CULTURE
03/09/2021 07:13 EEST

Ο Μίκης Θεοδωράκης μέσα από τα δικά του λόγια

Η μουσική, η οικογένεια, η ευτυχία, η συνάντηση με τον Ελύτη και το «Άξιον Εστί».

Eurokinissi

Ο Μίκης Θεοδωράκης  πέρασε στην αιωνιότητα. «Έφυγε» από τη ζωή στις 8:35 το πρωί της Πέμπτης 2 Σεπτεμβρίου, σε ηλικία 96 ετών, από καρδιοαναπνευστική ανακοπή. Άφησε την τελευταία του πνοή στο σπίτι του, όπως επιθυμούσε.

Η είδηση για την απώλεια του οικουμενικού Έλληνα προκάλεσε πανελλήνια συγκίνηση, ενώ σε ελάχιστο χρόνο έκανε τον γύρο του κόσμου μέσα από τα διεθνή ΜΜΕ.

Ο πρωθυπουργός κήρυξε τη χώρα σε τριήμερο πένθος, κατά τη διάρκεια του οποίου οι σημαίες θα κυματίζουν μεσίστιες. Σύσσωμος ο πολιτικός και καλλιτεχνικός κόσμος αποχαιρέτησε τον μεγάλο συνθέτη με μηνύματα βαθειάς συγκίνησης και ευγνωμοσύνης.

Όπως ανέφερε στη δήλωση της η Μαρία Φαραντούρη, ιδανική ερμηνεύτρια του έργου του,  «ο Μίκης είχε την τύχη πριν φύγει να ζήσει την αθανασία του...»

Ενώ ο Διονύσης Σαββόπουλος συνόψισε το κοινό αίσθημα σε μία φράση: «Έφυγε σήμερα ο τελευταίος των μεγάλων. Των τελευταίων μεγάλων Ελλήνων».

Πέραν ωστόσο όσων ειπώθηκαν και όσων θα ειπωθούν, αξίζει να στραφούμε στη δική του αφήγηση, την δική του εξιστόρηση και εξομολόγηση.

Ιδού λοιπόν, ο άγρυπνος στοχαστής Μίκης μέσα από τα δικά του λόγια.

Τα πρώτα ερεθίσματα της μουσικής, η αγάπη της ζωής του Μυρτώ Αλτίνογλου, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά, τον Γιώργο και τη Μαργαρίτα, αλλά και μοιράστηκε τη ζωή του έως την ύστατη ώρα, η οικογένεια και η ευτυχία, η συνάντηση με τον Ελύτη στου Λουμίδη και το «Άξιον Εστί», ο Χάρος που τον είχε φανταστεί κάποτε σαν έναν βρακοφόρο Κρητικό λεβέντη, καβάλα σ’ ένα ωραίο λευκό άλογο. 

Τα μικρά αποσπάσματα που ακολουθούν -ως νύξη και αφορμή για σκέψη- είναι από συνεντεύξεις και αφιερώματα των τελευταίων είκοσι ετών, καθώς και από το σημείωμα του συνθέτη στον πρώτο δίσκο του «Άξιον Εστί».

ullstein bild Dtl. via Getty Images
Ο Μίκης στο πιάνο, 1968

Διότι με «ενοχλούσε» η μουσική

«… Αφού ο πατέρας μου είδε κι απόειδε πήγε και ρώτησε. Του είπαν ναι, πρέπει να διαβάσει θεωρία της μουσικής, αρμονία της μουσικής, αντίστιξη, φούγκα και αγόρασε ό,τι βιβλία και μου τα ’φερε. Αυτό ήταν για μένα ένα πάρα πολύ σημαντικό βήμα γιατί κατάλαβα ότι μπαίνω σε μια άλλη εποχή πλέον, όπου δεν με φτάνει το τραγούδι και ότι πρέπει οπωσδήποτε να πάρω παρτιτούρες των μεγάλων, να τις διαβάσω, να τις αναλύσω, για να μπορέσω αυτό που έχω μέσα μου, το καινούργιο, να το εκφράσω. Διότι με ενοχλούσε η μουσική. Παπ, παπ, παπ, κάθε μέρα με χτυπούσε η μουσική. Ξαφνικά άκουγα μουσική. Στην αρχή μου ήταν εύκολο να την καταγράψω, γιατί άκουγα μια μελωδία. Είχα κάποιο ποίημα μπροστά μου και την έγραφα. Έπρεπε πάση θυσία να σπουδάσω ώστε όταν άκουγα πλέον όχι μία μελωδία, αλλά ένα γκρουπ μουσικό να μπορώ να το καταγράφω. Μπορεί να κατέγραφα το δέκα, το είκοσι τοις εκατό γιατί δεν μπορεί να τα θυμηθείς όλα. Γιατί πραγματικά άκουγα θεσπέσια πράγματα, άκουγα συμφωνίες, κοντσέρτα, κι όταν μετά συνερχόμουν έγραφα ένα μέρος τους. Έτσι βγήκε όλη η μουσική μου… Καταλάβαινα λοιπόν ότι η γονιμότητα δεν ερχόταν από μέσα μου, ερχόταν απ’ έξω. Ότι υπήρχε γύρω μας ένα πέλαγος ήχων μουσικής αρμονίας η οποία μας περιβάλλει κι άλλοι την ακούνε κι άλλοι δεν την ακούνε...»

