ΤΟ BLOG
26/05/2019 14:50 EEST | Updated 26/05/2019 14:50 EEST

Νεολαία ενάντια στην συντηρητική προεκλογική ρητορική

Οι φοιτητικές διαδηλώσεις του Δεκέμβρη 2008

Παγκόσμιο κοινωνικό-πολιτικό τοπίο

Πέρασαν ήδη δέκα χρόνια από τότε που ο Γιώργος Παπανδρέου ανακοίνωνε από το Καστελόριζο την ένταξη της Ελλάδας στα προγράμματα στήριξης της Ευρωζώνης, δηλώνοντας ουσιαστικά την πτώχευσή της χώρας. Η απρόβλεπτη ύφεση της παγκόσμιας οικονομίας στα τέλη της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα σε συνδυασμό με την αδυναμία του ευρωπαϊκού (και του ευρύτερα δυτικού) καπιταλιστικού συστήματος να διαχειριστεί την κρίση είχε εμφανείς επιπτώσεις στο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι δεκάδων χωρών. Η φτώχια, η εξαθλίωση και η υιοθέτηση αντικοινωνικών μέτρων διοχέτευσε την λαϊκή αγανάκτηση και οργή σε δύο πολιτικούς χώρους αντίστοιχα. Από την μία, στην εκλογή ανατρεπτικών και ριζοσπαστικών κυβερνήσεων με εναλλακτικά προγράμματα διακυβέρνησης. Από την άλλη, στην άνοδο της ακροδεξιάς, του εθνικισμού και του ακόμα πιο ακραίου νεοφιλελευθερισμού. Επίκαιρα παραδείγματα όπως ο Ντόναλντ Τραμπ, ο Ζαίρ Μπολσονάρο, ο Ματέο Σαλβίνι και η ρητορική την οποία χρησιμοποιούν μαρτυρούν τη μετατόπιση του φάσματος του κοινωνικά αποδεκτού προς τα δεξιά.

Η μετα-μνημονιακή Ελλάδα και ο ΣΥΡΙΖΑ

Το παράδειγμα της Ελλάδας ήταν φυσικά ο ΣΥΡΙΖΑ, ένα κόμμα του 4% μέσα σε λίγα χρόνια τετραπλασίασε τα ποσοστά του και την εκλογική του επιρροή. Ο Αλέξης Τσίπρας, ένα τότε νέο πρόσωπο στην πολιτική σκηνή, υιοθετώντας αντιμνημονιακή και ενάντια στη λιτότητα ρητορική εξελέγη πρωθυπουργός μόλις στα 41 του χρόνια. Η ιστορία είναι γνωστή: οι διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή ένωση δεν πέτυχαν τους σκοπούς και τις προϋποθέσεις του «προγράμματος Θεσσαλονίκης» και ένα νέο μνημόνιο υπογράφτηκε, συνεχίζοντας τα μέτρα λιτότητας για τρία χρόνια μέχρι την υλοποίηση του προγράμματος φέτος. Οι αποφάσεις που έχει πάρει η κυβέρνηση (τις οποίες θα ψήφιζε με τα δύο χέρια η αντιπολίτευση αν δεν υπήρχαν επικοινωνιακοί στόχοι) όσον αφορά τα δημοσιονομικά μέτρα και το Μακεδονικό ήταν απολύτως συνειδητές παρότι είχαν γνωστό και σίγουρο πολιτικό κόστος. Πλέον, με τους λίγους μήνες που έχουν μείνει πριν τις εκλογές, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να υλοποιήσει τα κοινωνικά μέτρα τα οποία είχε ανακοινώσει.

Νέα Δημοκρατία και προεκλογική ρητορική

Με τις Ευρωεκλογές να είναι προ των πυλών και τις εθνικές εκλογές (πιθανότατα) στο τέλος του χρόνου τα κόμματα μπήκαν στον στίβο της παρατεταμένης προεκλογικής κούρσας. Η Νέα Δημοκρατία βάσισε την προεκλογική της ρητορική στην προαναφερθείσα «αποτυχία» διαπραγμάτευσης, κατηγορώντας την κυβέρνηση για υποκρισία, λαϊκισμό, και ανικανότητα σε κάθε ευκαιρία.

