Οι συντάκτες της HuffPost γράφουν: Οι στιγμές της δεκαετίας που θέλουμε να ξεχάσουμε

Μία διαφορετική αποτίμηση, ένας αλλιώτικος αποχαιρετισμός στη δεκαετία που φεύγει.

Γεγονότα, πρόσωπα και εικόνες που θα θέλαμε να ξεχάσουμε, όμως δεν μπορούμε -ευτυχώς.

Δημοσιογραφική εμμονή: Προσοχή, η ερώτηση αναφέρεται σε κάτι που θέλουμε να ξεχάσουμε, όχι σε κάτι που δεν θα θέλαμε να έχει συμβεί. Η ιστορική μνήμη δεν είναι προς εγκατάλειψη. Δεν θα ήθελα, δηλαδή, να ξεχάσω τα μεγάλα - και δυσάρεστα ασφαλώς - που συνθέτουν την ίδια τη ζωή μας. Αρνούμαι να συμβιβαστώ ακόμα και με την υποθετική σκέψη ενός ιστορικού αλτσχάιμερ. Αν τα ξεχνούσαμε, θα ήταν τόσο εύκολο να επαναλάβουμε τα ίδια λάθη, με την ίδια αφέλεια, με τις ίδιες φαντασιώσεις και με τα ίδια τραγικά αποτελέσματα.

Να σας πω τί θα ήθελα να ξεχάσω, από όσα με πόνεσαν πολύ: τα πρόσωπα των ανθρώπων, όταν το MEGA μας «αποχαιρέτισε» απότομα και έπρεπε να μοιραστούμε την αλήθεια που ζούσαμε. Ναι, βρισκόμουν εκεί - εκείνο το δευτερόλεπτο. Και χρειάστηκε να το πω σε φίλους μου για να το ακούσουν (και να το ακούσω) ώστε να το πιστέψουμε. Και να τους κοιτάζω στα μάτια.

.
.

Προσπαθώ να ξεχάσω ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ είναι ο Τραμπ και η πρώτη κυρία η Μελάνια. Αν ξέρετε κάποιον τρόπο για να το πετύχω, αφήστε τον στο πεδίο των σχολίων. Ευχαριστώ.

Οι στιγμές της δεκαετίας που θα θέλαμε να ξεχάσουμε οι Έλληνες νομίζω είναι τόσες πολλές ώστε άνετα θα έγραφε ο καθένας μας από ένα βιβλίο.

Από όλες τις δοκιμασίες ωστόσο, η μνήμη μου, για κάποιον λόγο, επιμένει σε δύο: Στην νύχτα εκείνη τέλη Ιουνίου του 2015 οπότε και ελήφθη η απόφαση για την επιβολή των capital controls (και σε όλα όσα ακολούθησαν) και σε ένα παγωμένο χειμωνιάτικο απόγευμα του 2013, όταν περπατώντας στην οδό Ακαδημίας συνειδητοποίησα ότι σχεδόν σε κάθε βήμα μου συναντούσα αστέγους. Οι άστεγοι των Αθηνών στην καρδιά της κρίσης σε έκαναν να λυγίζεις. Πώς αφήνεις πίσω τους ανθρώπους που αναγκάστηκαν να κάνουν σπίτι τους τον δρόμο και συνεχίζεις;

