Έτσι έγινε, μάρτυς μου ο Θεός. Και τώρα και τότε. Παραμονή της Πασχαλιάς...
Φωτογραφία αρχείου
Φωτογραφία αρχείου
Tetiana Strilchuk / EyeEm via Getty Images

…Έτσι έγινε. Και τώρα και τότε. Νύχτα σεξπήρια μαγική με μάγια και ξόρκια που έκρινε τη γη και τα καμώματα της. Κι ήταν πολλοί οι σκοτωμένοι απ’ το μεγάλο σεισμό που σώριασε τα σπίτια μας συντρίμμια. Κι όσοι εγλύτωσαν απ’ τη φωτιά και την άβυσσο εχάθηκαν στα μαύρα νερά του Εύριπου που άλλαξαν φορά και σκέπασαν βουνά και βράχια, αρνιά και άλογα, τη μάνα και τις αδελφές μου. Τόπος γι’ αυτές δεν βρέθηκε στον κόσμο αυτό, μήτε κρεβάτι μήτε ράντσο. Μόνο στον ουρανό… Ξεψύχησαν πριν αρπαχτούν απ’ τη ζωούλα τους.

Μόνη εγώ εσώθηκα. Καβάλα στο κύμα που μ’ άρπαξε από πλάι τους και με ταξίδεψε έξι ώρες ανάποδα για να μ’ αφήσει μόνη, καλάμι –καλαμάκι -, σε τόπο ξένο για να θυμάμαι και να καίγομαι. Οι Γραφές λένε: αυτά που είπαν οι βροντές, μη τα γράψεις, κράτα τα κρυφά. Δεν τα γράφω. Τα λέω σε σας που εμπιστεύομαι…

Θ’ αρχίσω από χτες. Δεν θα μακρηγορήσω. Γνωρίζω πόσο πολύτιμος είναι ο χρόνος σας. Εχτές, λοιπόν, βράδυ, παρά λίγο, κόντεψα …

Εκρύωνα κι είπα να πέσω νωρίς. Μάζεψα τις σακούλες τριγύρω μου, αλλού τα ρούχα, αλλού τα παπούτσια, σάπια, ακαθαρσίες τα ξεδιάλυνα από ώρα, έστρωσα καθαρά χαρτόκουτα, τακτοποίησα τα παιδιά να μη βρέχονται κι έγειρα μασώντας ένα ξύλο κανέλλας. Καθαρίζει τους οδόντες, τύφλα να’ χει η οδοντόπαστα. Συνήθως όταν βρέχει στριμώχνομαι στις εισόδους των μπαρ, - έχουν σκέπαστρα από νάιλον κι η βροχή κόβει-, αλλά χτες, νύχτα αναστάσιμη, ούτε να πλησιάσεις.

Το τελευταίο απορριμματοφόρο πέρασε από ώρα. Γνωρίζω επακριβώς τα δρομολόγια αλλά και να μη τα εγνώριζα, ξεχωρίζω από μακριά τις φωνές τους. Έτσι ήμουν σίγουρη πως τίποτα δεν θα ετάραζε τον ύπνο μου.

Ψιλόβρεχε, σας το είπα, κι είχα αφήσει ελάχιστα ανοιχτά για ν’ αναπνέω. Μικρό το σπίτι αλλά μου αρκεί, καλύπτει απόλυτα τις ανάγκες μου. Ζήνωνος, Κεραμικού και Βούλγαρη νοικιάζω τεσσάρι στον πέμπτο και κάθε εικοσιπέντε γίνομαι πλουσία ελέω σύνταξης, το λοιπόν, τι να το κάνω μεγαλύτερο;

Θα’ ταν μεσάνυχτα, ρολόι δεν έχω, αλλά τα φώτα πολύχρωμα ανάψανε στα στενά, ποτάμια τα κεράκια κατέβαιναν στη θάλασσα, άκουγα γέλια, φωνές μακρινές, τη μάνα και τις αδελφάδες μου που γνέφανε από απέναντι πεσμένες ανάσκελα, στο στόμα πίκρισε η κανέλα κι ώσπου να τις φωνάξω μέγας σεισμός συντάραξε το σπιτικό μου συθέμελα.

Ουράνιος κρότος ηκούσθη, φωνή Κυρίου: Σωτηρία , ήγγικεν η ώρα σου, μια τη γλύτωσες, δυο τη γλύτωσες, σειρά σου τώρα. Έφτασε η ώρα της μεγάλης Του οργής και ποιος θα τη βαστάξει τώρα. Κι έκανα έτσι στο πλάι με τα μάτια μισόκλειστα και είδα τους Πρεσβύτερους ντυμένους πορτοκαλιά με γάντια στα χέρια και άσπρα κράνη,- δυο κάτω κι ένας απάνω στο θρόνο, ο που βαρούσε τη σάλπιγγα- καμπανάκι ήτανε,- να λάμπουν κάτω από τη βροχή με λάμψη γυάλινη κρατώντας το κοντάρι. Και οι δυο Εξάγγελοι, ο ένας με την πύρινη ρομφαία και το σκουλαρίκι κι ο άλλος με κεφάλι αετού που έβριζε και έφτυνε να ταϊζουν τη χοάνη που στριφογύριζε.

