ΤΟ BLOG
31/01/2019 12:04 EET | Updated 31/01/2019 12:05 EET

Ο διεθνής και ο ανθρωπιστικός παράγοντας της Συριακής κρίσης

Ο άμαχος πληθυσμός είναι το κύριο θύμα και είναι δύσκολο να διασφαλιστεί ένα ειρηνικό μέλλον, με ασφάλεια για όλους.

cloverphoto via Getty Images

Η ανάρτηση του Τραμπ στα social media, τον περασμένο Δεκέμβριο, σχετικά με την απόσυρση των αμερικανικών στρατευμάτων από την Συρία έφερε στο προσκήνιο ξανά το ζήτημα της Συριακής κρίσης. Μια κρίση που ξεκίνησε το 2011 και εξελίχθηκε σε μια ευρύτερη εμπόλεμη σύρραξη, με την ύπαρξη αρκετών ”στρατοπέδων” στο εσωτερικό της χώρας και την εμπλοκή διεθνών δρώντων, υποστηρίζοντας τις ομάδες που αντιστοιχούν στα συμφέροντά τους. Δύο σημαντικοί παράγοντες της Συριακής κρίσης είναι ο διεθνής και ο ανθρωπιστικός.

Όσον αφορά τον ρόλο του διεθνούς παράγοντα, ένας από τους λόγους εμπλοκής του ήταν η περιφερειακή ασφάλεια. Η ανάδειξη και εξάπλωση τουISISξεπέρασε τα σύνορά της χώρας, όπου επεκτάθηκε στα εδάφη του Ιράκ, με τρομοκρατικές επιθέσεις μέχρι την Βόρεια Αφρική και την Ευρώπη. Έτσι, ένας πρωταρχικός στόχος των ξένων δυνάμεων στην Συρία ήταν η καταπολέμηση της οργάνωσης αυτής και η υποστήριξη ντόπιων ομάδων εναντίον της, μέσω της παροχής εξοπλισμού και στρατιωτικής εκπαίδευσης. Ωστόσο, προκλήθηκαν ξεχωριστές συμμαχίες και ζώνες επιρροής στο εσωτερικό της Συρίας, με τις αντιπολιτευόμενες δυνάμεις να στηρίζονται στον δυτικό συνασπισμό, με κυρίαρχη αρχή τις ΗΠΑ, και το καθεστώς Άσαντ να έχει υποστήριξη από την Ρωσία και το Ιράν. Ο ρόλος της Τουρκίας, καθ′ όλη την εξέλιξη της Συριακής κρίσης, μπορεί να χαρακτηριστεί ως αμφιλεγόμενος.

Η Τουρκία θεωρούταν σύμμαχος του δυτικού στρατοπέδου, όμως, αργότερα, στράφηκε προς την Ρωσία, λόγω της στήριξης της Δύσης προς τις πολιτοφυλακές των Κούρδων στην Συρία. Γι’αυτόν τον λόγο, παρατηρείται η συμμετοχή της Τουρκίας στις συνομιλίες της Αστάνας (Ρωσία-Ιράν-Τουρκία-εκπρόσωποι των συγκρούσεων στην Συρία), όπου τον Μάιο 2017 είχε συζητηθεί η δημιουργία ζωνών αποκλιμάκωσης της βίας στο εσωτερικό της Συρίας.[1]Από την άλλη πλευρά, οι ΗΠΑ στήριζαν τους Κούρδους για την αντιμετώπιση του ISIS, όπως και ομάδες της Συριακής αντιπολίτευσης ενάντια στο καθεστώς Άσαντ.

Γι’αυτόν τον λόγο, τονίζεται ότι ένας από τους λόγους των κυρώσεων των ΗΠΑ προς το Ιράν είναι και η εμπλοκή του στην Συρία.[2] Σύμφωνα με δημοσιεύματα, στις τελευταίες κυρώσεις επισημάνθηκε το ζήτημα της συνεργασίας της Ρωσίας με το Ιράν για αποστολή πετρελαίου στο καθεστώς ΄Ασαντ, αναφέροντας ότι τα “κονδύλια” που εισπράττονται χρησιμοποιούνται για την χρηματοδότηση άλλων οντοτήτων, όπως της Χαμάς και της Χεζμπολάχ.[3] Η στήριξη της Ρωσίας ενίσχυσε το καθεστώς Άσαντ, ανακτώντας ορισμένες ζώνες επιρροής, ωστόσο η συμμαχία με την Τουρκία μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ασταθής, καθώς συχνά ο Ερντογάν έχει εκφέρει αρνητική γνώμη για την συνέχιση της διακυβέρνησης Άσαντ στην Συρία. Τέλος, έχουν εκφρασθεί φόβοι ότι μπορεί να εκδηλωθούν και άλλες εντάσεις στην περιοχή, από περιφερειακούς δρώντες, στο Συριακό έδαφος, όπως έχει φανεί από τις προστριβές μεταξύ Ισραήλ και Ιράν.[4]

