ΤΟ BLOG
07/09/2019 14:00 EEST | Updated 07/09/2019 14:00 EEST

Ο αρχιμουσικός «πρέπει να αγαπά τη μουσική περισσότερο από τον εαυτό του»

Συνέντευξη με τον Πρόεδρο του Τμήματος Μουσικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

Γιώργος Βράνος

Ο γνωστός καθηγητής και Πρόεδρος του Τμήματος Μουσικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Γιώργος Βράνος, σε μία εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη, μιλά για τις προκλήσεις κατά τη Διεύθυνση Ορχήστρας, τη σχέση του με τη νέα γενιά μουσικών, τον κύκλο - που έκλεισε – με την ΚΟΘ, αλλά και την πολυαναμενόμενη σύμπραξη με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών. 

Ξεκινήσατε σπουδές μουσικής από το πιάνο που από πολλούς θεωρείται ως ο Βασιλιάς των οργάνων. Συμφωνείτε με αυτή την άποψη;

Ως προς τον ορισμό του «βασιλιά» νομίζω ότι οι απόψεις διίστανται. Άλλοι ονομάζουν το βιολί για παράδειγμα. Προσωπικά θεωρώ ότι το πιάνο, τουλάχιστον για έναν μαέστρο, αποτελεί βασικό εργαλείο, όχι μόνο για την μελέτη ενός έργου - λόγω της πολυφωνικής δυνατότητας -αλλά και την μετέπειτα μουσική εξέλιξη του ως συνοδό οργάνων, εκγυμναστή φωνών στην όπερα κλπ. Δεδομένου επίσης του πολύ μεγάλου πιανιστικού ρεπερτορίου, ένας μουσικός μυείται στις διάφορες στιλιστικές εξελίξεις, εποχές και τεχνοτροπίες των διαφόρων συνθετών και ουσιαστικά “διευθύνει” μια μικρή ή μεγάλη “ορχήστρα” - ανάλογα με τον αριθμό των φωνών κάθε πιανιστικής σύνθεσης. Επομένως για μένα, ναι, είναι ο «βασιλιάς» των οργάνων.

Τι κρατάτε από τη μαθητεία δίπλα στην καθηγήτριά σας στο πιάνο, Ιφιγένεια Παπαδογιάννη; Το πάθος για την κλασική μουσική, ίσως;

Η καλή μου δασκάλα, όπως συνηθίζω ακόμα να την προσφωνώ, με μύησε μέσα από το πιανιστικό ρεπερτόριο, γενικότερα στην κλασική μουσική - όπως συνηθίζουμε να λέμε - και μπορώ να πω ότι ακούγαμε μαζί περισσότερο συμφωνικά απ΄ ό, τι πιανιστικά έργα. Ήθελε να έχω μια σφαιρική αντίληψη για την καλή μουσική , με την έννοια της εμπνευσμένης μουσικής και μου ενίσχυσε κατά πολύ την αγάπη για την τέχνη της διεύθυνσης. Ναι, το πάθος στη μουσική και την αγάπη για τη μελέτη μπορώ να πω ότι την κληρονόμησα από τους δασκάλους μου - για να μην ξεχάσω και τον αείμνηστο Α. Αμαραντίδη τον άλλον αγαπημένο άνθρωπο που με καθοδήγησε στον μουσικό μου δρόμο.

Σύντομα, οι σπουδές σας στράφηκαν στη Διεύθυνση Ορχήστρας. Πώς νοιώσατε όταν με υποτροφία του ιδρύματος Ωνάση ξεκινήσατε σπουδές στην Ανώτατη Μουσική Ακαδημία του Μονάχου;

Ήταν ένα απίστευτο γεγονός, όταν έμαθα ότι έλαβα μια εκ των δύο θέσεων που πρόσφερε η Ανώτατη Μουσική Ακαδημία Μονάχου στην τάξη της Διεύθυνσης Ορχήστρας εκείνη την χρονιά. Θυμάμαι ότι τηλεφώνησα στη μητέρα μου, η οποία πάντα με στήριζε στον μουσικό μου δρόμο, για να της το πω, έψαχνα σαν τρελός τηλεφωνικό θάλαμο με κέρματα, τότε δεν είχαμε κινητά και έτρεμαν τα πόδια μου! Αναφορικά με την υποτροφία, χρωστώ νομίζω ένα μεγάλο ευχαριστώ στο Ίδρυμα «Α. Ωνάσης» για αυτή του την στήριξη στη διάρκεια των σπουδών μου.

