Ο σημαντικότερος παράγοντας παγκόσμιας σταθερότητας στο ορατό μέλλον είναι η συνοχή της Δύσης.
BRENDAN SMIALOWSKI via Getty Images

Οι ΗΠΑ βγαίνουν από το 2020 βαθιά τραυματισμένες. Πρώτον, η πανδημία τις έπληξε βαρύτερα από ότι σχεδόν όλες τις άλλες αναπτυγμένες χώρες. Δεύτερον, μετά από σειρά σκοτωμών μαύρων από αστυνομικούς οι ΗΠΑ το περασμένο καλοκαίρι γνώρισαν τις χειρότερες ταραχές μετά το 1968. Τρίτον, ο ηττημένος των προεδρικών εκλογών Ντόναλντ Τραμπ αβάσιμα αμφισβήτησε το αποτέλεσμα πιο έντονα από οποτεδήποτε άλλοτε στην αμερικανική ιστορία με μόνη εξαίρεση την εκλογή του 1876.

Το 2021 προμηνύεται καλύτερο. Όσον αφορά τις προεδρικές εκλογές, ναι μεν ο Τραμπ και οι σύμμαχοί του επιδίωξαν να ανατρέψουν το αποτέλεσμα κάνοντας δεκάδες προσφυγές σε πολιτειακά και ομοσπονδιακά δικαστήρια. Όλες οι προσφυγές ωστόσο απορρίφθηκαν, ενίοτε από ομοσπονδιακούς δικαστές που διόρισε ο ίδιος ο Τραμπ, λόγω έλλειψης στοιχείων για νοθεία σημαντικής κλίμακας. Δύο προσφυγές έφτασαν στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, που τις απέρριψε ομόφωνα με συνοπτικότατες διαδικασίες, παρότι 6 από τα 9 μέλη του διορίσθηκαν από ρεπουμπλικανούς προέδρους και τρία από αυτά από τον Τραμπ. Οι ΗΠΑ παραμένουν κράτος δικαίου. Πάντως οι προσπάθειες του Τραμπ θα συνεχίσουν ως τις 6 Ιανουαρίου, όταν θα κληθούν να επικυρώσουν την εκλογή του Μπάιντεν από το Εκλεκτορικό Κολλέγιο τα δύο σώματα του Κογκρέσου.

Έπειτα από την ιδιαίτερα διχαστική προεδρία Τραμπ, ο νέος πρόεδρος Τζο Μπάιντεν θα επιδιώξει να λειτουργήσει ενωτικά. Ως κεντρώος Δημοκρατικός με παράδοση συνεργασίας με τους Ρεπουμπλικανούς κατά τις τρεισήμισι δεκαετίες του στη Γερουσία, έχει το κατάλληλο προφίλ. Η στελέχωση της νέας κυβέρνησης μέχρι στιγμής δίνει έμφαση στην εκπροσώπηση των τμημάτων της αμερικανικής κοινωνίας που δεν είναι λευκοί άνδρες, έχουν ωστόσο κεντρώο πολιτικό προσανατολισμό. Το ίδιο ισχύει και για τη νέα αντιπρόεδρο Κάμαλα Χάρις, που ως γενικός εισαγγελέας της Καλιφόρνιας τήρησε κεντρώα στάση και ως Καλιφορνέζα καταλαβαίνει τη σημασία μιας αναπτυξιακά δυναμικής οικονομίας βασισμένης στην καινοτομία (η Καλιφόρνια σε πρόσφατες δεκαετίες μας έδωσε μεταξύ άλλων τις Apple, Google, YouTube, Facebook, Instagram, Twitter και Netflix).

Η ικανότητα της νέας κυβέρνησης Μπάιντεν να περνάει νομοσχέδια στο Κογκρέσο θα εξαρτηθεί εν μέρει από τις επαναληπτικές εκλογές στη Γεωργία στις 6 Ιανουαρίου για τις δύο έδρες της στη Γερουσία. Αν οι Δημοκρατικοί, που ελέγχουν οριακά τη Βουλή των Αντιπροσώπων, πάρουν και τις δύο αυτές έδρες, θα ελέγχουν οριακά και τη Γερουσία. Ειδάλλως θα χρειαστεί ο Μπάιντεν να αναβιώσει τις παλιές ικανότητές του να συνεργάζεται με πολιτικούς στο Κογκρέσο του αντίπαλου κόμματος.

Όσον αφορά την πανδημία, αναμένεται η κυβέρνηση Μπάιντεν να ακολουθεί πιο πιστά τις εισηγήσεις των επιστημόνων από ότι ο πρόεδρος Τραμπ. Για τις προοπτικές οικονομικής ανάκαμψης της αμερικανικής οικονομίας είναι καλό σημάδι, ότι ο Μπάιντεν το 2009 υπήρξε επικεφαλής των προγραμμάτων ανάπτυξης υποδομών που τόνωσαν την αμερικανική οικονομία και οδήγησαν στην ταχεία ανάκαμψή της έπειτα από τη βαθύτερη μεταπολεμική ύφεσή της.

