτεινιάζουν, την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά, το άγχος να με καταβάλει και ένιωσα ένα περίεργο συναίσθημα: η κρίση πανικού ερχόταν. Χιλιάδες αρνητικές κυρίως σκέψεις περνούν από το μυαλό μου. Χάθηκα, ξεχάστηκα, μπερδεύτηκα, όλοι φύγαν, θα φύγουν χωρίς εμένα, είμαι μόνη μου, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την Ελλάδα, ολομόναχη. Μες την ταραχή μου προσπαθώ να ανακτήσω τη διαύγεια μου και να σκεφτώ λογικά, να διώξω τις αρνητικές σκέψεις. Αποφασίζω να μη περπατήσω άλλο, γυρνάω 180 μοίρες και βλέπω ένα ζευγάρι να μπαίνει τρέχοντας σε ένα άλλο μονοπάτι.

«Από κει!» σκέφτηκα, και άρχισα να τρέχω. Τους έφτασα, τσαλαβουτούσα μες τη λάσπη, ανέβαινα τρέχοντας ακόμα και τις ανηφόρες. Συναπαντήθηκα με πολλά άτομα στο δρόμο, τα προσπέρασα, δεν ήθελα να σταματήσω μέχρι να βρω τον οδηγό μου. Δεν ήμουν σίγουρη αν αυτοί που προσπερνώ είναι στη δική μου ομάδα. «Δε θα σταματήσω να τρέχω αν δε βρω τον οδηγό μου» αυτή ήταν η εσωτερική μου συμφωνία, ούτε για νερό θα σταματούσα.

Είχα ιδρώσει, είχα ζοριστεί πολύ, η ανάσα έβγαινε με το ζόρι, το σακίδιο στην πλάτη βάραινε, ήθελα νερό απεγνωσμένα, όμως έτρεχα, έτρεχα, ολομόναχη στη ζούγκλα, προσπερνούσα κόσμο, έβαζα τα πόδια μου μες τη λάσπη χωρίς να με νοιάζει, είχε φτάσει η λάσπη μέχρι το γόνατο. Βρήκα ένα ποτάμι, το διέσχισα. Το παγωμένο νερό με ανακουφίζει ενώ πλένει τα παπούτσια μου. Συνεχίζω να τρέχω. Το μονοπάτι πλέον μου φαίνεται οικείο, ναι είμαι σίγουρη , είμαι στο σωστό δρόμο. Χαλαρώνω λίγο, ηρεμώ, βγάζω από το σακίδιο λίγο νερό, πίνω.. Έχει περάσει σχεδόν μια ώρα και κάτι όταν βρίσκω ακόμα ένα ποταμάκι που μου δροσίζει τις γάμπες οι οποίες καίγονται. Από μακριά όμως βλέπω το πάρκινγκ. Αυτό ήταν, τα κατάφερα, έφτασα! Βλέπω το λεωφορείο μου, πού είναι όμως ο κόσμος, πού είναι ο οδηγός.

Oh, congratulations, you arrived 3rd” μου λέει ένας Αμερικανός. Γουρλώνω τα μάτια μου. Ώστε λοιπόν, από τα 45 άτομα, τόσο πολύ έτρεξα και από τη λύσσα μου και το φόβο δε κατάλαβα πως τους προσπέρασα σχεδόν όλους.

Μετά από σχεδόν μία ώρα μαζευτήκαμε όλοι και φύγαμε.Κατάκοπη μα ικανοποιημένη, μπήκα στο δωμάτιο, κατευθείαν έκανα ένα μπάνιο να φύγει η λάσπη κι έπλυνα τα παπούτσια μου ευχόμενη μες το ανήλιαγο υγρό δωμάτιο να προλάβουν να στεγνώσουν πριν αφήσω τη Σάντα Μάρτα.