 

O μαέστρος πρέπει να είναι σε θέση να εμπνεύσει τους μουσικούς, ώστε να τους φτάσει στο μέγιστο επίπεδο των δυνατοτήτων τους προς την επίτευξη της ιδανικής νοητικής παράστασης του έργου.

 

Τι πήρατε από τους καθηγητές σας εκεί; Πόσο απαραίτητη ήταν αυτή η μαθητεία για τη διεθνή καριέρα;

Το επίπεδο ήταν φυσικά διαφορετικό και πιο δύσκολο, όχι μόνο μουσικά αλλά και λόγω γλώσσας για παράδειγμα. Οι απαιτήσεις πολλές και η κατανόηση πιθανών ατυχιών, πολύ μικρή. Θυμάμαι ότι στους πρώτους μήνες των σπουδών έπρεπε να διευθύνω τη Συμφωνική Ορχήστρα του Μονάχου, κάτι αδιανόητο για το άπειρο και «άβγαλτο» τότε μυαλό μου. Αυτό όμως ήταν και το καταπληκτικό σε αυτή τη Σχολή. Ότι επένδυαν στους φοιτητές τους πληρώνοντας επαγγελματικές ορχήστρες για να εξασκούμαστε. Νομίζω αυτή είναι και η ειδοποιός διαφορά για κάποιον που σπουδάζει αυτή τη τέχνη. Η μελέτη αλλά και η εφαρμογή της διδασκαλίας γίνονται σε πραγματικές και όχι εικονικές συνθήκες. Ο καθηγητής της διεύθυνσης μου H.Michael - του οποίου τον τάφο επισκέπτομαι σχεδόν πάντα όταν βρίσκομαι Γερμανία - ήταν ένας εξαίρετος δάσκαλος, κυρίως όμως στην τεχνική της διεύθυνσης. Ως μουσικός δεν αισθάνθηκα τόση εγγύτητα και επικοινωνία μαζί του, όπως με τους καθηγητές μου εδώ. Σ’ αυτό σίγουρα έχω κι εγώ μερίδιο ευθύνης, γιατί ήμουν αρκετά ανώριμος και λίγο καλλιτέχνης με την αρνητική έννοια του ωχαδερφισμού και του υπερβολικού ίσως αυθορμητισμού. Παρόλα αυτά, του χρωστώ πολλά για την μέχρι τώρα πορεία μου ως Διευθυντής Ορχήστρας. Άλλωστε ως αρχάριος αυτό που χρειάζεσαι πρωτίστως, είναι καλή τεχνική και σωστή καθοδήγηση.

Με ποιο τρόπο ένας αρχιμουσικός, παραμένει στην κορυφή ενός χώρου βαθιά απαιτητικού και ανταγωνιστικού;

Όταν είναι ειλικρινής με τον εαυτό του. Πρέπει να ξέρει τους στόχους του, να προσπαθεί γι’ αυτούς και να έχει “ευήκοα ώτα”. Αν μπορεί μέσα του η αγάπη για τη μουσική να ξεπεράσει την αγάπη για τον εαυτό του, έχει κάνει ένα πολύ σημαντικό βήμα. Φυσικά σ’ αυτά όλα πρέπει να προστεθεί το πάθος για τη δουλειά του - αν μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει τη λέξη αυτή - και οι καλές σχέσεις με τους συναδέλφους του. Τέλος, δεν μπορεί κανείς να αδιαφορήσει για διάφορες συγκυρίες που ενίοτε παίζουν σημαντικό ρόλο στο χώρο της τέχνης και του επαγγελματισμού.