Το να κατηγορείς βέβαια μια κυβέρνηση για υποκρισία είναι το πλέον εύκολο (rule of thumb κάθε αντιπολίτευσης), ακόμα περισσότερο την στιγμή που φαινομενικά δεν πέτυχε τους προεκλογικούς της στόχους και υποσχέσεις. Αυτός ο (πρώτος) άξονας ρητορικής του Κυριάκου Μητσοτάκη αποτελεί αφενός προσπάθεια να αποτινάξει το στίγμα της αναξιοπιστίας και της υποκρισίας από την παράταξη του (η οποία είναι μόνιμος δέκτης ανάλογων κατηγοριών λόγω των αμέτρητων σκανδάλων και της διαφθοράς) και αφετέρου πιθανό πλήγμα στο ηθικό πλεονέκτημα της αριστεράς. Οι κατηγορίες περί λαϊκισμού δεν θα μπορούσαν να λείπουν από την εξίσωση καθώς η προσπάθεια ταύτισης του ΣΥΡΙΖΑ με την αντιλαϊκή δεξιά και το ιδεολογικό υπόβαθρο της ΝΔ αποτελεί γέφυρα μετακίνησης των αναποφάσιστων ψηφοφόρων του κέντρου προς την δεξιά και τον νεοφιλελευθερισμό. Τέλος, στην παρουσίαση της κυβέρνησης ως «ανίκανη» υφέρπει η αντίληψη της ΝΔ ότι η πολιτική είναι επάγγελμα στο οποίο συμμετέχοντες δεν δύναται να είναι οποιοσδήποτε (γόνος μη πολιτικής οικογένειας, απλός πτυχιούχος, μια καθαρίστρια κλπ). Η ευκολία με την οποία χρησιμοποιείται η φράση «η χειρότερη κυβέρνηση της μεταπολίτευσης» ξεπλένει τη «βρωμιά» του παλιού πολιτικού συστήματος, πράγμα που ευνοεί τον Κυριάκο Μητσοτάκη ο οποίος ―μαζί με την οικογένειά του- αποτελεί βασική συνιστώσα του.

Η νεολαία στο δίλημμα των Ευρωεκλογών

Οι επικίνδυνες διαστάσεις της παραπάνω επιχειρηματολογίας, στις οποίες ποντάρει η ΝΔ, είναι αφενός η προτροπή σε τιμωρητική ψήφο -η οποία θα ευνοήσει την ακροδεξιά- και αφετέρου η στρέβλωση της ουσιαστικής ερώτησης που θα κληθούν να απαντήσουν οι ψηφοφόροι στις φετινές εκλογές, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη: «πρόοδος ή συντήρηση».

Το παραπάνω δίλημμα είναι πιο επίκαιρο και σημαντικό από ποτέ καθώς βρισκόμαστε σε μια κρίσιμη καμπή της σύγχρονης ιστορίας. Με τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής να είναι ήδη φανερές, τις κατακτήσεις χρόνιων κοινωνικών αγώνων να πνίγονται ανάμεσα στις -πλέον κανονικοποιημένες- ακροδεξιές ρητορικές και τον παγκόσμιο πλούτο να συσσωρεύεται στα χέρια όλο και μικρότερου ποσοστού του πληθυσμού, η ερώτηση για τους νέους είναι τουλάχιστον υψίστης σημασίας. Η στροφή που θα επιλέξουμε θα καθορίσει τον κόσμο που θα ζήσουμε τις επόμενες δεκαετίες.

Την απάντηση στην ερώτηση «πρόοδος ή συντήρηση» την έδωσε πρόσφατα σε άρθρο του στην Εφημερίδα των Συντακτών ο καθηγητής του ΑΠΘ, Γιάννης Μυλόπουλος. Είναι επιτακτική η ανάγκη να δώσουν οι νέοι ένα ηχηρό μήνυμα κατά της συντήρησης, του νεοφιλελευθερισμού και προπάντων κατά της ακροδεξιάς, εκπρόσωποι της οποίας πλέον κατέχουν ηγετικές θέσεις σε «δημοκρατικές» παρατάξεις. Και στην περίπτωση που διψάμε ακόμα για τιμωρία και εκδίκηση, θα πρέπει να σκεφτούμε ποιον θα τιμωρίσουμε: εφήμερα πρόσωπα ή αποδεδειγμένα σαθρούς θεσμούς;

Sponsored Post