Νεολαία και πολιτική στην Ελλάδα

Οι νέοι δεν αδιαφορούν, αλλά αλλάζουν τον τρόπο συμμετοχής τους
Φωτογραφία αρχείου Μάιος 2011
Φωτογραφία αρχείου Μάιος 2011
via Associated Press

* Λίνα Καζολέα-Ζηργάνου, υποψήφια διδάκτορας πολιτικής επιστήμης στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης & Δημόσιας Διοίκησης του ΕΚΠΑ, ερευνήτρια – Η ανάλυση περιλαμβάνεται στο θεματικό 4ο Δελτίο Πολιτικής Συγκυρίας του Ινστιτούτου ΕΝΑ «Nεολαία & πολιτική στην Ελλάδα σήμερα»

Τις τελευταίες δύο –τουλάχιστον– δεκαετίες, η συζήτηση για την πολιτική συμμετοχή και την πολιτικότητα των νέων έχει έρθει δυναμικά στο προσκήνιο, τόσο σε ακαδημαϊκό επίπεδο όσο και στον δημόσιο λόγο. Έχοντας ως αφετηρία την παραδοχή ότι η διαδοχή των γενεών αποτελεί κινητήριο δύναμη των κοινωνικών και πολιτικών αλλαγών1, η σημασία μελέτης της νεολαίας από τη σκοπιά της πολιτικής επιστήμης, αλλά και της χάραξης δημόσιων πολιτικών, καθίσταται έκδηλη.

Στόχος του παρόντος κειμένου είναι η συνοπτική αναφορά σε ορισμένες διαστάσεις της πολιτικότητας των νέων στην Ελλάδα σήμερα, με έμφαση στο πολιτικό ενδιαφέρον και σε άλλες μεταβλητές που επηρεάζουν την πολιτική συμπεριφορά, καθώς και στις μορφές πολιτικής συμμετοχής που αυτοί ή αυτές επιλέγουν. Επιπλέον, θα επιχειρηθεί η ένταξη των τάσεων αυτών στην ευρύτερη θεωρητική και εμπειρική συζήτηση γύρω από τα μεταβαλλόμενα πρότυπα πολιτικότητας των νέων στις σύγχρονες κοινωνίες και ο εντοπισμός των βασικών σημείων σύγκλισης και απόκλισης.

1.1 Μετασχηματισμοί στα πρότυπα πολιτικότητας των νέων πολιτών

Η πολιτική συμμετοχή στις δυτικές δημοκρατίες, ήδη από το τέλος του 20ού αιώνα, διέπεται από μια διπλή κίνηση: από τη μια πλευρά παρατηρείται η υποχώρηση των «παραδοσιακών», θεσμοποιημένων μορφών συμμετοχής, ενώ από την άλλη οι πολίτες βρίσκουν εναλλακτικές συμμετοχικές διεξόδους, δημιουργώντας νέα ρεπερτόρια δράσης, που προτάσσουν έναν προεικονιστικό [prefigurative] και εξατομικευμένο τρόπο άσκησης της πολιτικής. Σε αυτή την εξέλιξη, όπως τεκμηριώνεται πολλαπλά από την εμπειρική έρευνα, πρωτοστατούν οι νέοι και οι νέες.

Η απομάκρυνση των νέων από τη θεσμική πολιτική αποτυπώνεται στην πτώση της συμμετοχής στις εκλογές, στο χαμηλό πολιτικό ενδιαφέρον, στη σημαντική μείωση της ένταξης και ταύτισης με τα κόμματα, αλλά και στην εκλογική ρευστότητα των νέων ψηφοφόρων.

Επιπρόσθετα, νέες και νέοι εκφράζουν αυξανόμενη δυσαρέσκεια και απογοήτευση από τους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, όπως υποδηλώνεται από τα πτωτικά επίπεδα εμπιστοσύνης. Αυτή η εξέλιξη συχνά αποδίδεται στην αδιαφορία, την αποξένωση και τον κυνισμό των νέων πολιτών, που εγκαταλείπουν μαζικά τη θεσμική πολιτική διαδικασία, θέτοντας ζητήματα δημοκρατικής νομιμοποίησης2. Η ερμηνεία αυτή ωστόσο έχει αμφισβητηθεί από στοχαστές που ανήκουν στη «μετασχηματιστική σχολή σκέψης» και υποστηρίζουν ότι οι παραπάνω αναλύσεις επικεντρώνονται σε μία μόνο όψη της συμμετοχικότητας των (νέων) πολιτών.

Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, βιώνουμε το μετασχηματισμό των προτύπων ιδιότητας του πολίτη, τα οποία, συνακόλουθα, αλλάζουν τα μοτίβα πολιτικής συμπεριφοράς, ως απόρροια του εκσυγχρονισμού των δυτικών δημοκρατιών. Συγκεκριμένα, κατά τον Dalton3, η αίσθηση της ιδιότητας του «πολίτη από καθήκον», που σχετίζεται με τη θεσμική συμμετοχή, βαίνει φθίνουσα, δίνοντας τη θέση της στην «ιδιότητα του πολίτη από προσωπική δέσμευση». Για τη Norris, μεταβαίνουμε από τα «politics of loyalties» στα «politics of choice»4, ενώ αναδύεται και ένα μοντέλο «κριτικών πολιτών», που παραμένουν αφοσιωμένοι/ες στα δημοκρατικά ιδεώδη, αλλά εκφράζουν αυξανόμενη δυσαρέσκεια για την απόδοση των θεσμών της δημοκρατίας.

Η εξέλιξη αυτή ευνοεί την ανάπτυξη μη θεσμοποιημένων μορφών συμμετοχής, την ανάδυση της «εξατομικευμένης συλλογικής δράσης» και τη διεύρυνση των ρεπερτορίων πολιτικής δράσης με πρακτικές όπως ο πολιτικός καταναλωτισμός και τα «lifestyle politics»5. Οι νέοι και οι νέες στηρίζονται όλο και λιγότερο στην ιδεολογία ή σε επίσημες ταυτίσεις∙ αντιθέτως, δρουν όλο και περισσότερο πολιτικά στην καθημερινότητά τους και στην ιδιωτική σφαίρα, εκφράζοντας την προσωπική πολιτική τους τοποθέτηση μέσα από αξίες που αφορούν κυρίως την ποιότητα ζωής, ενώ επιλέγουν πιο ευέλικτα οργανωτικά σχήματα, παίρνοντας οι ίδιοι και οι ίδιες την ευθύνη για την επίλυση των (συλλογικών) προβλημάτων.

Επιπλέον, πιο πρόσφατες προσεγγίσεις αντιμετωπίζουν κριτικά ακόμα και το ζήτημα της μη συμμετοχής των νέων. Εδώ η έλλειψη συμμετοχής δεν υποδηλώνει απαραίτητα αδιαφορία, αλλά μπορεί να προκύπτει από έναν στενό ορισμό της συμμετοχής που τους/τις αποκλείει6. Το γεγονός αυτό επιτείνεται από την κυριαρχία ενός λόγου που πλαισιώνει τη μη συμμετοχή αποκλειστικά με όρους προσωπικής αποδέσμευσης και όχι (και) ως αποτέλεσμα κοινωνικού αποκλεισμού και ανισότητας. Ακόμα, εμπειρικά δεδομένα δείχνουν ότι οι νέοι και οι νέες συχνά δεν κατηγοριοποιούν τη συμμετοχή τους ως πολιτική στις σχετικές έρευνες, παρότι ενδέχεται να χαρακτηρίζονται από στοχευμένη και ad hoc πολιτική συμμετοχή7.

Οι παραπάνω αλλαγές μοιάζει να σηματοδοτούν τη διεύρυνση και το μετασχηματισμό μάλλον –παρά τη διάβρωση– της πολιτικής συμμετοχής, η οποία πλέον περιλαμβάνει πεδία, ρεπερτόρια και φορείς δράσης που μέχρι πρότινος ανήκαν στο μη πολιτικό ή είχαν λανθάνοντα πολιτικό χαρακτήρα. Ο μετασχηματισμός αυτός καθίσταται δυνατός μέσα από τη διαδικασία διαγενεακής αλλαγής, φέρνοντας τους/τις νέους/ες στο προσκήνιο των αλλαγών.

1.2 Προς μια (επισφαλή) επιστροφή των νέων στην ελληνική πολιτική σκηνή

Όσον αφορά την πολιτικότητα των νέων στην Ελλάδα, αυτή ακολούθησε εν πολλοίς –αν και με μια κάποια χρονική υστέρηση– τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Συγκριτικά στοιχεία μεγάλων ερευνών πολιτικής συμπεριφοράς τεκμηριώνουν από τα μέσα του 2000 την πτωτική τάση στη δήλωση πολιτικού ενδιαφέροντος, αλλά και σε όλες τις μορφές θεσμικής πολιτικής8. Επιπλέον, αποτυπώνεται η υποχώρηση της κομματικής ταύτισης, καθώς και η αυξημένη αίσθηση ματαιότητας και αδυναμίας παρέμβασης στην πολιτική διαδικασία, ενώ φαίνεται να αλλάζει και η ιδεολογική συγκρότηση των Ελλήνων πολιτών, με τη σημαντική υποχώρηση στη διάδοση της αριστερής ταυτότητας και την εντεινόμενη απόρριψη του άξονα «Αριστερά – Δεξιά»9.