Ο αρχιμουσικός πρέπει να διαθέτει πλήθος παράλληλων ικανοτήτων. Να επιβάλλεται με τη βαθιά γνώση του έργου και της μουσικής. Να είναι σε καλή φυσική και πνευματική κατάσταση. Να είναι πρώτος μεταξύ ίσων ώστε να κερδίζει το σεβασμό. Εσείς, ποια από αυτές τις αρετές θεωρείτε πιο σημαντική;

Όλες. Προ πάντων συνεχή μελέτη για να μπορέσει να εμβαθύνει στο έργο που διευθύνει και έτσι όχι μόνο να “πείσει” τους μουσικούς, αλλά και να τους ενθουσιάσει. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι το επίπεδο σήμερα των μουσικών μιας επαγγελματικής συμφωνικής ορχήστρας έχει απίστευτα εξελιχθεί. Σ΄ αυτό πρέπει να προσθέσουμε και το γεγονός ότι τα συμβατικά έργα του συμφωνικού ρεπερτορίου, παίζονται πολύ συχνά και είναι φυσικό επακόλουθο ένας μουσικός της ορχήστρας ο οποίος ξαναερμηνεύει ένα έργο για πολλοστή φορά και με ιδιαίτερη τεχνική ευκολία, να μονοτονεί, αν ένας αρχιμουσικός δεν έχει κάτι φρέσκο, νέο και διαφορετικό να του προσφέρει. Πρέπει δηλαδή ο μαέστρος να είναι σε θέση να εμπνεύσει τους μουσικούς, ώστε να τους φτάσει στο μέγιστο επίπεδο των δυνατοτήτων τους προς την επίτευξη της ιδανικής νοητικής παράστασης του έργου. Ο σεβασμός που απορρέει από τους μουσικούς έχει να κάνει κυρίως με την μουσική προσωπικότητα ενός μαέστρου και κατ’ επέκταση με την εν γένει παρουσία του.

 

Πολλοί άνθρωποι και όχι μόνο νέοι ξαφνιάζονται μετά από τέτοιες συναυλίες για την ομορφιά της συμφωνικής μουσικής και μετανιώνουν για το γεγονός ότι στο παρελθόν δεν αξιοποίησαν ευκαιρίες που είχαν, για να ακούσουν μια συναυλία κλασικής μουσικής.

 

Πέραν των υπολοίπων δραστηριοτήτων σας, είστε και καθηγητής στο Τμήμα Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης του Παν/μιου Μακεδονίας. Η επαφή σας με τη νέα γενιά σας κάνει να αισιοδοξείτε για την επιβίωση της κλασικής μουσικής στις επόμενες γενιές;

Υπάρχει πολύ καλό δυναμικό στα νέα παιδιά, αλλά μας λείπουν οι υποδομές. Κάθε καινούρια ακαδημαϊκή χρονιά εκπλήσσομαι εκ νέου για κάποιους φοιτητές/τριες οι οποίοι εκτός του φυσικού ταλέντου, έχουν πραγματική αγάπη για τη μουσική μολονότι προέρχονται πολλές φορές από περιοχές με ελάχιστη έως μηδαμινή πολιτιστική κίνηση κυρίως αναφορικά με τη μουσική. Αυτό με κάνει όχι μόνο να αισιοδοξώ αλλά και να θέλω να τους μυήσω όσο γίνεται περισσότερο και πιο γρήγορα στον κόσμο της διεύθυνσης και γενικότερα της μουσικής, δίνοντας από μέσα μου ό,τι έχω, ώστε να μπορέσουν να αξιοποιήσουν στο έπακρο τα προσόντα τους κατά τη διάρκεια των σπουδών τους.

Έχετε πει ότι σας ενδιαφέρει να έρθει ένας νέος άνθρωπος στην αίθουσα και όχι να παρακολουθήσει τυχαία μια συναυλία. Τι κάνετε για να φέρετε έναν νέο στην αίθουσα; Πόσο ακλόνητα είναι τα επιχειρήματά σας;

