Ο πόλεμος στην Ουκρανία και η προοπτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Το βασικό ερώτημα για την Ε.Ε. είναι εάν θα γίνει πόλος ενός πολυπολικού συστήματος ή μέρος ενός στρατοπέδου στο νέο ψυχροπολεμικό διπολισμό.
via Associated Press

Οι εξελίξεις στην ανατολική Ευρώπη με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία έχουν πυκνώσει τον ιστορικό χρόνο σε βαθμό ασύλληπτο για τον μέσο ευρωπαίο. Από τα τέλη Φεβρουαρίου έχει παραχθεί τόση «Ιστορία» που σχεδόν δεν μπορεί να καταναλωθεί από κανέναν μας, πόσο δε μάλλον όταν αυτή η αλυσιδωτή αντίδραση οφείλεται σε έναν πόλεμο. Πόλεμο, το τρομερό πρόσωπο του οποίου είχαμε ξεχάσει, που θεωρούσαμε πως ανήκε στο μακρινό παρελθόν της ηπείρου, με εικόνες βγαλμένες από ένα δυστοπικό πεδίο όπου άμαχοι, στρατιώτες, πολιτικές και στρατιωτικές υποδομές είναι στόχοι.

Αυτό το συλλογικό ηλεκτροσόκ αρχικά των κοινωνιών της Ευρώπης δεν θα μπορούσε να περιοριστεί μόνο σε αυτές και να μην επηρεάσει τις ευρωπαϊκές ηγεσίες. Η κατάρρευση των μεταψυχροπολεμικών σταθερών και βεβαιοτήτων δεν αγγίζει μόνο τη συλλογική ψευδαίσθηση ασφάλειας, διαρκούς ειρήνης και προσιτού καταναλωτισμού αλλά αμφισβητεί πολλές στρατηγικές επιλογές και έχει άμεσες επιπτώσεις σχεδόν σε όλα τα πεδία της πολιτικής και οικονομικής ζωής.

Αν και θα ήταν πρόωρο να προβεί κανείς σε μια συνολική αποτίμηση των γεγονότων, ιδιαίτερα τη στιγμή που αυτά ακόμη εξελίσσονται, υπάρχουν ορισμένες δομικές αλλαγές και τάσεις που είναι πλέον εμφανείς. Αλλαγές σε πεδία κεφαλαιώδους σημασίας που de facto μας εισάγουν σε μια νέα περίοδο. Η κατάρρευση πληθώρας βεβαιοτήτων και των βασικών συντεταγμένων της μεταψυχροπολεμικής περιόδου ήρθε να επιβεβαιώσει πως όχι μόνο δεν υπήρξε ποτέ «τέλος της Ιστορίας» αλλά μάλλον βρισκόμαστε στα εισαγωγικά κεφάλαια ενός νέου τόμου.

Ειδικά για την Ευρωπαϊκή Ένωση, την υπερεθνικό αυτό οργανισμό που μας ενδιαφέρει άμεσα, το 2022 είναι έτος καμπής. Μια αλληλουχία κρίσεων αρχής γενομένης από το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης το 2008, την ελληνική οιονεί χρεωκοπία το 2010 – και τη συνακόλουθη ανατάραξη οικονομιών του ευρωσυστήματος, το ξέσπασμα της πανδημίας του κορωνοϊού το 2020 και τώρα την εισβολή της Ρωσίας και τον πόλεμο, έχει επιδράσει σε όλο το οικοδόμημα.

Σε όλες τις κρίσεις η απόκριση της Ένωσης δεν ήταν η ίδια. Όσο πιο πίσω πηγαίνουμε, τόσο μεγαλύτερη χρονοκαθυστέρηση στην προσαρμογή παρατηρούμε. Η διάσωση της Ελλάδας και του ευρώ πήρε 5 με 6 περίπου χρόνια, ενώ η απόκριση στις πιεστικές ανάγκες της υγειονομικής κρίσης ήρθε αισθητά πιο γρήγορα. Η δημοσιονομική χαλάρωση και η δυνατότητα χρηματοδότησης ελλειμμάτων προς κάλυψη πιεστικών υγειονομικών αλλά και κοινωνικών αναγκών ανέτρεψε σε μία νύχτα νόρμες που ήταν γραμμένες στο μάρμαρο. Τώρα βέβαια υπήρχαν οι δομές, οι μηχανισμοί, μια καλώς νοούμενη πολιτική και οικονομική ωριμότητα και ένα παγκόσμιο γεγονός χωρίς κάποιον φανερά υπαίτιο – δεν παύει όμως να είναι μια εξέλιξη για τα δεδομένα της Ένωσης γρήγορη.