Οι μεταστροφές αυτές είναι εμφανείς σε όλες τις ηλικιακές κατηγορίες, αλλά εντονότερες στους νέους/ες, επιτρέποντας τη διατύπωση ενός προβληματισμού για τη μετάβαση από τη «γενιά του πολιτικού ενδιαφέροντος» στη «γενιά της πολιτικής αδιαφορίας»10. Είναι γεγονός ότι οι νέοι και οι νέες των τελευταίων δεκαετιών κοινωνικοποιήθηκαν σε ένα περιβάλλον ιδεολογικής και πολιτικής ηγεμονίας του νεοφιλελευθερισμού, που χαρακτηριζόταν από την απαξίωση της πολιτικής και του συλλογικού, την ώθηση προς την ιδιώτευση και την εξύμνηση του «ατομικού δρόμου», με προεκτάσεις στην πολιτική τους συμπεριφορά, αλλά και στην ευρύτερη κοσμοαντίληψη.

Ωστόσο, η κρίση έρχεται να λειτουργήσει ως σημαντική ανακοινωνικοποιητική εμπειρία για τη νέα γενιά, που μοιάζει, όπως αναφέρει η Μάρω Παντελίδου-Μαλούτα, να επιστρέφει στην πολιτική11. Η επιστροφή αυτή λαμβάνει χώρα αρχικά μέσω αμεσοδημοκρατικών διαδικασιών (χαρακτηριστικά είναι τα γεγονότα των πλατειών, αλλά και η προοικονομηθείσα εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008) και στη συνέχεια (και) μέσω της ψήφου.

Δεν πρέπει βέβαια να παραγνωριστεί ότι, την ίδια στιγμή, ένα άλλο κομμάτι της ελληνικής νεολαίας εκφράζει τη δυσπιστία του προς το πολιτικό σύστημα μέσα από αντιδημοκρατικές στάσεις και συμπεριφορές, συνδεδεμένες με την εκλογική άνοδο της Χρυσής Αυγής και την Ακροδεξιά συνολικότερα12.

Συνοψίζοντας, παρότι τα στοιχεία μοιάζει να συνηγορούν υπέρ της επιστροφής των νέων στην πολιτική, παραμένει ανοιχτό το ερώτημα τόσο της έκτασης και της διάρκειας της επιστροφής αυτής όσο και της κατεύθυνσής της, ιδίως όσον αφορά τη σύνδεση των αιτημάτων αυτοέκφρασης, προσωπικής αυτονομίας και βελτίωσης της ζωής με ευρύτερα αιτήματα κοινωνικών αλλαγών βασισμένα στην έννοια της συλλογικότητας και του δημοσίου συμφέροντος13.

1.3 Διαστάσεις της πολιτικότητας των νέων στην Ελλάδα: Πολιτικές προδιαθέσεις και πολιτική συμμετοχή

Υπό αυτό το πρίσμα θα επιχειρήσω μια σύντομη ανάλυση και ερμηνεία των δεδομένων της έρευνας «Νεολαία: Συνήθειες, αντιλήψεις και πολιτική συμπεριφορά» που πραγματοποίησε το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, σε συνεργασία με την εταιρία ερευνών Prorata, τον Φεβρουάριο και Μάρτιο του 2021, σε νέους και νέες ηλικίας 18-34 ετών14. Παρότι το δείγμα της έρευνας έχει ορισμένους περιορισμούς, αποτελεί σημαντική πηγή δεδομένων για την ελληνική νεολαία, με συγκριτική μάλιστα διάσταση, εφόσον η έρευνα είχε πραγματοποιηθεί και το 2020. Κατά τη διάρκεια συγγραφής του παρόντος κειμένου δημοσιεύθηκε το τρίτο κύμα της έρευνας, που αφορά τον Απρίλιο του 2022, χωρίς ωστόσο να διαφοροποιεί σημαντικά την ουσία των συμπερασμάτων15.

Πρώτο άξονα της παρούσας ανάλυσης θα αποτελέσει η ευρύτερη πολιτική φυσιογνωμία των νέων και πιο συγκεκριμένα οι βασικές πολιτικές τους προδιαθέσεις και η ιδεολογική τους τοποθέτηση. Το πρώτο, πολύ ενδιαφέρον, εύρημα της έρευνας αφορά το πολύ υψηλό ποσοστό δήλωσης πολιτικού ενδιαφέροντος: 69% των νέων ερωτώμενων δηλώνει ότι ενδιαφέρεται «πολύ» ή «αρκετά» για την πολιτική, ένα ποσοστό μάλιστα που ανεβαίνει στο 78,6% για το 2022. Στο σημείο αυτό, βέβαια, πρέπει να διευκρινίσουμε ότι η μεταβλητή αυτή είναι, ακριβώς, «δήλωση ενδιαφέροντος» και δεν προοικονομεί την έμπρακτη πολιτική συμμετοχή (αν και αποτελεί έκφραση συμμετοχικής προδιάθεσης), ενώ έχει επιβεβαιωθεί εμπειρικά ότι υποκρύπτει πολύ διαφορετικές εννοιολογήσεις και τελεολογίες της πολιτικής16.