Στα δύο μεγάλα κόμματα των ΗΠΑ έχουν ήδη ξεσπάσει «εμφύλιοι πόλεμοι» με ορίζοντα τις εκλογές του 2024

Στην πλευρά των Δημοκρατικών η αριστερή πτέρυγα με ηγετικές φυσιογνωμίες τον γερουσιαστή Μπέρνι Σάντερς και τη βουλευτή Αλεξάνδρεια Οκάσιο Κορτέζ πιέζει για τη στελέχωση της νέας κυβέρνησης με πιο αριστερό προσωπικό και την υιοθέτηση πιο αριστερών πολιτικών. Η κεντρώα πτέρυγα όμως χρεώνει στους αριστερούς τις απώλειες των Δημοκρατικών στη Βουλή των Αντιπροσώπων, που καθιστούν πιθανό ο έλεγχος του σώματος να περάσει στους Ρεπουμπλικανούς στις ενδιάμεσες εκλογές του 2022 (κατά κανόνα το κόμμα που ελέγχει τον Λευκό Οίκο έχει απώλειες στη Βουλή των Αντιπροσώπων στις πρώτες ενδιάμεσες εκλογές μιας προεδρίας). Είναι γεγονός ότι στις εκλογές του 2020 οι Ρεπουμπλικανοί πήγαν ανέλπιστα καλά όσον αφορά αξιώματα χαμηλότερα από την προεδρία των ΗΠΑ.

Στην πλευρά των Ρεπουμπλικανών η σύγκρουση είναι μεταξύ των τραμπικών και των αντιτραμπικών. Είναι γεγονός, ότι ελάχιστοι εκλεγμένοι Ρεπουμπλικανοί τόλμησαν να εναντιωθούν στον Τραμπ πριν την ήττα του, από φόβο ότι θα προκαλούσε δική τους ήττα στις επόμενες προκριματικές υποστηρίζοντας εσωκομματικό αντίπαλο. Πολλοί ωστόσο διαφωνούσαν με τον οικονομικό εθνικισμό και τη χαλάρωση των διεθνών συμμαχιών των ΗΠΑ, καθώς και με την ξενοφοβία και τα ρατσιστικά μηνύματα του Τραμπ. Ως εκ τούτου, κρίσιμος παράγοντας για το μέλλον του κόμματος θα είναι, αν ο Τραμπ μετά την ήττα του θα μπορέσει να συνεχίσει να επηρεάζει την εκλογική βάση των Ρεπουμπλικανών.

Τις πιο προσεκτικές κινήσεις στην αντιτραμπική πλευρά έχει κάνει η Νίκη Χέιλι, πρώην κυβερνήτης της Νότιας Καρολίνας και πρώην εκπρόσωπος των ΗΠΑ στα Ηνωμένα Έθνη. Όντας κόρη Ινδών μεταναστών, εκπροσωπεί την πιο ανοικτή και λιγότερο ξενόφοβη συντηρητική παράδοση του Ρόναλντ Ρέιγκαν, του τελευταίου προέδρου που μπόρεσε να περάσει νόμο μαζικής νομιμοποίησης μεταναστών το 1986. Τον περασμένο Αύγουστο μίλησε μεν στο εθνικό ρεπουμπλικανικό συνέδριο, εμφανιζόμενη ως εκ τούτου ως υποστηρίκτρια του Τραμπ, στον λόγο της ωστόσο πέρασε έντονα αντιρατσιστικά μηνύματα. Πιο πρόσφατα σε άρθρο της στην Washington Post παρακίνησε τον Μπάιντεν να συνεχίσει επιτυχημένα στοιχεία της εξωτερικής πολιτικής του Τραμπ, όπως οι συμφωνίες σύναψης διπλωματικών σχέσεων αραβικών κρατών με το Ισραήλ, ικανοποιώντας την τραμπική βάση των Ρεπουμπλικανών για ζητήματα στα οποία δεν μπορεί κανείς Ρεπουμπλικανός να διαφωνήσει μαζί της. Πριν από λίγες ημέρες ο «τηλευαγγελιστής» Πατ Ρόμπερτσον, παλιός υποστηρικτής του Τραμπ, κατήγγειλε τον πρόεδρο για την αμφισβήτηση των εκλογών και τάχθηκε υπέρ της Χέιλι για το 2024.

Το πιο επικίνδυνο στοιχείο της εξωτερικής πολιτικής του Τραμπ ήταν η αμφισβήτηση των διεθνών συμμαχιών των ΗΠΑ και το ξεκίνημα εμπορικών πολέμων εναντίον συμμαχικών χωρών. Ο σημαντικότερος παράγοντας παγκόσμιας σταθερότητας στο ορατό μέλλον είναι η συνοχή της Δύσης. Όσο οι συμμαχίες που με τόσο κόπο και επιμονή έστησαν οι ΗΠΑ μεταπολεμικά παραμένουν ισχυρές, η Δύση ως συμπαγές μπλοκ θα έχει πάνω από το 50% του παγκόσμιου ΑΕΠ και θα είναι ακλόνητη έναντι αντίπαλων δυνάμεων. Αν η Δύση καταρρεύσει, θα αυξηθεί πολύ γρήγορα και επικίνδυνα η διεθνής αστάθεια. Με τον Μπάιντεν το εφιαλτικό αυτό ενδεχόμενο θα απομακρυνθεί.

Χαράλαμπος Παπασωτηρίου, Καθηγητής Παντείου, Πρόεδρος Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων

Δημοφιλή