ΤΟ BLOG
25/01/2020 10:03 EET | Updated 26/01/2020 09:00 EET

Νταλαμάνι: πολιτικές μνήμης, πολιτικές λήθης

Υπάρχουν πολλά σημεία γύρω από τη σφαγή των αμάχων στο Νταλαμάνι το 1945 που προκαλούν προβληματισμό.

.

Με αφορμή τη συζήτηση για τον εορτασμό της ημέρας των Γραμμάτων, την επέτειο των Τριών Ιεραρχών, διαπιστώνουμε ότι διαφορετικές απόψεις για τον τρόπο εορτασμού μιας επετείου στο σχολείο δεν έχουν μόνο οι πολιτικές παρατάξεις, αλλά και πολλοί άλλοι, ακόμη και η εκκλησία, παρότι πρόκειται για θρησκευτικό ζήτημα όπου κατά κανόνα από εκπροσώπους της ιεραρχίας ακούμε μία, και όχι πολλές φωνές. Όμως, παρά τις διαφωνίες γύρω από τον τρόπο εορτασμού, παρατηρούμε αξιοπρόσεκτη συναίνεση μεταξύ των «ομιλητών» σε ό,τι αφορά την αναγκαιότητα του εορτασμού. Όσοι θεωρούν ότι ο εορτασμός αυτός δεν έχει καμία θέση στο σχολείο, κινούνται σήμερα, όπως και παλαιότερα, στο πολιτικό και κοινωνικό περιθώριο.

Επέτειοι και εορτασμοί, όμως, δεν γίνονται μόνο στο σχολείο. Είναι στοιχείο περισσότερο της κοινωνικής, και λιγότερο της εκπαιδευτικής ζωής, καθώς λίγες μόνον από τις επετείους που είναι γνωστές από τον εξωσχολικό χώρο, όπως λ.χ. οι εθνικές επέτειοι ή η επέτειος του Πολυτεχνείου, έχουν ενσωματωθεί και στη σχολική ζωή. Οι εορτασμοί αυτοί είναι εκδηλώσεις της συλλογικής μνήμης, σε εθνικό ή τοπικό επίπεδο. Ορισμένες από αυτές έχουν επιδείξει μια ανθεκτικότητα μέσα στο χρόνο και σε γενικές γραμμές διατηρούν το ακροατήριό τους σχετικά σταθερό. Θεωρούνται επέτειοι γενικής αποδοχής, ενώνουν τη «συλλογικότητα», δεν τη διχάζουν. Η 28η Οκτωβρίου, η 25η Μαρτίου, οι επέτειοι για τη γενοκτονία των Ποντίων και τα ολοκαυτώματα της Κατοχής, ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία. Αν πάει κανείς την ημέρα της επετείου στο χώρο της εκδήλωσης θα συναντήσει πολίτες με διαφορετικούς κοινωνικούς, πολιτικούς και ιδεολογικούς καθορισμούς να συμμετέχουν στον εορτασμό. Όλοι χωράνε στο «εμείς» που δημιουργεί η επέτειος, όλοι αισθάνονται μέρος αυτού του «εμείς». Και εφόσον οι επέτειοι εμφανίζουν συνέχεια μέσα στο χρόνο, το «εμείς» αποκτά και αυτό διαχρονικότητα.

Υπάρχουν, όμως, επέτειοι – και γενικότερα, συμβολισμοί άλλου τύπου, όπως εκφράσεις γλυπτικής, μουσικής, θεάτρου και κινηματογράφου – οι οποίες καθιερώνονται στην αρχή μιας εποχής που γεννήθηκε μέσα από μια επώδυνη για την κοινωνία σύγκρουση για να τιμήσουν είτε τα θύματα από την πλευρά των νικητών, είτε την ίδια τη νίκη. Τέτοιες επέτειοι καθιερώθηκαν στην Ελλάδα μετά τη λήξη του εμφυλίου από διάφορους φορείς, αλλά και από το ίδιο το κράτος με συμμετοχή των επίσημων αρχών, και διήρκησαν οι περισσότερες μέχρι τη δεκαετία του ’80. Έκτοτε βαθμιαία έχασαν τόσο τον επίσημο, όσο και τον συλλογικό τους χαρακτήρα και σήμερα είτε εξέλιπαν, είτε οργανώνονται πλέον όχι από τις αρχές, κεντρικές ή τοπικές, αλλά από άλλους ιδιωτικούς φορείς ή από συγγενείς των θυμάτων, χωρίς επίσημη εκπροσώπηση.