Δεύτερο σημείο αποτελεί η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς, η οποία είναι από τις πιο πολυσυζητημένες διαστάσεις της πολιτικότητας. Εδώ τα δεδομένα κινούνται στην αντίθετη κατεύθυνση, αφού το 31% των νέων δήλωσε ότι έχει χαμηλή ή καθόλου εμπιστοσύνη στο σύνολο των θεσμών για τους οποίους ρωτήθηκε (το αντίστοιχο ποσοστό για το 2022 φτάνει το 38%). Τα ΜΜΕ και τα πολιτικά κόμματα μάλιστα είναι οι θεσμοί εκείνοι που συγκεντρώνουν το υψηλότερο ποσοστό δυσπιστίας, με 93% και 87%, αντίστοιχα, να τα εμπιστεύεται «λίγο» ή «καθόλου».

Ιδιαίτερη αναφορά οφείλει να γίνει στο συγκριτικά μεγαλύτερο (αν και ξανά μειοψηφικό) ποσοστό εμπιστοσύνης που συγκεντρώνουν η δικαιοσύνη (38%), η Ευρωπαϊκή Ένωση (28%) και η αστυνομία (27%). Το τελευταίο επιβεβαιώνει ευρήματα προηγούμενων ερευνών17 και δημιουργεί κάποια ερωτήματα ως προς την ύπαρξη αυταρχικών ή ακόμα και αντιδημοκρατικών τάσεων εντός της ελληνικής νεολαίας. Συνολικά πάντως, η χαμηλή εμπιστοσύνη στους θεσμούς έχει τεκμηριωθεί πολλαπλά σε αντίστοιχες έρευνες18 και εν μέρει σχετίζεται με την επίδραση της κρίσης και των μακροχρόνιων πολιτικών λιτότητας, ενώ η αρνητική εικόνα για τη θεσμική πολιτική και τους φορείς της επιτρέπει την υπόθεση περί στροφής των νέων σε εναλλακτικές συμμετοχικές διεξόδους.

Ως προς την ιδεολογική συγκρότηση των ερωτώμενων, οι νέοι και οι νέες προσδιορίζονται περισσότερο προς τα αριστερά του πολιτικού φάσματος, με τη μέση αυτοτοποθέτηση να είναι στο 4,29 και την επικρατούσα τιμή στο 3 της ενδεκαβάθμιας κλίμακας «Αριστερά – Δεξιά». Εντούτοις, πιο σημαντικό εύρημα ίσως είναι ότι περίπου ένας/μία στους/στις τρεις (30%) αρνείται την αυτοτοποθέτησή του/της στον άξονα, δηλώνοντας ότι η διάκριση «Αριστερά – Δεξιά» δεν έχει νόημα. Η απόρριψη αυτού του είδους των ιδεολογικών ταυτίσεων και αφηγήσεων φαίνεται να επιβεβαιώνεται και από τις απαντήσεις σχετικά με τις πολιτικές/ιδεολογικές ταυτότητες που εκφράζουν περισσότερο τους νέους και τις νέες της έρευνας: το 20% των ερωτώμενων δήλωσε ότι δεν τον/την εκφράζει καμία από τις αναφερόμενες επιλογές.

Πρέπει να σημειωθεί, βέβαια, ότι και σε αυτή την ερώτηση τις περισσότερες απαντήσεις συγκέντρωσαν οι ταυτότητες που έχουν αναφορά σε μια αριστερή ιδεολογική τοποθέτηση («προοδευτικός/-ή» [11%], «φιλελεύθερος/-η» [11%] και «αριστερός/-ή» [10%]), χωρίς όμως και αυτό το δεδομένο να είναι απόλυτα ενδεικτικό μιας δομημένης αριστερής κοσμοαντίληψης, εφόσον έχει τεκμηριωθεί εμπειρικά ότι για τους/τις σημερινούς/ές νέους/ες η αναφορά στην Αριστερά δεν συνδέεται απαραίτητα με αντίστοιχη συγκροτημένη κοσμοαντίληψη, αξίες και όραμα κοινωνίας19. Σε αντίστοιχα συμπεράσματα καταλήγει και η έρευνα του 2022, όπου καταγράφεται ένα μειωμένο, αλλά σταθερά υψηλό, ποσοστό άρνησης αυτοτοποθέτησης στον άξονα (22%) και επιβεβαιώνεται η σαφώς αριστερόστροφη τοποθέτηση του δείγματος, αν και με την ενίσχυση των κεντροαριστερών τοποθετήσεων.

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί, επίσης, ένα έλλειμμα δεδομένων ως προς μια σημαντική παράμετρο της πολιτικής φυσιογνωμίας των πολιτών: την αίσθηση υποκειμενικής πολιτικής αποτελεσματικότητας. Αποτελεί πολλαπλά τεκμηριωμένο εύρημα ότι οι πολίτες συμμετέχουν περισσότερο όταν νιώθουν ότι η συμμετοχή τους στην πολιτική διαδικασία μπορεί να επιφέρει αποτελέσματα, ενώ ο συνδυασμός χαμηλής εμπιστοσύνης στους θεσμούς και υψηλής αίσθησης αποτελεσματικότητας ευνοεί τη συμμετοχή σε εξωθεσμικές μορφές δράσης20. Μια τέτοια μεταβλητή ενδεχομένως να συνέβαλλε στην ερμηνεία της αναντιστοιχίας που παρατηρείται ανάμεσα στο υψηλό ενδιαφέρον και την πιο περιορισμένη έμπρακτη συμμετοχή.

