CULTURE
19/10/2018 10:37 EEST

Ο Γιώργος Νταλάρας για τον Μάνο Ελευθερίου στη HuffPost Greece

Φωτογραφία: Γιάννης Βελισσαρίδης 

Η στιγμή που η γνωριμία έγινε φιλία και σχέση ζωής για πάνω από τέσσερις δεκαετίες, το τραγούδι που τους ένωσε -«Του κάτω κόσμου τα πουλιά» (1974)- ο ποιητής που ήταν ιστορικός και φιλόσοφος, ο «δάσκαλος που δεν μας μάλωσε ποτέ...», αλλά και ο μεγάλος θυμός. 

Ο Γιώργος Νταλάρας μιλά με βαθιά συγκίνηση για τον δικό του Μάνο Ελευθερίου στη HuffPost Greece και με αφορμή το τριήμερο αφιέρωμα με το οποίο το Μέγαρο Μουσικής τιμά τον Μάνο Ελευθερίου, στις 26, 27 και 29 Οκτωβρίου, όπου μαζί με την Ελένη Τσαλιγοπούλου, τον Χρήστο Θηβαίο και την Μάρθα Φριντζήλα θα ερμηνεύσει τα ωραιότερα τραγούδια σε στίχους του ποιητή, ανακαλεί στιγμές σε χρόνο διαρκώς ενεστώτα.

«... Ο Μάνος σε μάγευε» λέει ο Γιώργος Νταλάρας για τον ποιητή και λόγιο κοσμοπολίτη, που έφυγε από τη ζωή τον περασμένο Ιούλιο, σε ηλικία 80 ετών, αφήνοντας παρακαταθήκη περισσότερα 400 τραγούδια -πολλά εκ των οποίων, έδωσαν νέο στίγμα στην πορεία του ελληνικού τραγουδιού- ποιητικές συλλογές, μυθιστορήματα, αλλά και μία σπάνια στις μέρες μας, αστική ευγένεια, μαζί με χιούμορ και γλυκύτητα. 

-Πότε γνωριστήκατε με τον Μάνο Ελευθερίου; 

Παρακολουθούσα τον Μάνο, ήξερα ότι γράφει τραγούδια. Είχαμε βρεθεί περιστασιακά, όπως κάνουν οι μακρινοί γνωστοί. Ήξερα ότι είχε γράψει εκπληκτικά τραγούδια με τον Θεοδωράκη κι όταν είχα πάει στο Παρίσι μου έπαιξε αυτά τα τραγούδια του -το «Μάνα το μάννα τ′ ουρανού, δέντρο του παραδείσου» και άλλα. Ορισμένα από τα λαϊκά εκείνα τραγούδια που δεν είχαν ηχογραφηθεί ακόμα, κυκλοφορούσαν σε κάποιους μικρούς δίσκους που έβγαιναν τότε στο Παρίσι από συναυλίες. Δεν ξέρω εάν το γνωρίζετε, εκείνη την εποχή ο Μάνος είχε έναν παραγωγό, που όποτε έκανε κάποια συναυλία ηχογραφούσε τα τραγούδια σε διάφορες εκτελέσεις και τα κυκλοφορούσε.

Είμαστε λοιπόν, μια πολύ στενή παρέα, η Μαρία Δημητριάδη, η αδελφή της Αφροδίτη Μάνου, ο Λουκιανός Κηλαηδόνης και άλλα παιδιά και λέγαμε τα καινούργια τραγούδια του Μίκη που ήταν γραμμένα σε στίχους του Μάνου κρυφά, δεν μπορούσες να τα τραγουδήσεις δημόσια (τα ξέραμε επειδή μάζευα τους δίσκους). Έτσι λοιπόν, πριν τον γνωρίσω είχα ήδη ένα δέος -ξέρετε πώς είναι οι νέοι, όταν μάλιστα ακούνε τραγούδια που είναι απαγορευμένα, θεοποιούν τα πάντα.

Οταν λοιπόν τον γνώρισα, μαζί με τον Σταύρο Κουγιουμτζή και τραγούδησα το τραγούδι του «Σε καρτερούν μαστιγωτές και συμπληγάδες» (Του κάτω κόσμου τα πουλιά) είδα ότι συγκινήθηκε πάρα πολύ και έξω από τα τυπικά, που είχαμε συναντηθεί μια δυο φορές και λέγαμε ένα «γεια», έγινε ξαφνικά ένα δέσιμο, μια όσμωση περίεργη. Μου είπε, αυτό το τραγούδι είναι ένα ευτυχισμένο τραγούδι τώρα πια που ολοκληρώθηκε. Κι ήταν για μένα πολύ μεγάλη στιγμή. Με κοιτούσε και το εννοούσε. Και αυτό με έκανε να τον εκτιμήσω ακόμη πιο πολύ, γιατί δεν είχε κανένα λόγο να με κολακεύσει ή ο,τιδήποτε άλλο. Κι από τότε γίναμε φίλοι. Κάναμε παρέα και γίναμε οικογενειακοί φίλοι.