Μόνος μου δεν μπορώ να κάνω πολλά. Ως καλλιτεχνικός διευθυντής στην ΚΟΘ την εποχή που είπα κι αυτό που αναφέρετε, προσπάθησα μέσα από κατάλληλα προγράμματα συναυλιών, συνεργασίες με φορείς, εκπαιδευτικές συναυλίες και γενικά παρουσία μεγάλων ή μικρότερων συμφωνικών σχημάτων σε εναλλακτικούς χώρους, να προσεγγίσω νέους ανθρώπους που αγαπούν και ακούνε κλασική μουσική, αλλά για διαφορετικό λόγο ο καθένας δεν επισκέπτεται τις αίθουσες συναυλιών. Αυτό όμως δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός. Πρέπει να παράγει αποτέλεσμα, ειδάλλως παρεξηγείται η ίδια η φύση, η λειτουργία και η ύπαρξη μιας μεγάλης συμφωνικής ορχήστρας, κάτι που στον τόπο μας μάλλον θεωρείται και υπερπολυτέλεια αν σκεφτεί κανείς ότι στα 11 εκατομμύρια πληθυσμού, αντιστοιχούν δύο μεγάλες κρατικές ορχήστρες και μία όπερα. Χρειάζεται η στήριξη από το κράτος, τα σχολεία, τα Παν/μια και γενικά πρέπει να αλλάξει η παιδεία μας στο θέμα της μουσικής. Όταν τα εισιτήρια για μια συναυλία συμφωνικής μουσικής είναι σε πολύ χαμηλά επίπεδα σε σχέση με τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη και παρόλα αυτά οι αίθουσες είναι μισογεμάτες, κάτι δεν πάει καλά. Δεν υπάρχει αγορά, για να το πούμε και πιο λαϊκά, στην κλασική μουσική στη χώρα μας. Κι αυτό ξεκινά από το γεγονός ότι οι ακροατές δεν εκτιμούν αυτές τις συναυλίες όπως άλλες εκδηλώσεις με διαφορετικά είδη μουσικής. Κι αυτό είναι θέμα παιδείας γιατί κλασική μουσική ακούν πολλοί περισσότεροι νέοι άνθρωποι σε σχέση με αυτούς που κάνουν το επόμενο βήμα, να έρθουν δηλαδή σε μια συναυλία.

Υπάρχει κάτι που να σας έχει πει φοιτητής το οποίο να σας έχει συγκινήσει πολύ;

Όπως ανέφερα, πολλές φορές εκπλήσσομαι από περιπτώσεις φοιτητών, τους οποίους, αν τους συναντούσα τυχαία δεν θα μπορούσα να διανοηθώ την καλλιέργεια και το πάθος που τους διακατέχει για την κλασική μουσική. Πριν μερικά χρόνια για παράδειγμα, με πλησίασε ένας φοιτητής τον οποίον εμφανισιακά θα τον κατέτασσα τουλάχιστον σε εναλλακτικά - για να το πω πιο ήπια - κυκλώματα επικίνδυνων συνοικιών. Ο τρόπος του ήταν λίγο απότομος, αλλά παρ΄ όλα αυτά με σεβασμό απέναντί μου. Όταν μου είπε ότι τις οικονομίες του από σκληρές δουλειές που έκανε - λόγω οικονομικών δυσκολιών - τις ξόδεψε για να παρακολουθήσει μια συναυλία με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βερολίνου και μαέστρο τον Sir Simon Rattle στο Βερολίνο, λόγω του ότι αγαπούσε πολύ την Διεύθυνση Ορχήστρας και διαπίστωσα από τη μετέπειτα συζήτηση ότι λέει την αλήθεια, πραγματικά συγκινήθηκα. Άλλος πάλι με πλησίασε μετά από μια συναυλία που είχα με την ΚΟΘ σε μια πλατεία προαστίου της Θεσ/νίκης και ενθουσιασμένος σαν να είχε κάνει τη μεγαλύτερη ανακάλυψη μου είπε ότι ποτέ δεν θα μπορούσε να πιστέψει ότι o Vivaldi είναι τόσο ροκάς! Πολλοί άνθρωποι και όχι μόνο νέοι ξαφνιάζονται μετά από τέτοιες συναυλίες για την ομορφιά της συμφωνικής μουσικής και μετανιώνουν για το γεγονός ότι στο παρελθόν δεν αξιοποίησαν ευκαιρίες που είχαν, για να ακούσουν μια συναυλία κλασικής μουσικής.

 

Θεωρώ ότι η Πολιτεία δεν μπορεί μόνο να επαφίεται στο φιλότιμο των μουσικών και την ευρηματικότητα των εκάστοτε καλλιτεχνικών Διευθυντών για να δώσει τα αυτονόητα. Θα πρέπει κάποτε να αντιληφθεί ότι η οικονομική κρίση επέρχεται της πολιτιστικής.