Ο δεύτερος άξονας της ανάλυσης αφορά την πολιτική συμμετοχή των νέων πολιτών. Ως προς την πιο κλασική μορφή συμμετοχής, αυτή της ψήφου στις εκλογές, βλέπουμε ότι το 73% ψήφισε στις τελευταίες εκλογές (αυτές του Ιουλίου 2019), ενώ όσοι και όσες δεν ψήφισαν κάνοντας μια συνειδητή επιλογή και επικαλούμενοι/ες πολιτικούς λόγους αποτελούν μόλις το 6% του δείγματος21. Η ευρύτατη αποδοχή της ψήφου ως μορφής πολιτικής συμμετοχής επιβεβαιώνεται και από προηγούμενες έρευνες22.

Αναφορικά με τη συμμετοχή των νέων σε άλλες μορφές πολιτικής και κοινωνικής δράσης, αυτή κινείται σε γενικά υψηλό επίπεδο, το οποίο ωστόσο δεν αποτυπώνει μόνο την πραγματική, παρελθούσα συμμετοχή, αλλά καταγράφει από κοινού και τη δήλωση διαθεσιμότητας για συμμετοχή23.

Την πρώτη θέση στις απαντήσεις των ερωτώμενων καταλαμβάνουν οι μορφές συμμετοχής που μπορούν να χαρακτηριστούν ως «εξατομικευμένη συλλογική δράση» ή «lifestyle politics»: αυτές περιλαμβάνουν περιβαλλοντικές δράσεις (σε ποσοστό 60%), συλλογή υπογραφών (42%) και μποϊκοτάζ προϊόντων (35%).

Επιπρόσθετα, μεγάλο μέρος των νέων ερωτώμενων φαίνεται να διάκειται θετικά απέναντι στην πολιτική διαμαρτυρία, αφού το 45% απαντάει ότι έχει λάβει ή θα λάμβανε μέρος σε διαδήλωση, συγκέντρωση ή άλλου τύπου δημόσια διαμαρτυρία, και ένα 15% σε κατάληψη δημόσιου κτιρίου.

Η υποβολή υποψηφιότητας σε εκλογές –η ανώτατη, κατά τον Milbrath24, μορφή πολιτικής συμμετοχής– συγκεντρώνει σχετικά περιορισμένα, αν και όχι τόσο χαμηλά ποσοστά: 15% των νέων δηλώνουν ότι έχουν θέσει ή θα έθεταν υποψηφιότητα σε αυτοδιοικητικές και 11% σε βουλευτικές εκλογές.

Τέλος, το 6% των ερωτώμενων δηλώνει ότι δεν έχει συμμετάσχει ούτε θα συμμετείχε ποτέ σε οποιαδήποτε πολιτική δράση. Αντίστοιχη είναι και η αποτύπωση στην έρευνα του 2022, όπου εμφανίζεται μια διευρυμένη αντίληψη των νέων ως προς το τι συνιστά «ενασχόληση με την πολιτική και τα κοινά», με τις θεσμικές μορφές συμμετοχής να κατέχουν μία –όχι την κύρια– θέση εντός του ρεπερτορίου δράσης τους.

Η διατύπωση της ερώτησης για την πολιτική συμμετοχή επαναλαμβάνεται και για τους φορείς και τα οργανωτικά σχήματα που επιλέγουν οι νέοι πολίτες και πολίτιδες. Σε αντιστοιχία με τα παραπάνω, τις περισσότερες προτιμήσεις των ερωτώμενων συγκεντρώνουν οργανώσεις που κατά βάση ανήκουν στη σφαίρα της κοινωνίας πολιτών, με τις εθελοντικές και μη κυβερνητικές οργανώσεις κοινωνικής αλληλεγγύης, φιλανθρωπίας και προστασίας δικαιωμάτων να έρχονται πρώτες με 37%, ενώ ακολουθούν οι περιβαλλοντικές οργανώσεις με 34% και οι εξωραϊστικοί σύλλογοι/σύλλογοι γειτονιάς με 17%.

Όσον αφορά τα πολιτικά κόμματα, παρότι συγκεντρώνουν μεγάλα ποσοστά δυσπιστίας, δεν φαίνεται να είναι συλλήβδην απαξιωμένα ως μορφές πολιτικής οργάνωσης και συμμετοχής: το 25% των ερωτώμενων δηλώνει ότι συμμετέχει ή ότι θα συμμετείχε σε πολιτικό κόμμα ή οργάνωση και το 18% σε πολιτική νεολαία. Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και τα ευρήματα της έρευνας του 2022, όπου, παρότι οι νέοι και οι νέες εμφανίζονται πλειοψηφικά επιφυλακτικοί/ές απέναντι στην κομματική ένταξη, αυτή δεν απορρίπτεται συνολικά, ενώ αναγνωρίζεται η σημασία των κομμάτων τόσο για τη συγκρότηση συλλογικής ταυτότητας όσο και ως θεσμικός πυλώνας της δημοκρατίας.