Ήταν κεραυνοβόλος έρωτας με τη Μυρτώ

«Το 1944 γνώρισα τη Μυρτώ, 19 χρονών εγώ, εκείνη 18. Ήταν ένας κεραυνοβόλος έρωτας, όπου καταλάβαμε ότι θα είμαστε όλη μας τη ζωή μαζί […] Λέω στα πεθερικά μου θέλω να παντρευτούμε με την Μυρτώ την άλλη Τετάρτη. Ή τώρα ή ποτέ. Ήταν 1954 πια, τα πράγματα πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο, δεν βρίσκαμε δουλειά και το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών δίνει μία υποτροφία σε συνθέτη. Ανάμεσα σε άλλες εξετάσεις έπρεπε να γράψουμε και ένα ορατόριο πάνω σε ένα ποίημα του Σολωμού, τη «Λαμπρή». Και παίρνω την υποτροφία για το Παρίσι...»

Η συνάντηση με τον Ελύτη και το «Άξιον Εστί»

«… Τότε ακριβώς, κάποιο μεσημέρι, στο όρθιο του Λουμίδη, μπροστά στο Παλλάς, εκεί που έπινε τον μοναδικό καφέ εσπρέσο η αθηναϊκή ιντελιγκέντσια, Σεπτέμβριο νομίζω του ΄60, με πλησίασε ο Οδυσσέας Ελύτης. Αφού μου μίλησε για το πόσο εκτιμά την προσπάθειά μου και πόσο αγάπησε τον Επιτάφιο, πρόσθεσε:

- Τελείωσα το Αξιον Εστί, το έργο της ζωής μου, νομίζω. Θα ΄θελα να σας το έστελνα κάπου, γιατί κάτι μου λέει ότι θα σας εμπνεύσει…

Αφού τον ευχαρίστησα, έγραψα τη διεύθυνσή μου στο Παρίσι και του την έδωσα: Rue de la Fontaine au Roi («Βασιλική Πηγή»! Πιο συμβολική ονομασία δεν μπορούσε πράγματι να βρεθεί για κείνη την εποχή).

Δεν πέρασε μήνας κι ο παριζιάνος ταχυδρόμος άφησε στο θυρωρείο το φρεσκοτυπωμένο βιβλίο του Ελύτη.

Αφού το ρούφηξα μονομιάς, απ΄ την πρώτη ως την τελευταία λέξη, βάλθηκα να το μελοποιήσω. Ίσως στην αρχή να είχα την πρόθεση να μην αφήσω απέξω κανένα στίχο… Μετά συνειδητοποίηση που η σύνθεση που θα προέκυπτε, θα είχε σίγουρα διάρκεια δεκάδων ωρών. Εξάλλου στίχοι όπως το Ένα Το Χελιδόνι, Της Αγάπης Αίματα, Ανοίγω Το Στόμα Μου, Της ΔικαιοσύνηςΉλιε Νοητέ, Ναοί Στο Σχήμα Τ’ Ουρανού… με τράβηξαν σα μαγνήτες. Τους μελοποίησα αμέσως κι άρχισα πάλι να τους τραγουδώ προς μεγάλη χαρά της μικρής Μαργαρίτας και απελπίζοντας τη Μυρτώ μέσα σε κείνο το μικροσκοπικό δωμάτιο, στο οποίο έπρεπε να τα κάνουμε όλα. Να τρώμε, να ταΐζουμε τα παιδιά, να μελετάμε, να γράφω μουσική. Η κουζίνα δεν μας χωρούσε ούτε όρθιους. Η μπανιέρα ήταν φουσκωτή. Το αποχωρητήριο στην αυλή της πολυκατοικίας και το υπνοδωμάτιο μόλις και μετά βίας χωρούσε το κρεβάτι μας. Πρέπει ακόμα να πω ότι τα περισσότερα έπιπλα τα φτιάξαμε οι ίδιοι με υλικά που αγοράσαμε από το σουπερμάρκετ...»

Wojtek Laski via Getty Images
Με τον Γιώργο και τη Μαργαρίτα, Ρώμη, 1973

Η ευθύνη αποτελεί κυρίαρχο στοιχείο της ανθρώπινης ευτυχίας

«… Η καθημερινότητα καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τον περίγυρο που μας επιβάλλεται από τις εκάστοτε κυρίαρχες εξουσίες. Όμως πιστεύω ότι σε κάθε περίπτωση, ο κάθε άνθρωπος μπορεί ο ίδιος να επιλέξει την καθημερινότητά του ανάλογα με τα ενδιαφέροντά του και τις ανάγκες που απορρέουν από την αγωγή του και το μορφωτικό του επίπεδο. Το ίδιο ισχύει και για την προσωπική του ευτυχία, για την οποία ο κύριος υπεύθυνος είναι ο ίδιος. Εγώ λ.χ. ήμουν απολύτως ευτυχής όταν για τις ιδέες μου με φυλάκιζαν, με εξόριζαν, ακόμα και όταν με βασάνιζαν, γιατί ήμουν εγώ ο ίδιος που επέλεξα τον δρόμο της δοκιμασίας και όχι κάποιος άλλος. Μ’ αυτό θέλω να πω ότι η ευθύνη αποτελεί κυρίαρχο στοιχείο της ανθρώπινης ευτυχίας…»