 

Διατελέσατε Καλλιτεχνικός Διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης σε μια περίοδο – που όπως και σήμερα - η κρατική επιχορήγηση ήταν περιορισμένη. Πιστεύετε ότι αυτή η οικονομική δυσπραγία σας οδήγησε στο να γίνετε πιο ευρηματικός; Ισχύει το «πενία τέχνας κατεργάζεται»;

Οπωσδήποτε. Έπρεπε να βρούμε τη “χρυσή τομή” ανάμεσα στην ποιοτική εξέλιξη και αναβάθμιση της ορχήστρας μειώνοντας όμως ταυτόχρονα το κόστος του προγραμματισμού. Έτσι αύξησα τις θεματικές και επετειακές συναυλίες, τις συνεργασίες με πολιτιστικούς και εκπαιδευτικούς φορείς και αποφασίσαμε να ψάξουμε το κοινό μας και να πάμε σ΄ αυτό. Έτσι εμφανίστηκε η ΚΟΘ σε εναλλακτικούς χώρους, από εργοτάξια του μετρό και φυλακές μέχρι το φαράγγι στη Ρόκα Κισσάμου στη Κρήτη με πάνω από 6.000 θεατές. Εκτός της μείωσης των τιμών των εισιτηρίων, ενδυνάμωσα τη σχέση της ΚΟΘ με την ΕΡΤ ώστε να μεταδίδονται σε όλη την επικράτεια οι συναυλίες της, ενώκάλεσα διεθνούς φήμης μαέστρους και σολίστες για να γίνει πιο ελκυστικό το πρόγραμμα συναυλιών. Επίσης, για τους νέους μαθητές και φοιτητές, υποδέχονταν δωρεάν η ΚΟΘ στις γενικές δοκιμές της μαθητές από σχολεία της Β. Ελλάδας. Στην διάρκεια της θητείας μου παρακολούθησαν μια δωρεάν πρόβα της ΚΟΘ 5.000 μαθητές από 150 διαφορετικά σχολεία, ενώ θεσπίστηκε η δωρεάν είσοδος στις συναυλίες που γίνονταν στο Αμφιθέατρο Τελετών του ΑΠΘ, όλων των φοιτητών του Α.Π.Θ. και του ΤΜΕΤ του Παν/μίου Μακεδονίας. Οι φοιτητές στις συναυλίες αυτές ανέρχονταν στους 9.408 στα τρία αυτά χρόνια Οι επισκέψεις τέλος της ορχήστρας σε σχολεία, γυμναστήρια με εκπαιδευτικές συναυλίες κατά την τριετία αυτή, είχε ως αποτέλεσμα να παρακολουθήσουν αυτές τις συναυλίες 10.657 μαθητές από 43 σχολεία του Νομού Θεσ/νίκης. Όλα αυτά είχαν σαν αποτέλεσμα την αύξηση των εισιτηρίων κατά 30% με ταυτόχρονη μείωση του κόστους προγραμματισμού.Παρ΄ όλα αυτά όμως θεωρώ ότι η Πολιτεία δεν μπορεί μόνο να επαφίεται στο φιλότιμο των μουσικών και την ευρηματικότητα των εκάστοτε καλλιτεχνικών Διευθυντών για να δώσει τα αυτονόητα. Θα πρέπει κάποτε να αντιληφθεί ότι η οικονομική κρίση επέρχεται της πολιτιστικής. Αυτό φαίνεται σε όλα τα οικονομικά ανεπτυγμένα κράτη όπου η μουσική τους κουλτούρα ανθίζει και τα κρατικά κονδύλια για την στήριξη αυτής όχι μόνο δεν μειώνονται αλλά αυξάνονται.

Τι έδωσε, πώς τροφοδότησε η διοίκηση αυτού του κορυφαίου φορέα τον αρχιμουσικό;

Με έκανε να σκέφτομαι περισσότερο πριν κάτι πω, ή αποφασίσω. Τα μουσικά αντανακλαστικά μου πραγματικά δοκιμάστηκαν. Κι αυτό γιατί έπρεπε να είμαι παρών σε κάθε καλλιτεχνικό, διοικητικό, οικονομικό αλλά και ανθρώπινο πρόβλημα της υπηρεσίας - το Υπουργείο στη χώρα μας δεν διορίζει καλλιτεχνικό Διευθυντή σε μια κρατική ορχήστρα, όπως συνηθίζεται να λέγεται, αλλά Διευθυντή της υπηρεσίας με ό,τι αυτό συνεπάγεται - ενώ ταυτόχρονα έπρεπε να λειτουργώ και σαν αρχιμουσικός στις διάφορες πρόβες και συναυλίες άξιος του επιπέδου αυτής της διεθνούς ορχήστρας. Νομίζω ότι υπήρξε αρκετή πίεση αλλά αυτό με ενδυνάμωσε και με ωρίμασε σε όλες τις εκφάνσεις, τόσο του αρχιμουσικού και καλλιτέχνη, όσο και της εν γένει προσωπικότητάς μου.