Πιο απαξιωμένοι στα μάτια των νέων μοιάζει να είναι οι φορείς συνδικαλιστικής οργάνωσης: οι φοιτητικές παρατάξεις συγκεντρώνουν το 19% των απαντήσεων, τα συνδικαλιστικά σωματεία 13% και 12% οι αυτοδιοικητικές παρατάξεις. Ενδιαφέρον έχει, επίσης, ότι το ποσοστό των νέων που δεν συμμετέχει ή δεν θα συμμετείχε σε καμία οργάνωση ανέρχεται σε 12%, ποσοστό διπλάσιο από την άρνηση συμμετοχής σε πολιτικές και κοινωνικές δράσεις.

1.4 Συγκλίσεις και αποκλίσεις σε σχέση με τη διεθνή βιβλιογραφία

Επιχειρώντας να εντάξουμε τις τάσεις της πολιτικότητας των νέων στην Ελλάδα, όπως καταγράφονται μέσα από την έρευνα του Ινστιτούτου Πουλαντζάς και της Prorata, στη διεθνή βιβλιογραφική και ερευνητική συζήτηση, διαπιστώνουμε την ύπαρξη σημείων τόσο σύγκλισης όσο και απόκλισης. Συγκεκριμένα, τα υψηλά ποσοστά δήλωσης πολιτικού ενδιαφέροντος, καθώς και συμμετοχής στις βουλευτικές εκλογές, αποτελούν σημαντικά σημεία διαφοροποίησης από την ευρωπαϊκή –και ακόμα περισσότερο από την αμερικανική– πραγματικότητα.

Η σύγκλιση των προτύπων εντοπίζεται κυρίως ως προς τη χαμηλή εμπιστοσύνη στους θεσμούς της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, την απόρριψη των κλασικών ιδεολογικών διαιρέσεων και τη συνακόλουθη μειωμένη ερμηνευτική ικανότητα των «μεγάλων αφηγήσεων», καθώς και, αναφορικά με την πολιτική συμμετοχή, ως προς τη διεύρυνση του ρεπερτορίου δράσης και την προτίμηση σε πιο ευέλικτες, εξατομικευμένες μορφές παρέμβασης και ένταξης, που δεν ανήκουν στο πολιτικό, με τη στενή έννοια, και αφορούν πρωτίστως μεταϋλιστικού τύπου αιτήματα.

Η ελληνική νεολαία φαίνεται να ακολουθεί πιο διστακτικά το μετασχηματισμό των προτύπων πολιτικότητας των υπόλοιπων δυτικών κοινωνιών∙ τηρεί μια αμφίθυμη στάση απέναντι στη θεσμική πολιτική, ενώ χαρακτηρίζεται από έντονο πολιτικό ενδιαφέρον και από μια συνολικά υψηλή διαθεσιμότητα συμμετοχής σε κοινωνικές και πολιτικές οργανώσεις και δράσεις.

Διάκειται πιο ευνοϊκά απέναντι στα νέα οργανωτικά σχήματα, καθώς και τα νέα πολιτικά διακυβεύματα που αναδύονται, αλλά δεν απορρίπτει συνολικά τις παραδοσιακές μορφές οργάνωσης, παρά την έκφραση δυσπιστίας απέναντί τους.

Η στάση αυτή, συνεπώς, δεν μοιάζει να υποδηλώνει πολιτική αδιαφορία, αλλά μάλλον την απόρριψη του συγκεκριμένου τρόπου άσκησης της πρακτικής πολιτικής, καθώς και την απόσταση ανάμεσα στα δημοκρατικά ιδεώδη και τη δημοκρατική πράξη, επαναφέροντας τη συζήτηση περί «κριτικών πολιτών».

Συμπερασματικά, τα στοιχεία της συγκεκριμένης έρευνας έρχονται να τεκμηριώσουν και στην ελληνική περίπτωση τη μεταστροφή στην προσέγγιση της πολιτικότητας των νέων, που πλέον αντιμετωπίζεται πρωτίστως με όρους μετασχηματισμού των συμμετοχικών πρακτικών και όχι πολιτικής αδιαφορίας. Συγκεκριμένα, συνηγορούν υπέρ της ανάδυσης και εξάπλωσης ενός προτύπου «ιδιότητας του πολίτη από προσωπική δέσμευση» εντός της ελληνικής νεολαίας. Το στοιχείο που δείχνει να διαφοροποιεί την ελληνική πραγματικότητα είναι το πρότυπο του «πολίτη από καθήκον», που μοιάζει να διατηρεί ακόμα σημαντικό μέρος από την εγκλητική και κινητοποιητική του ισχύ.