-Ποιές οι ιδιαίτερες πλευρές του χαρακτήρα του; 

Ο Μάνος σε μάγευε... Ήταν ήρεμος, είχε μία σοφία απίστευτη, μία ευγένεια που δύσκολα συναντάς και πάντα μία καλή παρατήρηση για τη γλώσσα. Όταν παιδιά τότε, πετούσαμε καμιά κοτσάνα κατά το κοινώς λεγόμενο, έλεγε αμέσως, κοιτάξτε, αυτό είναι έτσι και μας εξηγούσε την ετυμολογία των λέξεων. Ήταν ένας σπουδαίος, πολύτιμος φίλος.

Όταν ήσουν μαζί του ο Μάνος ανοιγόταν ως φίλος, αλλά συνέβαινε το εξής -που ενδεχομένως έχουν παρατηρήσει και άλλοι. Παρότι ανοιγόταν κοντά μας, έβλεπες ότι πίσω από αυτά που έλεγε, ειδικά όταν μιλούσαμε για σοβαρά θέματα -την πολιτική, όσα συμβαίνουν γύρω μας, αλλά και για την ποίηση (αγαπούσε βαθιά τον Καβάφη, τον Σεφέρη και βέβαια, τον Ελύτη, όπως και πάρα πολύ τον Γκάτσο) δεν είχε μία πλευρά, μία διάσταση, αλλά πολλές. Όπως όταν μπαίνεις σε ένα ασανσέρ που έχει καθρέπτες γύρω γύρω και βλέπεις από διαφορετικές οπτικές γωνίες τα πολλαπλά είδωλα του ίδιου προσώπου.

Ο Μάνος Ελευθερίου ήταν πολλοί άνθρωποι: Είχε μέσα του τον ιστορικό, τον ποιητή, τον φιλόσοφο... Μαθαίναμε κομμάτια ολόκληρα της ιστορίας, ως πιο μικροί, από αυτά που έγραφε. Ξέρετε πόσες φορές έγινε η αιτία -από μια φράση που μου ’λεγε- να αγοράσω βιβλία; Οι λέξεις που λέω δεν φτάνουν να περιγράψουν αυτή τη σχέση ζωής. Ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος στάθηκε γύρω μας ως προστάτης, αν θέλετε, ως ένας δάσκαλος ο οποίος δεν μας μάλωσε ποτέ. Ο Μάνος ήταν ένας ηγέτης του πνεύματος.

Φωτογραφία: Γιάννης Βελισσαρίδης 

-Είπατε στη συνέντευξη Τύπου για το αφιέρωμα, έχω ζήσει απώλειες, ωστόσο όσο μεγαλώνω εμφανίζονται καινούργια συναισθήματα. Δεν ήθελα να φύγει έτσι ο Μάνος...

Όταν είσαι μικρός και πηγαίνεις σε μία κηδεία, επειδή έφυγε από τη ζωή ο πατέρας, ο παππούς ενός φίλου, ο θείος ενός συμμαθητή σου, η θλίψη ναι, υπάρχει. Βλέπεις τον φίλο σου να κλαίει, νιώθεις την ανάγκη να του πεις μια κουβέντα, αλλά η νεότητα τα περνάει αλλιώς...

Έχω πάει σε πάρα πολλές κηδείες ανθρώπων από τη δουλειά μας που είχα πραγματικά αγαπήσει και θαύμαζα -του Μάρκου Βαμβακάρη, του Βασίλη Τσιτσάνη και άλλων.

Κάποια στιγμή, το 1977 με παίρνει τηλέφωνο ο Χρήστος, ο αδελφός μου και μου λέει, Γιώργο, ο μπαμπάς πέθανε. Όταν μου είπε, ο μπαμπάς πέθανε και μάλιστα για την ακρίβεια, μου είπε, ο Λουκάς πέθανε, ένιωσα ένα τράνταγμα σαν μικρή λιποθυμία. Ήταν καινούργιο συναίσθημα.... Ο πατέρας μου ήταν μόνο 50 χρονών. Τότε, για πρώτη φορά κατάλαβα ότι αυτά που ένιωθα πριν για τον θάνατο των ανθρώπων, δεν είχαν πια το ίδιο νόημα. Αυτός ο σεισμός που έγινε μέσα μου ήταν η πρώτη φορά που κατάλαβα τόσο δυνατά το αίσθημα της απώλειας.

Για τον Μάνο τρόμαξα και θύμωσα κιόλας, γιατί για μένα, έφυγε άδικα. Μπήκε στο νοσοκομείο για μία μικρή επέμβαση, η οποία πήγε πάρα πολύ καλά, ήταν ο οργανισμός του γερός και «έφυγε» από μία αρρυθμία της καρδιάς του. Θύμωσα πάρα πολύ γι′ αυτό. Και, δεν ξέρω, μπορεί να φταίμε όλοι μας που δεν ήμασταν παρόντες εκείνη τη στιγμή, στις 5 - 5:30 το πρωί. Έπρεπε να είμαστε όλοι εκεί. Να μην τον αφήσουμε να φύγει. Γιατί είχε δρόμο... Θύμωσα και είμαι ακόμη θυμωμένος, εκτός από συγκλονισμένος με τον θάνατο του. Ο θυμός με βοηθάει λίγο να σταθώ στα πόδια μου...

Sponsored Post