Κατερίνα Λυμπεροπούλου

Πως, αλήθεια, θα ήταν πλασμένος ένας «υπέροχος κόσμος», όπως αυτός που τραγουδά ο Nat King Cole; Κάπως έτσι όπως τα παιδικά κινούμενα σχέδια σκέφτομαι, όπου ακόμα κι ο πιο χοντρός, ξεδοντιασμένος και τριχωτός κακός μπορεί να πέσει από τον 50ο όροφο μιας πολυκατοικίας και να τη βγάλει καθαρή, το πολύ, με ένα καρούμπαλο. Αν πέρα και πάνω απ’ όλα, λοιπόν, θα ήθελα να μην είχε συμβεί κάτι την τελευταία δεκαετία, αυτό είναι το να μην υπήρχε ούτε ένα παιδί που να πλήρωνε με οποιοδήποτε τίμημα (πόσο μάλλον με τη ζωή του) τη μεταναστευτική κρίση, ό, τι την προκάλεσε κι ό,τι την ακολουθεί. Να γινόταν – όπως ακριβώς και στα κινούμενα σχέδια – να προσγειώνονταν όλοι μαλακά ακόμα και στην πιο σκληρή πραγματικότητα. Διότι, όσον αφορά στο προαναφερθέν ζήτημα, η πραγματικότητα υπήρξε πολύ σκληρή την τελευταία δεκαετία. Και ξεπέρασε ακόμα και το πιο νοσηρής φαντασίας θρίλερ.

Ήταν 23 Απριλίου 2010, ανήμερα του Άϊ Γιώργη. Μέρα σημαδιακή όπως και το μέρος. Από το ακριτικό Καστελόριζο ο τότε Έλληνας πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου ανακοίνωσε σε διάγγελμά του το πρώτο μνημόνιο, παρομοιάζοντας την Ελλάδα σαν ένα σκάφος έτοιμο να βυθιστεί. Δέκα χρόνια μετά το σκάφος εξακολουθεί να μπάζει νερά, αλλά τις σας λέω, αφού τα γνωρίζετε και τα ζείτε...

Σε μια τόσο γρήγορη καθημερινότητα, σπάνια προλαβαίνω να στοχάζομαι για τα χειρότερα (ή τα καλύτερα) που πέρασαν. Ούτως ή άλλως, χωρίς τα μεν δεν θα εκτιμούσαμε τα δε.

Ωστόσο, η φωτιά στο Μάτι είναι από τις πρώτες άσχημες αναμνήσεις που μου έρχονται στο μυαλό. Ίσως φταίει η επί τόπου παρουσία μας, μαζί με τον Αλέξη Γαγλία, την επόμενη μέρα της φωτιάς. Πηγαίνοντας για δουλειά, να καταγράψουμε με την κάμερα της HuffPost το μέγεθος της καταστροφής, ένιωσα ότι βρισκόμουν σε ένα εφιαλτικό σκηνικό. Ακόμη κι αν όλα είχαν σβήσει, ακόμη κι αν δεν υπήρχαν πλέον ενεργές εστίες, ο «κόμπος» στο στομάχι ήταν μεγάλος. Δεν μπορώ να διανοηθώ τι πέρασαν οι άνθρωποι αυτοί, τις ώρες της φωτιάς. Μακάρι να μη ζήσουμε ποτέ ξανά κάτι τέτοιο.

Δημοσιογράφοι κοιμούνται περιμένοντας να ολοκληρωθεί η μαραθώνια συνεδρίαση των ηγετών των κρατών μελών της Ευρωζώνης, στις Βρυξέλλες, τη Δευτέρα, 13 Ιουλίου, 2015
Δημοσιογράφοι κοιμούνται περιμένοντας να ολοκληρωθεί η μαραθώνια συνεδρίαση των ηγετών των κρατών μελών της Ευρωζώνης, στις Βρυξέλλες, τη Δευτέρα, 13 Ιουλίου, 2015

Είναι δύο, με το ίδιο αντικείμενο. Η 17ωρη διαπραγμάτευση Τσίπρα στην ΕΕ μετά το δημοψήφισμα και η συνεδρίαση για την Κύπρο που οδήγησε στο κούρεμα των καταθέσεων.