Βεβαίως, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι στο παρόν κείμενο αυτό τεκμαίρεται πρωτίστως από την υψηλή συμμετοχή των νέων στις εκλογές, η οποία κατέχει ιδιαίτερη θέση εντός της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας: η Ελλάδα, ακόμα και τώρα, χαρακτηρίζεται από υψηλά ποσοστά συμμετοχής στις εκλογές συγκριτικά με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ενώ η αποχή δεν αποτελεί ευρέως νομιμοποιημένη πρακτική25. Ωστόσο, σε αντίστοιχα συμπεράσματα καταλήγουν και άλλες μελέτες, όπως αυτή της Μάρως Παντελίδου-Μαλούτα26, που διαπιστώνει ότι, παρά την αυξημένη ζήτηση μη θεσμικών, εναλλακτικών συμμετοχικών διεξόδων από τους νέους και τις νέες, αυτό δεν συμβαίνει απαραίτητα σε βάρος των θεσμικών μορφών συμμετοχής.

Μέσα σε αυτό πλαίσιο τόσο η επιστροφή των νέων στην πολιτική όσο και το περιεχόμενό της, ο ατομικός ή συλλογικός της χαρακτήρας, οι οργανωτικές μορφές που θα λάβει και ο φορέας/οι φορείς που θα την εκφράσουν αναδεικνύονται ως πολιτικά επίδικα, με σημαντικές συνέπειες για το μέλλον του κομματικού-πολιτικού συστήματος, αλλά και ευρύτερα για τους μετασχηματισμούς της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας.

1 M. Hooghe, “Political socialization and the future of politics”, Acta Politica, vol. 39, 2004, p. 331.

2 E. Fieldhouse, M. Tranmer & Α. Russell, “Something about young people or something about elections? Electoral participation of young people in Europe: Evidence from a multilevel analysis of the European Social Survey”, European Journal of Political Research, vol. 46, 2007, p. 822· D. Marsh, T. O’Toole & S. Jones, Young people and politics in the UK. Apathy or alienation?, Palgrave MacMillan, Basingstoke 2007, p. 91-93.

3 R. J. Dalton, “Citizenship norms and the expansion of political participation”, Political Studies, vol. 56, no. 1, 2008, p. 92-94.

4 P. Norris, “Young people & political activism: From the politics of loyalties to the politics of choice?”, Report for the Council of Europe Symposium, 2003, p. 4.

5 Στο ίδιο, σ. 16-17 και M. Micheletti, Political virtue and shopping. Individuals, consumerism, and collective action, Palgrave Macmillan, Basingstoke 2003.

6 M. Henn & M. Weinstein, “Politically alienated or apathetic? Young people’s attitudes towards party politics in Britain”, στο Linsley, B. & E. Rayment (eds.), Beyond the classroom: exploring active citizenship 11-16 Education, New Politics Network, London 2004, p. 89. Χαρακτηριστική είναι η έννοια των «standby citizens», E. Amna & J. Ekman, “Standby citizens: Diverse faces of political passivity”, European Political Science Review, vol. 6, no. 2, 2014, p. 271.

7 M. Sveningsson, “‘I wouldn’t have what it takes’: Young Swedes’ understandings of political participation”, Young, vol. 24, no. 2, 2015, p. 139.

8 M. Παντελίδου-Μαλούτα, «Η νεολαία επιστρέφει; Ελληνική πολιτική κουλτούρα και μεταβαλλόμενα πρότυπα πολιτικότητας των νέων στην κρίση», Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, τχ. 43, 2015, σ. 11-13.

9 Στο ίδιο και στο Μ. Κακεπάκη, «Μεταβολές στην ελληνική πολιτική κουλτούρα, 1988-2005: Από τη γενιά του πολιτικού ενδιαφέροντος στη γενιά της πολιτικής αδιαφορίας;», Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, τχ. 28, 2005, σ. 118-121.

10 Στο ίδιο.

11 M. Παντελίδου-Μαλούτα, «Η νεολαία επιστρέφει; Ελληνική πολιτική κουλτούρα και μεταβαλλόμενα πρότυπα πολιτικότητας των νέων στην κρίση», ό.π., σ. 24-25.

12 A. Koronaiou, E. Lagos, A. Sakellariou, S. Kymionis & I. Chiotaki-Poulou, “Golden Dawn, austerity and young people: the rise of fascist extremism among young people in contemporary Greek society”, The Sociological Review, vol. 63, no. S2, 2015, p. 237-239.

13 M. Παντελίδου-Μαλούτα, «Η νεολαία επιστρέφει; Ελληνική πολιτική κουλτούρα και μεταβαλλόμενα πρότυπα πολιτικότητας των νέων στην κρίση», ό.π., σ. 45-47 και M. Παντελίδου-Μαλούτα & Λ. Ζηργάνου-Καζολέα, «Νεολαία, αριστερή ψήφος και ριζοσπαστισμός τη δεύτερη δεκαετία του 2000», Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, τχ. 43, 2020, σ. 176-177.