Σε ό,τι αφορά όμως στα του πολέμου στην Ουκρανία παρατηρούμε μια μοναδική στα χρονικά αναθεώρηση πολιτικών μέσα σε μία εβδομάδα. Πολιτικών όχι πρόσκαιρων και επιδερμικών αλλά στρατηγικών επιλογών δεκαετιών. Είναι μάλλον η ωμή ισχύς των όπλων που μας ξυπνά (;) από τον λήθαργο και η εγγύτητα με τα πεδία των μαχών που καθιστούν πρωτεύοντα όλα εκείνα που είχαμε ξεχάσει.

Πρώτα από όλα η ενεργειακή εξάρτηση από τους πλουτοπαραγωγικούς πόρους της Ρωσίας είναι αδιανόητη. Ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κανείς ότι με μέρος των δισεκατομμυρίων ευρώ που στέλνουμε κάθε χρόνο στη Ρωσία (για φθηνή μέχρι πρόσφατα ενέργεια) θα μπορούσαμε να χρηματοδοτήσουμε επενδύσεις στην ίδια την Ευρώπη. Από την πυρηνική ενέργεια μέχρι μια παλέτα επιλογών από ΑΠΕ, η Ένωση θα μπορούσε να υπηρετήσει την πολιτική της ενεργειακής μετάβασης πιο ομαλά, χωρίς να εξαρτάται γεωπολιτικά από άλλες δυνάμεις.

Δεύτερο, πολιτικός και οικονομικός γίγαντας με στρατιωτική ισχύ νάνου, παραμένει νάνος. Μπορεί το ΝΑΤΟ να επανεπιβεβαιώνει τους συμμαχικούς δεσμούς των μελών του και να γίνεται ξανά θελκτική επιλογή για πολλές χώρες, δεν μπορεί όμως να είναι ο στρατιωτικός βραχίονας της Ένωσης – ειδικά εάν η τελευταία φιλοδοξεί να διαδραματίσει έναν πιο ανεξάρτητο ρόλο σε πλανητικά ζητήματα.

Βασική παράμετρος είναι ο επανεξοπλισμός της Γερμανίας και η αύξηση των αμυντικών δαπανών των περισσότερων κρατών. Αυτή η εξέλιξη εάν συνδυαστεί με επαναβιομηχάνιση της ηπείρου, έρευνα και καινοτομία μπορεί να δημιουργήσει νέο πλούτο ως αντιστάθμισμα των πόρων που θα δαπανηθούν. Με λίγα λόγια δηλαδή η ρεαλιστική οstpolitik των Γερμανών της μεταπολεμικής περιόδου πρέπει να αντικατασταθεί με μια ρεαλιστική πολιτική για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το νέο περιφερειακό σύστημα ασφάλειας πρέπει να αποτυπώνει τα νέα δεδομένα όπως αυτά θα διαμορφώνονται και όχι με αυτά του 1991.

Τρίτο, επισιτιστική επάρκεια και βελτίωση αποδόσεων της αγροδιατροφικής παραγωγής. Αυτός είναι ένας στόχος που αφορά ευρωπαϊκές χώρες όπως η Ελλάδα που παρατηρείται χαμηλή στρεμματική απόδοση και αδυναμία αποδοτικής εκμετάλλευσης συγκριτικά με προηγμένες χώρες. Είναι μια στρατηγική επιλογή για την Ένωση που δυνητικά οδηγεί αφενός σε επισιτιστική ασφάλεια και αφετέρου σε έναν δομικό εκσυγχρονισμό των περιφερειακών οικονομιών. Ακόμη δηλαδή και στο σενάριο συνέχισης της παγκοσμιοποίησης όπως την γνωρίζαμε, η επένδυση στον αγροδιατροφικό τομέα είναι μια επένδυση σε διεθνώς εμπορεύσιμους κλάδους της οικονομίας που δεν θα αποδειχθεί χαμένη ή λανθασμένη.

Το βασικό ερώτημα για τον 21ο αιώνα για την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως αυτό σχηματοποιείται, είναι αν θα επιδιώξει μια αυτόνομη και ανεξάρτητη στάση και φωνή εντός πάντοτε του πολιτικού, οικονομικού και πολιτισμικού άξονα της Δύσης ή αν θα παραμείνει δευτερεύουσα δύναμη εντός αυτού με πρωτοκαθεδρία των Η.Π.Α στον διαφαινόμενο ανταγωνισμό με την Κίνα. Εάν δηλαδή θα γίνει πόλος ενός πολυπολικού συστήματος ή μέρος ενός στρατοπέδου στο νέο ψυχροπολεμικό διπολισμό.