Και στις δύο περιπτώσεις απογοητεύτηκα από την στάση της ΕΕ. Ως άνθρωπος που πιστεύει βαθιά στην ευρωπαϊκή ενοποίηση (στα όρια του φεντεραλιστικού μοντέλου) απογοητεύτηκα από μια ένωση κρατών που έχουν σημαία την αλληλεγγύη, αλλά μόνο στα λόγια. Σε αυτές τις δύο περιπτώσεις είδα πιο έντονα από ποτέ το «εσείς και εμείς» που δεν χωρά καθόλου στην ιδέα του Σουμάν περί ΕΕ: «Η Ευρώπη δεν θα γίνει με μιας ή σύμφωνα με ένα ενιαίο σχέδιο. Θα οικοδομηθεί μέσω συγκεκριμένων επιτευγμάτων, που θα δημιουργήσουν μια de facto αλληλεγγύη».

.
.

Τη συμφωνία των Πρεσπών.

Προσωπικά τη θεωρώ επιβλαβή και επικίνδυνη για τα εθνικά συμφέροντα- από εκεί και πέρα τώρα, προφανώς ο κόσμος της γεωπολιτικής, της διπλωματίας, των διακρατικών συμφωνιών κτλ είναι περίπλοκο πράγμα. Ουδείς μπορεί να γνωρίζει όλα τα δεδομένα, και σίγουρα ουδείς έχει «κληρονομικό χάρισμα», ώστε να ξέρει τι μέλλει γενέσθαι: Ίσως να κάνω λάθος, και όντως η συμφωνία των Πρεσπών να ήταν μια σωστή επιλογή- ή έστω, προς τη σωστή κατεύθυνση- για την ακρίβεια, ελπίζω να κάνω λάθος, δεδομένου ότι έχει υπογραφεί, επικυρωθεί και είναι δεσμευτική.

Από εκεί και πέρα τώρα, δεν πρόκειται να συγχωρήσω τη στάση απέναντι στους διαφωνούντες που έδειξε η τότε κυβέρνηση και πολλοί (άμεσα ή έμμεσα) υποστηρικτές και συνεργάτες της, που μοίραζαν απλόχερα χαρακτηρισμούς όπως «ακροδεξιοί» και «φασίστες» σε όσους εξέφραζαν αντίθεση, με εξωφρενική αλαζονεία και μια ανεξήγητη βεβαιότητα πως «η άποψή μου είναι ανώτερη/ καλύτερη της δικής σου», λοιδορώντας τις κινητοποιήσεις που λάμβαναν χώρα. Δεν πρόκειται να συγχωρήσω πως πχ πολλοί από αυτούς που κατά τα άλλα διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για θέματα αστυνομικής βίας εμφανίζονταν να επιχαίρουν, να «χασκογελούν», και γενικά να κάνουν φθηνή «πλακίτσα» (κατά κανόνα από την ασφάλεια και άνεση των πληκτρολογίων τους) για τα βίαια επεισόδια στις διαδηλώσεις.

Δεν το πιστεύω, αλλά αναγνωρίζω και αντιλαμβάνομαι πως είναι πιθανόν τελικά η ιστορία να δικαιώσει αυτούς που έβαλαν τις υπογραφές τους στη συμφωνία των Πρεσπών. Κανείς όμως δεν θα δικαιώσει ποτέ αυτούς που ανέβηκαν μόνοι τους σε «άμβωνες» (ή τους ανέβασαν άλλοι) και άρχισαν κηρύγματα και χαρακτηρισμούς, λες και όφειλε να τους δώσει κανείς λόγο ή λογαριασμό.

Δεν θέλω να ξεχάσω τίποτα.

Το να διατηρώ στη μνήμη μου πράγματα που έχουν συμβεί και ήταν δυσάρεστα είναι κάτι που με κάνει καλύτερη, πιο έμπειρη και σοφότερη κυρίως στον τρόπο που επεξεργάζομαι και διαχειρίζομαι πληροφορίες και γεγονότα και αντιλαμβάνομαι την ουσία των πραγμάτων και τις πραγματικές τους διαστάσεις ή τα αίτιά τους.