14 Το δείγμα αποτελούνταν από 537 νέους και νέες πανελλαδικά και η συλλογή των δεδομένων έγινε μέσω online συμπλήρωσης δομημένου ερωτηματολογίου από εγγεγραμμένους/ες στο panel ερευνών της εταιρείας. Τα αποτελέσματα είναι διαθέσιμα στο https://poulantzas.gr/wp-content/uploads/2021/03/%CE%88%CF%81%CE%B5%CF%85%CE%BD%CE%B1-%CE%9D%CE%B5%CE%BF%CE%BB%CE%B1%CE%AF%CE%B1_2_2021_Executive-Summary.pdf [πρόσβαση 21.03.2022].

15 Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, Νεολαία. Συνήθειες, αντιλήψεις και πολιτική συμπεριφορά – 3η έρευνα, Απρίλιος 2022, διαθέσιμο στο https://poulantzas.gr/yliko/erevna-neolaia-synitheies-antilipseis-kai-politiki-syberifora-3o-kyma-aprilios-2022/ [πρόσβαση 11.04.2022].

16 M. Παντελίδου Mαλούτα, «Eλληνική πολιτική κουλτούρα: Όψεις και προσεγγίσεις», Eπιθεώρηση Kοινωνικών Eρευνών, τχ. 75A, 1990, σ. 19-49.

17 Για παράδειγμα, European Commission, Standard Eurobarometer 95 - Spring 2021. Public Opinion in the European Union, June-July 2021 διαθέσιμο στο https://europa.eu/eurobarometer/surveys/detail/2532 [πρόσβαση 31.03.2022], αλλά και έρευνα του Ινστιτούτου ΕΝΑ σε συνεργασία με την Prorata (Α. Σεριάτος, «Κοινωνική και πολιτική πόλωση στην εποχή της “κανονικότητας”: Η ισχύς του δόγματος της δημόσιας τάξης και ασφάλειας», ΕΝΑ. Δελτίο Πολιτικής Συγκυρίας 2: Διαιρετικές τομές και ιδεολογικές

αντιπαραθέσεις στη μετεκλογική συνθήκη, Δεκέμβριος 2019, σ. 47-50 διαθέσιμο στο https://www.enainstitute.org/wp-content/uploads/2019/12/16122019_02.pdf [πρόσβαση 31.03.2022], όπου όμως η εμπιστοσύνη των νέων προς τους θεσμούς που ανήκουν στον «σκληρό πυρήνα» του κράτους εμφανίζεται ελαφρώς μειωμένη σε σχέση με το γενικό πληθυσμό.

18 Στο ίδιο και Μ. Quaranta, J. Cancela, I. Martín, I. & Y. Tsirbas, “Trust, Satisfaction and Political Engagement during Economic Crisis: Young Citizens in Southern Europe”, South European Society and Politics, vol. 26, no. 2, 2021, p. 157· M. Ellison, G. Pollock & R. Grimm, “Young people’s orientations towards contemporary politics: Trust, representation and participation”, Zeitschrift für Erziehungswissenschaft, vol. 23, no. 6, 2020, p. 1213-1214.

19 M. Παντελίδου-Μαλούτα & Λ. Ζηργάνου-Καζολέα, «Νεολαία, αριστερή ψήφος και ριζοσπαστισμός τη δεύτερη δεκαετία του 2000», ό.π., σ. 172-173.

20 M. Hooghe & S. Marien, “A comparative analysis of the relation between political trust and forms of political participation in Europe”, European Societies, vol. 15, no. 1, 2013, p. 145-146· M. Ellison, G. Pollock & R. Grimm, “Young people’s orientations towards contemporary politics: Trust, representation and participation”, op. cit., p. 1222.

21 Εδώ περιλαμβάνονται οι υποκατηγορίες «δεν με εξέφραζε κανένα κόμμα» (3%), «δεν θεωρώ ότι οι εκλογές μπορούν να αλλάξουν κάτι» (2%), «δεν με ενδιαφέρει η πολιτική γενικά» (1%).

22 M. Ellison, G. Pollock & R. Grimm, “Young people’s orientations towards contemporary politics: Trust, representation and participation”, op. cit., p. 1210-1211.

23 Η ακριβής διατύπωση της ερώτησης είναι «συμμετέχετε ήδη ή θα συμμετείχατε...» στα διάφορα ρεπερτόρια δράσης.

24 L.W. Milbrath, “Political participation”, στο Long, S. L., (επιμ.), The Handbook of Political Behavior, Springer, Boston 1981, σ. 206.

25 M. Ellison, G. Pollock & R. Grimm, “Young people’s orientations towards contemporary politics: Trust, representation and participation”, op. cit., p. 1210-1211 και M. Παντελίδου-Μαλούτα, «Η νεολαία επιστρέφει; Ελληνική πολιτική κουλτούρα και μεταβαλλόμενα πρότυπα πολιτικότητας των νέων στην κρίση», ό.π., σ. 20.

26 Στο ίδιο, σ. 24.