Πόσο δύσκολη (ή και επικίνδυνη) ήταν η ισορροπία μεταξύ του μουσικού και του μάνατζερ;

Θα ’λεγα μια “Δαμόκλειος Σπάθη” που κρέμεται πάνω από κάθε αρχιμουσικό αν κλίνει περισσότερο προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση. Είναι πραγματικά δύσκολο να είσαι επιτυχημένος και στα δύο, αλλά όχι ακατόρθωτο. Χρειάζεται επιμέλεια, πολύ ενασχόληση και ενημέρωση, αυτοπειθαρχία και μεράκι.

Έχετε διευθύνει την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών πολλές φορές στο παρελθόν. Πώς νιώθετε για την επερχόμενη επιστροφή σας στο πόντιουμ;

Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών είναι μια ορχήστρα την οποία έχω πολύ ψηλά στη συνείδησή μου. Ήταν η πρώτη μεγάλη ορχήστρα που άκουσα ζωντανά, όταν σαν μαθητής ακόμα του Γυμνασίου τρύπωνα για να ακούσω έστω και λίγο καμιά πρόβα στο Παλλάς και να δω διεθνείς αλλά και μεγάλους Έλληνες μαέστρους - μεταξύ των οποίων και ο δάσκαλός μου στη Διεύθυνση Αλ. Συμεωνίδης. Είναι λοιπόν μια ιδιαίτερη εμπειρία όταν συνεργάζομαι με αυτή την ορχήστρα και μάλιστα όταν έχω να διευθύνω όμορφα έργα - που πάντα τέτοια μου προσφέρει ο Καλλιτεχνικός της Διευθυντής Στ. Τσιαλής και τον ευχαριστώ γι’ αυτό - όπως αυτά στις 15/09. Η ΚΟΑ είναι μια ορχήστρα με πολλές μονάδες μουσικών στις τάξεις της, αλλά παρόλα αυτά όλοι ταιριάζουν και συνεργάζονται με μια μεγάλη ευελιξία και υψηλού επιπέδου μουσικότητα. Είναι μια ορχήστρα που στη συναυλία δίνει τον καλύτερο εαυτό της με γρήγορα αντανακλαστικά. Γι’ αυτό και είναι πάντα, όμορφη και ξεχωριστή εμπειρία μια συναυλία με την ΚΟΑ.

 

Πολύ σωστά είπε κάποιος μεγάλος μουσικολόγος ότι “αν δεν υπήρχε ο Bach δεν θα υπήρχαν και οι Beatles”

 

Το πρόγραμμα που θα διευθύνετε γεφυρώνει την κλασική και συμφωνική μουσική με μελωδίες που θυμίζουν τάνγκο, τζαζ αλλά και μπλουζ. Ποιες οι προκλήσεις μίας τέτοιας συναυλίας για σας;

Ιδιαίτερες και δύσκολες προκλήσεις. Είναι κάτι διαφορετικό και για τους μουσικούς της ορχήστρας πιστεύω, γιατί ιδιαίτερα ο Bernstein στους συμφωνικούς του χορούς από το “West Side Story” ανάγει σε πολύ υψηλό συμφωνικό επίπεδο τους χορούς και τα ρυθμικά σχήματα της τζαζ, μάμπο, μπλουζ κλπ. Βασίζομαι στην εμπειρία, μουσικότητα, ευελιξία και τα γρήγορα αντανακλαστικά της ορχήστρας και νομίζω ότι θα το διασκεδάσουμε.