Και ενώ το κύμα αυτό των μεταπολεμικών επετείων φθίνει ή εξαφανίζεται, ένα νέο κύμα κάνει την εμφάνισή του ήδη αμέσως μετά την πολιτική τομή του 1974, με αντίθετα σύμβολα και συμβολισμούς. Οι νέες επέτειοι τιμούν ως θύματα εκείνους που οι προηγούμενες όριζαν ως θύτες για τα δικά τους θύματα. Η κατάρρευση των σοσιαλιστικών καθεστώτων στην Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια όχι μόνον δεν επηρέασε το δεύτερο κύμα επετείων στην Ελλάδα, αλλά προσέθεσε στο ρεπερτόριο των συμβολισμών και νέες μορφές απότισης τιμής στους «αγώνες» των ηρώων και των θυμάτων των νέων εορτασμών (μουσεία, πορείες στους δρόμους του «αγώνα» κ.α.). Την ίδια στιγμή το νέο κύμα επετείων δεν αξιολογείται από τις επίσημες αρχές ως εορτές μίσους, όπως έγινε με το πρώτο κύμα μετά το 1980. Αυτό εξηγεί την παρουσία των επισήμων στις επετείους που καθιερώθηκαν στην περίοδο της μεταπολίτευσης χωρίς ενοχικά σύνδρομα, αλλά και την απουσία τους από εκείνες που είχαν καθιερωθεί νωρίτερα (και κάποιες εορτάζονται ακόμη) λόγω ακριβώς του φόβου μήπως στιγματιστούν ως «ακροδεξιοί» ή ως κάτι παρεμφερές.

Μια από αυτές είναι για την Ήπειρο το Νταλαμάνι. Η επέτειος πήρε το όνομά της από την τοποθεσία «Νταλαμάνι» στη Λάκκα Σούλι, στα όρια των νομών Πρεβέζης και Ιωαννίνων, κοντά στα Δερβίζιανα. Στην ερημική αυτή τοποθεσία εκτελέστηκαν μυστικά και με φρικτό τρόπο την νύχτα της 24/25 Ιανουαρίου του 1945 από μονάδα του ΕΛΑΣ που είχε τότε την έδρα της στα Δερβίζιανα άμαχοι από διάφορα χωριά της περιοχής που είχαν συλληφθεί τις προηγούμενες μέρες, χωρίς να έχει προηγηθεί κάποια ένοπλη ή άλλη σύγκρουση μεταξύ της μονάδας αυτής του ΕΛΑΣ και των δολοφονηθέντων και, βεβαίως, χωρίς δίκη και καταδίκη. Άνδρες, γυναίκες και παιδιά, όλων την ηλικιών, εκτελέστηκαν στα μουλωχτά, επειδή κάποιοι από τους άνδρες υπήρξαν αντάρτες στην αντιστασιακή οργάνωση του Ζέρβα (ΕΔΕΣ), ενώ οι υπόλοιποι επειδή είχαν χαρακτηριστεί από την οργάνωση του ΕΑΜ ως «αντιδραστικοί», και κάποιοι άλλοι επειδή ήταν συγγενείς των προηγούμενων. Είχαν προηγηθεί ήδη εκτελέσεις «αντιδραστικών» αμάχων στην Άρτα μετά τις εμφύλιες συγκρούσεις ΕΛΑΣ-ΕΔΕΣ του Ζέρβα στα τέλη Δεκεμβρίου του 1944.

Υπάρχουν πολλά σημεία γύρω από τη σφαγή των αμάχων στο Νταλαμάνι το 1945 που προκαλούν προβληματισμό.