Σε φωνάζουν Σωτηρία, έβγα.

Να βγω, μα μη με πάρεις Κύριε. Ψεύτρα, κλέφτρα, ανήθικη, διαρρήκτρια, κομμούνα δεν υπήρξα. Έκαστος εξ ιδίων κρίνεται και γω,- μάρτυρες τα παιδιά μου,- σε Σένα που κάθεσαι στο θρόνο Σου, Τιμή και Δόξα μονολόγησα.

Τι σκατά ρίξανε κι έχει τέτοιο βάρος ο κουβάς; φώναξε ο Εξάγγελος με το σκουλαρίκι.

Άλλοι γ….ε κι εμείς διπλοβάρδια, είπε ο δεύτερος.

Κουνηθείτε, μαλάκες ξημερωθήκαμε, συμπλήρωσε ο Πρεσβύτερος, ο που βαρούσε τη σάλπιγγα.- καμπανάκι ήτανε.

Αυτά είπανε και πριν προλάβω σταυρό να κάνω, σείστηκε η γης. Το σπίτι μου σεισμός το πήρε και το σήκωσε σαν πούπουλο, ψαλίδια ατσάλινα χώθηκαν συθέμελα κι όπως άρχιζε να τρίζει και να τρέμει με πλάκωσε μια σκοτεινιά που έχασα τη μέρα από τη νύχτα. Τότες βροντές μπουμπούνισαν στον ουρανό και τ’ άστρα χύθηκαν λαμπάδες καιούμενες που έπεσαν σ’ αυλές και σ’ αυτοκίνητα κι οι άπιστοι όλοι φώναζαν ααααα… και ωωωωω… κι αντάλλαζαν φιλιά στον αέρα κι ούτε που νοιάζονταν για τη βροχή που έπεφτε ασταμάτητα, μόνο χτυπούσαν χέρια και πόδια κοιτάζοντας ψηλά στον ουρανό τ’ αστέρια που όλο έσκαγαν κόκκινα μπλε και ασημιά για να σβηστούν στη θάλασσα που έβραζε και κάπνιζε.

Τότες ορμήσαν τα παιδιά μου, στρατός ολόκληρος, με φωνές και ουρλιαχτά βγάζοντας καπνούς και θειάφι από τη μύτη που έγινε: Ανέστη ο Κύριος !

Φέρτε τις φόλες ρε, φώναξε ο Εξάγγελος με το σκουλαρίκι.

Ρε μαλάκες, η Σωτηρία. Κράτει ρε, κράτει, είπε η σκατόφατσα.

Ρίχτηνα στην αλέστρα, την παλαβιάρα συμπλήρωσε ο Πρεσβύτερος, - ο που βαρούσε τη σάλπιγγα,- καμπανάκι ήτανε. Αυτά είπαν και γέλασαν κι ο θρόνος ξεκίνησε να ξεμακραίνει με φώτα που αναβόσβηναν, σαλπίζοντας τραγούδια λαϊκά για γκόμενες με κατσαρωμένα μαλλιά και με βαμμένα νύχια.

Έτσι έγινε, μάρτυς μου ο Θεός. Και τώρα και τότε. Παραμονή της Πασχαλιάς, νύχτα μ’ ολόγιομο φεγγάρι που έκρινε τη γη και τα καμώματα της. Κι όσοι εσώθηκαν απ’ το σεισμό, αγκάλιασαν τους άλλους στα ψεύτικα κι ευχήθηκαν να πέθαιναν οι εχθροί τους κι αιώνια να μείνουν θαμμένοι στη γη που όλα τα κρύβει κι ύστερα στρώθηκαν ένα χαμό για να ταΐσουν το πνεύμα τους σάρκες και κόκκαλα, κρασί και ξύδι την ώρα που… Καλά, καλά, δεν μιλάω άλλο… Κουράστηκα να μιλάω… (μικρή παύση)

Πονάω. Λέτε να ανέβηκε η πίεση μου; Κύριε, κύριε, εσείς που με ακούτε, ξέρετε τι λιμπίστηκα στη ζωή μου;

Ένα ρυζόγαλο !

(Ύστερα, κλείνει τα μάτια, τα χέρια πέφτουν απαλά στο πλάι, το κεφάλι γέρνει μπροστά. Ακούγονται οι χτύπο της καρδιάς της,- άρρυθμοι, υποτονικοί,- μέχρι να σταματήσουν.)

Υ.Γ. Απόσπασμα από τον επίλογο του θεατρικού έργου «Ο Στρατός της Σωτηρίας» των Αντώνη και Κων/νου Κούφαλη.

Πρωτοπαρουσιάστηκε στην Αθήνα το 2002.

Δημοφιλή