Η σκέψη μου ήταν στραμμένη κυρίως στην οικογένειά μου

«… Όταν αγαπά κανείς πολύ την οικογένειά του, γονείς, αδέλφια, γυναίκα, παιδιά, θεωρώ ότι θα πρέπει να νοιώθει την ανάγκη να τους κάνει να είναι υπερήφανοι γι’ αυτόν. Έτσι κι εγώ σε κάθε στιγμή της ζωής μου είτε ζούσα στο μέσον του μαγικού κόσμου των ήχων είτε όταν ήμουν περικυκλωμένος από την ανθρώπινη κτηνωδία, η σκέψη μου ήταν στραμμένη κυρίως στην οικογένειά μου, γιατί ένοιωθα ότι αυτό που έκανα εκείνη τη στιγμή, το έκανα για τα πρόσωπα που αγαπώ και που με αγαπούσαν, ώστε να είμαι αντάξιος της αγάπης μου και της δικής τους αγάπης.

Φυσικά σε ορισμένες περιπτώσεις -τις κακές- τους προκαλούσα πόνο. Τι όμως μπορούσα να κάνω; Προσπάθησα να κάνω πάντοτε αυτό που έπρεπε να κάνω και που θα έκανα ξανά αν υποχρεωνόμουν να ζήσω όσα έζησα».

Για να γίνεις «διεθνής», θα πρέπει να είσαι πρώτα «εθνικός»

«… Για να γίνεις «διεθνής», δηλαδή να σε αναγνωρίζουν οι άλλοι λαοί, θα πρέπει να είσαι πρώτα «εθνικός». Δηλαδή να εμπνέεσαι από τις παραδόσεις σου και να έχεις ταυτιστεί μαζί τους, ώστε να μπορέσεις να τις εκφράσεις με το έργο σου, έτσι που η προσωπικότητά σου να αποκτήσει μια τέτοια και τόση ιδιαιτερότητα, που να μπορεί να υπερβεί τα σύνορα της χώρας σου. Τότε γίνεσαι «διεθνής», γιατί κατάφερες να είσαι όσο γίνεται πιο τέλεια «εθνικός». Στην περίπτωσή μας, Έλληνας...»

Ποτέ δεν είχα απωθημένα

«Ποτέ δεν είχα απωθημένα. Για τίποτα και για κανένα. Ίσως μπορεί να κατηγορηθώ για το συναίσθημα υπεροχής που πιθανόν να μου έδινε η σωματική μου διάπλαση αλλά προ παντός το γεγονός  ότι είχα πάντοτε τη δύναμη να νικώ τον φόβο και τις δοκιμασίες αδιαφορώντας για το τίμημα που όφειλα να πληρώσω. …»

Άδικος είναι ο βίαιος θάνατος όταν είσαι νέος. Σε μας ο θάνατος είναι δίκαιος

«… Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης είναι πολύ δυνατό και φυσικά το έχω κι εγώ. Δε θέλω να πεθάνω, κανείς άνθρωπος δε θέλει. Φροντίζει, όμως, η φύση να σε προετοιμάζει, καθώς δε σού επιτρέπει να πολυβγαίνεις, καθώς σε εξασθενεί. Σε πηγαίνει προς την κατεύθυνση αυτή , να πέσεις μαλακά. Άδικος είναι ο βίαιος θάνατος, όταν είσαι νέος. Σε μας ο θάνατος είναι δίκαιος. Περισσότερο με απασχολούσε πάντα ο θάνατος για τα ιδανικά. Τον έβλεπα σα μια μονομαχία στην οποία ήθελα να είμαι ισότιμος με τον αντίπαλο απέναντί μου. Κι έγινα τόσο δυνατός σ’ αυτό, ώστε καλώ και σήμερα το Χάρο να έρθει να χορέψουμε μαζί έναν χορό. Έτσι τον είχα φανταστεί κάποτε. Σαν έναν βρακοφόρο Κρητικό λεβέντη, καβάλα σ’ ένα ωραίο λευκό άλογο, που ήρθε να με πάρει, εκτός αν μπορούσα να τού γλυκάνω την καρδιά, εκτός αν του έπαιζα μια μουσική για να χορέψει. Γιατί, βλέπεις, δεν ακούει συχνά μουσική για χορούς. Και τότε κάλεσα τους μουσικούς μου και του παίξαμε τα «Περιβόλια» . Και φαίνεται τον άγγιξε ο δεύτερος στίχος και άρχισε να χορεύει».