Όλη η παραπάνω κατάσταση είναι φανερό ότι έχει άμεσο αντίκτυπο στην ζωή των κατοίκων Συρίας, καθώς η βία συνεχίζεται στις εμπόλεμες ζώνες. Ο χωρισμός της Συρίας σε ζώνες επιρροής και η έλλειψη μιας συνολικής κατάπαυσης του πυρός, τουλάχιστον για τον άμαχο πληθυσμό, έχουν προκαλέσει χιλιάδες θανάτους, όπως και η χρήση χημικών όπλων, με την κάθε πλευρά να κατηγορεί την άλλη ως υπεύθυνη. Ακόμη, εντείνεται η εσωτερική μετανάστευση στην Συρία, όπου πληθυσμοί εκδιώχνονται από τις εστίες τους, όταν έχουν μπει στο στόχαστρο αυτών που έχουν τον έλεγχο της περιοχής. Όσον αφορά τον ISIS, το μέγεθος της επιρροής του στην Συρία έχει μειωθεί, ωστόσο η υποχώρησή του συνοδεύεται με βίαιες μετατοπίσεις πληθυσμών, εγκλωβισμό ατόμων και εκτελέσεις.[5]Όσον αφορά το καθεστώς Άσαντ, μπορεί να έχει εξασφαλίσει την κυριαρχία του σε ένα μέρος της Συρίας, ωστόσο η πολιτική του είχε προκαλέσει αντιδράσεις από την εποχή της Αραβικής Άνοιξης.

Η λεγόμενη Αραβική Άνοιξη έφερε στην επιφάνεια τα προβλήματα της πλειονότητας των καθεστώτων της Μέσης Ανατολής, όπου οι πολίτες διαμαρτύρονταν για την αυταρχικότητα, την καταπίεση εθνοτικών και θρησκευτικών μειονοτήτων και την παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Έτσι, ξεκίνησαν οι διαδηλώσεις στο εσωτερικό της Συρίας, με το καθεστώς να αντιδρά βίαια εναντίον τους. Η όλη κατάσταση επηρεάζει και τους Σύριους πρόσφυγες που έχουν φύγει στο εξωτερικό, όπου η επιστροφή στις εστίες τους μπορεί να είναι δύσκολο να επιτευχθεί, ιδιαίτερα εάν οι περιοχές που ζούσαν έχουν καταστραφεί ολοσχερώς, ή έχουν βρεθεί υπό την κυριαρχία της πλευράς που είναι διαφορετικής, θρησκευτικής ή εθνοτικής, ταυτότητας και μπορεί να αποτελέσει απειλή για την ασφάλειά τους.

Συνεπώς, συνοψίζοντας όλα τα παραπάνω, παρατηρείται η δυσκολία μιας άμεσης επίλυσης της Συριακής κρίσης. Η ρευστότητα της κατάστασης εντείνεται με την συχνή αλλαγή των δεδομένων, λόγω εξέλιξης των συμφερόντων των διεθνών δρώντων, με την κάθε εμπόλεμη πλευρά στην Συρία να στηρίζεται στους διεθνείς συμμάχους της, ώστε να εξασφαλίσει την στρατηγική της υπεροχή έναντι της άλλης. Η αντιμετώπιση των βίαιων εξτρεμιστικών ομάδων ήταν άμεσης προτεραιότητας για τους διεθνείς δρώντες στην Συρία. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι έχει σταματήσει η βία στο εσωτερικό της Συρίας, όπου ο άμαχος πληθυσμός είναι το κύριο θύμα και είναι δύσκολο να διασφαλιστεί ένα ειρηνικό μέλλον, με ασφάλεια για όλους.

Παραπομπές

1. “Syria - events of 2017”, Human Rights Watch, World Report 2018 [https://www.hrw.org/world-report/2018/country-chapters/syria].

2, 3. Chalfant Morgan,Fabian Jordan, 2018, “US sanctions alleged Russia-Iran scheme to send oil to Syria”, The Hill [https://thehill.com/policy/national-security/417631-trump-admin-unveils-sanctions-on-russia-iran-scheme-to-send-oil-to]

4. Clarke, Colin P., Tabatabai, Ariane, 2018, “America’s indefinite endgame in Syria”, The Atlantic [https://www.theatlantic.com/international/archive/2018/10/bolton-pledges-american-troops-syria-iran/573121/]

5.“Syrian civilians must be protected amid ISIL executions and airstrikes:Bachelet”,2018, UN News.[ https://news.un.org/en/story/2018/12/1027641]