Υπάρχουν ωστόσο γεγονότα που θα ήθελα να μην είχαν συμβεί ποτέ.

Ο πόλεμος στη Συρία και στην Υεμένη, η οικονομική κρίση που οδήγησε στην εξαθλίωση συμπολίτες μας, το μίσος που βλέπω να θεριεύει για τον «άλλο». Αλλά με τις ευχές δεν γίνεται ποτέ τίποτα.

Οφείλουμε όμως όλοι να διατηρούμε στη μνήμη μας τα χειρότερα για να μην πούμε ξανά “δεν ήξερα”.

Με πλήρη συνείδηση θα καταλήξω κι εγώ πως το μελανό σημείο της δεκαετίας μας, αυτό που θα ήθελα να ξεχάσω ή να μην είχε συμβεί, είναι τα μνημόνια. Η λιτότητα που κληθήκαμε να αντιμετωπίσουμε, το σκληρό πρόγραμμα, οι επιτηρήσεις, η ανεργία και οικονομική ύφεση είναι μόνο μερικές από τις συνέπειές του πρώτου μνημονίου, που μπήκε στη ζωή μας στις 23 Απριλίου 2010, δια στόματος του τότε πρωθυπουργού Γιώργου Παπανδρέου.

Αρχίσαμε να χρησιμοποιούμε όλοι οικονομικούς όρους που ουδέποτε είχαμε φανταστεί, ενώ τα μέτρα που έφεραν έπληξαν όλα τα στρώματα της κοινωνίας (εκτός από τα πολύ υψηλά). Και η πικρή αλήθεια είναι πως ενώ όλοι οι πολιτικοί προεκλογικά το απαρνούνταν σαν τον διάβολο, μετεκλογικά το υιοθετούσαν με κλειστά τα μάτια. Τι άλλο θα ήθελα να ξεχάσω; Τη μυθική δήλωση του Θεόδωρου Πάγκαλου στη Βουλή, που τελούσε αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης Παπανδρέου, “όλοι μαζί τα φάγαμε” ή τον Μιχάλη Χρυσοχοϊδη να μας λέει δημόσια ότι δεν διάβασε το μνημόνιο παρόλο που το ψήφισε. Όσα ακολούθησαν είναι γνωστά.

H πορεία του Παναθηναϊκού στην Ευρώπη

Ναι, εννοώ αυτό ακριβώς που καταλάβατε (προσπαθώντας επιτηδευμένα να μη σκεφτώ κάτι πραγματικά δυσάρεστα). Ποια πορεία; Τελευταία μεγάλο δείγμα του πρέσβη ήταν το 2009/10, κόντρα στη Ρόμα για τη φάση νοκ-άουτ του Europa League. Μετά από αυτό, το χάος. Ήρθαν μνημόνια, πρίγκιπες, Αλαφούζος, εξυγίανση, ανάδρομος Ερμής και η ομάδα έγινε χωριό. Η νέα δεκαετία ας είναι πιο ευνοϊκή για τη ψυχική μου υγεία (και του συναδέλφου μου Γιάννη Γεωργακόπουλου που δεσμεύομαι να πάμε μαζί γήπεδο στο επόμενο Παναθηναϊκός Ολυμπιακός).

Δεν υπάρχει κάτι που θα ήθελα να ξεχάσω πραγματικά, καθώς όπως μου αρέσει να υποστηρίζω, σκοπός μου είναι, να απολαμβάνω την ζωή με όλα όσα προκύπτουν, χωρίς να το κάνω θέμα. Αλλά αν θα μπορούσα να πω κάτι, κουβέντα να γίνεται, αυτό θα ήταν η μέρα που ξύπνησα και το Brexit είχε κερδίσει το Bremain. Για την ιστορία, 23 Ιουνίου, 2016.