Το πρώτο είναι ότι πρόκειται για μια από τις τελευταίες μαζικές σφαγές αμάχων από τον ΕΛΑΣ την περίοδο 1943-1945 και από τις πρώτες μετά τα Δεκεμβριανά. Όταν τα θύματα στο Νταλαμάνι έχαναν τη ζωή τους μέσα στις κουμαριές από τους εκτελεστές τους, τα τμήματα του ΕΛΑΣ είχαν ήδη αποχωρήσει από την Αθήνα μετά την ήττα στη λεγόμενη «μάχη της Αθήνας». Πώς εξηγείται η σφαγή αμάχων τόσο μακριά από την Αθήνα σε μια τέτοια χρονική συγκυρία;

Το δεύτερο είναι ότι για την υπόθεση αυτή δεν υπάρχει μέχρι σήμερα, 75 χρόνια μετά το συμβάν, ούτε μία επιστημονική εργασία (άρθρο σε ελληνικό ή διεθνές επιστημονικό περιοδικό, μεταπτυχιακή ή διδακτορική διατριβή, βιβλίο). Τα ελάχιστα άρθρα σε τοπικές εφημερίδες και το ένα και μοναδικό βιβλίο (Χ. Τσόγκα: Αίμα και Δάκρυα, αυτοέκδοση) που έχουν γραφεί για το Νταλαμάνι κινούνται εκτός της επιστημονικής κοινότητας και αποτελούν περισσότερο ένα χρονικό της εκτέλεσης, παρά μια επιστημονική προσέγγιση και σε βάθος διερεύνηση της «επαναστατικής» βίας στην Ήπειρο μετά τα Δεκεμβριανά. Πώς εξηγείται αυτή η παρατεταμένη σιωπή; Συμφιλίωση μέσω προγραμματισμένης λήθης;

Το τρίτο είναι η προσπάθεια ορισμένων από τους εμπλεκομένους πολύ αργότερα, και μετά την επιστροφή τους στην Ελλάδα από τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης όπου είχαν καταφύγει, να εξηγήσουν τις δολοφονίες ως προϊόν των «ακραίων» εντός της Εαμικής οργάνωσης, ως εάν η θανατηφόρα βία εναντίον συγκεκριμένων προσώπων ή παρατάξεων που εκδηλώθηκε κατά τη διάρκεια της κατοχής από την πλευρά των οργανώσεων που ιδρύθηκαν και ελέγχονταν από το κομμουνιστικό κόμμα και συμμετείχαν στην αντίσταση, υπήρξε θλιβερή εξαίρεση σε κάποιον κανόνα υποτιθέμενης ειρηνικής διευθέτησης των διαφορών με την «αντίδραση».