Έχετε πει ότι «Η κλασική μουσική είναι γραμμένη για τους πολλούς και όχι για τους λίγους, ενώ δίχως αυτή, πολλές από τις σύγχρονες μουσικές που ακούμε σήμερα δεν θα υπήρχαν». Τι συνέβη και έχασε την επαφή της με το ευρύ κοινό; Γιατί πιστεύετε ότι μιλούν στην Ευρώπη για γκρίζους κροτάφους στις αίθουσες συναυλιών κλασικής μουσικής;  

Ξέρετε μια συναυλία κλασικής μουσικής - και με αυτή εννοούμε εμείς οι μουσικοί τους τρείς κυρίως συνθέτες, Haydn, Mozart και Beethoven ενώ ο υπόλοιπος κόσμος ό,τι παίζεται από συμφωνικά όργανα ή συμφωνική ορχήστρα - με την εποχική της λοιπόν οριοθέτηση, ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που επικρατεί σήμερα στις αίθουσες συναυλιών. Στις αρχές του 19ου αιώνα οι συναυλίες ήταν μέχρι και οκτώ ώρες. Θα μπορούσατε να πάτε μέσα και έξω κατά τη διάρκειά της. Πρέπει να το φανταστεί κανείς ως ροκ συναυλία με μεμονωμένα σύνολα διαφορετικών συγκροτημάτων. Μόλις γύρω στο 1870 αναδύθηκε η μορφή που γνωρίζουμε σήμερα: η σκηνή μπροστά στο κοινό, οι σειρές καρέκλες πίσω της και ένα ακροατήριο που δεν μιλάει ούτε τρέχει γύρω από τη συναυλία. Το γεγονός ότι ένα τέτοιο αστικό σύστημα συναυλιών έχει αναπτυχθεί κατά τη διάρκεια των αιώνων, έχει όχι μόνο μουσικά αλλά και κοινωνικά κίνητρα. Αυτό όμως είναι μια άλλη συζήτηση και ένα μεγάλο και σημαντικό θέμα.

Η μουσική λοιπόν αυτή για διάφορους λόγους πήρε περισσότερο μια συντηρητική, ελιτίστικη μορφή και απευθύνθηκε σε αντίστοιχο ακροατήριο. Το ενδιαφέρον όμως είναι ότι όλα τα άλλα - έντεχνα τουλάχιστον - είδη μουσικής όπως η pop, rock, Jazz κλπ. έχουν τη βάση τους στην κλασική μουσική. Γι’ αυτό και πολύ σωστά είπε κάποιος μεγάλος μουσικολόγος ότι “αν δεν υπήρχε ο Bach δεν θα υπήρχαν και οι Beatles . Έτσι λοιπόν αυτή η μουσική φτιάχτηκε και από νέους, πολλές φορές περιθωριακούς και παραμελημένους ανθρώπους και απευθύνεται και σ΄ αυτούς. Τα ποσοστά πάντως των νέων στις συναυλίες κλασικής μουσικής - τουλάχιστον στο εξωτερικό - είναι ενθαρρυντικά. Υπάρχουν επίσης αυξήσεις των φοιτητικών συναυλιών, μεταξύ άλλων στον τομέα των παιδικών και των νεανικών και φυσικά στα μέσα ενημέρωσης. Σ΄ αυτό ειδικά τον τομέα, πολλά έχουν συμβεί τα τελευταία χρόνια. Δεν μπορεί κανείς να μιλήσει για μια κρίση κλασικής μουσικής αναφορικά με την επισκεψιμότητα των νέων στις συναυλίες της στο σύνολό της. Κι αυτό γιατί υπάρχουν πολλά συναυλιακά ακροατήρια με διαφορετικά γούστα, αντιλήψεις και ενδιαφέροντα. Πρέπει να προσέξουμε μην έχοντας στόχο να προσελκύσουμε και να δελεάσουμε τους μεν, χάσουμε τους άλλους.

Σε κάθε περίπτωση και ιδίως στη χώρα μας όπου η κλασική μουσική είναι αρκετά παρεξηγημένη ακόμα, πρέπει να μη φοβόμαστε την ανάπτυξη νέων μορφών συναυλιών χωρίς να αγνοούμε τις παραδοσιακές μορφές απόδοσης και σίγουρα τότε δεν θα επικρατούν μόνο “οι γκρίζοι κρόταφοι”.

Info: 

Κυρ., 15 Σεπ. 2019 21:00

ΚΕΝΤΡΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΙΔΡΥΜΑ ΣΤΑΥΡΟΣ ΝΙΑΡΧΟΣ

Ξέφωτο