Ο αρνητικός της παρέας (έτσι είμαι, αν έτσι σας βολεύει) είναι και πάλι εδώ να «χαλάσει» αυτό το όμορφο χριστουγεννιάτικο πνεύμα. Γίνεται να ξεχάσουμε όλη την δεκαετία; Σοβαρά τώρα. Ηταν 23 Απριλίου 2010, όταν ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας, Γιώργος Παπανδρέου (έχει κριτήριο ο Ελληνας ψηφοφόρος) με φόντο το ακριτικό αλλά κατά τα άλλα πανέμορφο Καστελόριζο (δεν έχω πάει ποτέ), ανακοίνωνε την προσφυγή της χώρας στο ΔΝΤ, δηλαδή στο δρόμο των μνημονίων. Σκεφτείτε τι ακολούθησε έκτοτε και μέχρι σήμερα (και ποιος ξέρει για πόσο ακόμη). Οποιος θέλει να το ξαναζήσει όλο αυτό, με γειά του και χαρά του. Εγώ και η γενιά μου δεν θα πάρουμε. Και πάλι, χρόνια πολλά.

Η δεκαετία που φεύγει είχε αναμφισβήτητα μερικές από τις πιο έντονες και αγχώδεις στιγμές που έχουν βιώσει οι Έλληνες. Η ζωή σχεδόν όλων στιγματίστηκε από την απότομη μείωση του βιοτικού τους επιπέδου, ως αποτέλεσμα της διαδοχικής υπαγωγής της χώρας σε αυστηρά μνημόνια που επιβλήθηκαν από τους δανειστές της. Η ανακοίνωση της «παράδοσής» μας στο Καστελόριζο, οι ευχές των ξένων για «καλό κουράγιο», η επιβολή των capital controls με τις ουρές κόσμου στα ATM , αλλά και οι πόλεμοι στη γειτονιά της Ελλάδας με όλα τους τα επακόλουθα και για τη χώρα μας, είναι γεγονότα που προσπαθώ -όσο είναι δυνατό-να μην ανακαλώ στην μνήμη μου.

Δεν είμαι άνθρωπος που θέλει να ξεχνάει πράγματα, εμπειρίες και καταστάσεις. Πόσο μάλλον οδυνηρές καταστάσεις που μόνο μπορούν να σε κάνουν πιο ώριμο (λογικά) και να σκληραγωγήσουν για ότι έπεται στην συνέχεια. Αν υπάρχει, όμως, μια μέρα που ξεχωρίζω και θα ήθελα να ξεχάσω θα έλεγα πως είναι η 28η Ιουνίου του 2015. Είναι η μέρα που ο Γιάνης έκλεισε τις τράπεζες και η ατάκα «Honey i shrunk the banks» έμεινε στην ιστορία.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε γιατί τότε κινδυνεύουμε να επαναλάβουμε τα ίδια λάθη. Θα ήθελα λοιπόν να μην ζήσουμε ξανά στιγμές μικρού ή μεγάλου διχασμού. Να ανοίξουμε τα μάτια στην πραγματικότητα χωρίς παρωπίδες και να αντιμετωπίσουμε τις δυσκολίες από κοινού και όχι σαν μια αφορμή για νέους διχασμούς.

Εάν όμως κάτι «πρέπει» να ξεχάσω, τότε θα διάλεγα τη βία των μνημονίων που έγινε καθημερινότητα μας τα προηγούμενα δέκα χρόνια, ευτελίζοντας ανθρώπους, ψυχές, ζωές και ιδανικά.

Άννα- Μαρία Σύρου

Όταν ξεχνάμε, είμαστε αναγκασμένοι να ζήσουμε τα ίδια και στο μέλλον. Τα δυσάρεστα, είναι η μεγαλύτερες εμπειρίες.

Αυτό που θα έσβηνα εντελώς από την δεκαετία, αν ήταν στο χέρι μου, είναι η πολύνεκρη πυρκαγιά στο Μάτι.