Το τέταρτο είναι οι «λαϊκές» (ή βολικές) ερμηνείες που συνδέουν τη σφαγή με κίνητρα όπως απληστία ή ληστεία (λίρες), εκδίκηση (βεντέτα μεταξύ ΕΑΜ και ΕΔΕΣ), αγανάκτηση του «λαού» για συμπεριφορές ορισμένων από τα θύματα κατά τη διάρκεια της κατοχής κ.α. Παρά τις πτυχές ρεαλισμού που περιέχουν ορισμένες από τις ερμηνείες αυτές (π.χ. η «απαλλοτρίωση» εκ μέρους της οργάνωσης του ΕΛΑΣ μεγάλης ποσότητας λιρών των θυμάτων), η δολοφονία αμάχων στο Νταλαμάνι (όπως επίσης οι υπόλοιπες δολοφονίες αμάχων από τμήματα του ΕΛΑΣ στο Νικολίτσι Πρέβεζας, στη Λίππα Ιωαννίνων, στην Κρυοπηγή Πρέβεζας και στην Κοπάνη Ιωαννίνων από τις αρχές μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου του 1945) εντάσσεται σε μια ευρύτερη πολιτική του ΚΚΕ της εποχής εκείνης, ως επαναστατικού λενινιστικού κόμματος κατά τον αυτοπροσδιορισμό του, να εξοντώσει την «αντίδραση». Η κωδική ονομασία της δράσης αυτής οπουδήποτε στην Ελλάδα ήταν γνωστή με την έκφραση «ξεκαθάρισμα της κατάστασης». Συνεπώς αυτό που έχει ενδιαφέρον για τις εκτελέσεις στη Λάκκα Σούλι τον Ιανουάριο του 1945 δεν είναι γιατί στελέχη του ΚΚΕ, του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ θεώρησαν νομιμοποιημένη την εκτέλεση αμάχων που οι ίδιοι ή συγγενικά τους πρόσωπα ανήκαν στην «αντίδραση», σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχαν συλλέξει οι τοπικές οργανώσεις, αλλά τι νόημα μπορεί να είχε πια το «ξεκαθάρισμα της κατάστασης» μετά την ήττα στη μάχη της Αθήνας. Το ερώτημα αυτό δεν μπορεί να απαντηθεί χωρίς ενδελεχή μελέτη των αποφάσεων προσώπων ή οργάνων που οδήγησαν στην εκτέλεση. Πράγμα δυσχερέστατο, διότι μέχρι τώρα το μόνο που γνωρίζουμε με βεβαιότητα για τις αποφάσεις αυτές είναι η υλοποίησή τους από κατώτερα στελέχη των παραπάνω οργανώσεων.

Το πέμπτο είναι η πορεία της επετείου μέσα στο χρόνο και ο στιγματισμός της κατά την περίοδο της μεταπολίτευσης ως «ακροδεξιάς» επετείου που οξύνει τα πάθη, πράγμα που την έχει οδηγήσει στην απαξία και στη συρρίκνωση του ακροατηρίου της. Η πορεία της επετείου της σφαγής αμάχων στο Νταλαμάνι βρίσκεται ακριβώς στον αντίποδα της πορείας της ιδεολογικής ηγεμονίας της Αριστεράς στην Ελλάδα σε ό,τι αφορά τη δημόσια ανάγνωση της Ιστορίας της κατοχής και του εμφυλίου, αποτελώντας έναν από τους πιο σαφείς δείκτες αυτής της ηγεμονίας.

Το έκτο, και τελευταίο, είναι κάτω από ποιες συνθήκες μια παρόμοια επέτειος θα μπορούσε να αποκτήσει ένα ευρύτερο νόημα, πέρα από το μνημόσυνο υπέρ των θυμάτων, κάτι που ενδιαφέρει πρωτίστως τους συγγενείς των. Εορτασμοί επετείων, όπως αυτή της σφαγής αμάχων στο Νταλαμάνι, θα είχαν ευρύτερο νόημα αν υπήρχαν ακροατήρια που ήθελαν να θυμηθούν και να θυμίσουν δημόσια μέχρι πού μπορεί να φτάσει η δράση των «πιστών» μια πολιτικής οργάνωσης, σε επίπεδο ηγεσίας αλλά και εκτελεστικών οργάνων, όταν η ιδεολογία τους είναι ολοκληρωτική. Γιατί τότε αποφασίζουν να αφαιρούν ζωές όχι από μίσος ή λόγω της εμπλοκής των θυμάτων σε κάποια στρατιωτική σύγκρουση με τους θύτες, αλλά επειδή βλέπουν τον εαυτό τους ως τον εκλεκτό για την εφαρμογή ενός σχεδίου της Ιστορίας που πρέπει πάσει θυσία να υλοποιηθεί. Αν δεν υπάρχουν ακροατήρια που ενδιαφέρονται να διαδηλώσουν δημόσια την απαξία τους σε ολοκληρωτικές ιδεολογίες, όπως αυτή που όπλισε τους εμπνευστές, τους σχεδιαστές και τους εκτελεστές της μαζικής δολοφονίας αμάχων στη Λάκκα Σούλι τον Ιανουάριο του 1945, οι επέτειοι αυτές έχουν νόημα μόνον για τους συγγενείς των θυμάτων, είναι ιδιωτικές υποθέσεις.