ΤΟ BLOG
04/02/2018 10:38 EET | Updated 05/02/2018 10:40 EET

Ονομάτων περιπέτειες…

Marko Djurica / Reuters

Η περίπτωση της FYROM είναι ίσως μια από τις πιο χαρακτηριστικές εφαρμογές της αποδομητικής θεωρίας σε σχέση με την εθνική ταυτότητα και την ίδρυση εθνικού κράτους ως βασικής προϋπόθεσης για τη δημιουργία της. Γιατί σύμφωνα με τη θεωρία αυτή ούτε υπάρχει, ούτε χρειάζεται να υπάρχει κάποια εσωτερική σχέση ανάμεσα στο εθνώνυμο που θα χρησιμοποιήσει ένας πληθυσμός για την εθνική του ταυτότητα, αλλά και την ονομασία του (εθνικού ή πολυ-εθνικού) κράτους του (Μακεδόνας/Μακεδονία), και στην ιστορική πραγματικότητα (τα γεγονότα γύρω από τους αρχαίους Μακεδόνες και τη Μακεδονία). Με άλλα λόγια, όπως με τη γλώσσα, η επιλογή του σημαίνοντος δεν είναι απαραίτητο να είναι συμβατή με την «ουσία», τις ιδιότητες και το περιεχόμενο του σημαινομένου, έτσι και με την εθνότητα – Μακεδονία για τη χώρα και Μακεδόνες για τον πληθυσμό –η λέξη που τη συμβολίζει δεν χρειάζεται να είναι συμβατή με την ιστορική «ουσία», με τα συμβάντα: καταγωγικά, γλωσσικά ή πολιτισμικά.

Αυτό σημαίνει ότι μια αρχικά τοπική-γεωγραφική ταυτότητα μπορεί να μετατραπεί σε εθνοτική-εθνική όταν ένας πληθυσμός, υπό την επιρροή κάποιας μορφωτικής στην αρχή και στη συνέχεια γραφειοκρατικής, ελίτ αρχίζει να αυτονομείται από την ευρύτερη αρχική συλλογικότητα στην οποία ανήκει (στην περίπτωσή μας, κυρίως Βουλγαρική) και δημιουργεί ξεχωριστή, διακριτή απέναντι στην προηγούμενη, εθνοτική ταυτότητα. Στη φάση της περιχαράκωσης της νέας αυτής ταυτότητας χρειάζεται υλικό που να υπογραμμίζει και να νομιμοποιεί τη διαφορά. Το υλικό που θα χρησιμοποιηθεί για το σκοπό αυτό, ισχυρίζονται οι θιασώτες της παραπάνω αντίληψης για την εθνότητα, δεν χρειάζεται να είναι συμβατό με τα πραγματικά ιστορικά δεδομένα του εν λόγω πληθυσμού. Οι «εθνικοί μύθοι», όπως λένε, κρίνονται όχι για την επιστημονική τους ορθότητα, αλλά για την πολιτική τους αποτελεσματικότητα. Ό,τι μπορεί να στηρίξει τη νέα ταυτότητα, είναι ορθό και πολιτικά επιβεβλημένο.

Η σημερινή μακεδονική εθνότητα όντως είναι προϊόν μιας τέτοιας διαδικασίας, και επομένως ανήκει στις περιπτώσεις που δικαιώνουν εμπειρικά κάθε οπαδό της αποδομητικής σχολής. Καθόλου περίεργο, λοιπόν, δεν είναι ότι θιασώτες της αποδομητικής ή κοστρουκτιβιστικής αντίληψης για το έθνος υπερασπίζονται με πάθος το δικαίωμα των Σλαβομακεδόνων της FYROM να αυτοπροσδιορίζονται εθνοτικά ως Μακεδόνες και να υποστηρίζουν ότι είναι Μακεδόνες όχι επειδή έτυχε να κατοικούν αυτοί και οι άμεσοι πρόγονοί τους και σε τμήμα μιας περιοχής που ιστορικά ονομαζόταν και ονομάζεται Μακεδονία, αλλά επειδή έλκουν την καταγωγή τους από τους αρχαίους Μακεδόνες και είναι κληρονόμοι της μακεδονικής πολιτισμικής παράδοσης.

Πολύ πριν προκύψει, όμως, στο ακαδημαϊκό στερέωμα η αποδομητική σχολή για το έθνος, υπήρχε στο πολιτικό-ιδεολογικό επίπεδο η «κομμουνιστική σχολή» για το ίδιο πράγμα. Και η δεύτερη αυτή σχολή δεν αποτελούνταν από «καλαμαράδες», αλλά από ανθρώπους της πράξης ενταγμένους σε υπερεθνικούς μηχανισμούς με πολύ μεγάλη ισχύ. Το «μακεδονικό» που κληρονομήσαμε είναι κυρίως προϊόν της πολιτικής και στρατιωτικής δράσης του κομμουνιστικού κόσμου πριν και μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.

Στα τέλη Μαΐου του 1943 ισχυρές δυνάμεις της επίλεκτης μεραρχίας Edelweiß, πριν κατέβουν στην Ήπειρο για να επιβάλουν στα ημέτερα εδάφη τη νέα τάξη, είχαν δημιουργήσει έναν ασφυκτικό κλοιό γύρω από τους παρτιζάνους του Τίτο στα βουνά του Μαυροβουνίου. Τέσσερις μεραρχίες του Τίτο καταδίωκαν τον Μιχαήλοβιτς με τμήματα του οποίου είχαν εμπλακεί ήδη την εποχή εκείνη σε εμφύλια σύρραξη. Η επιχείρηση Schwarz, αυτός ήταν ο κωδικός της, με πάρα πολλά θύματα από την πλευρά του Τίτο, αναμενόταν από τον αντιστράτηγο von Stettner να στεφθεί από επιτυχία, αλλά την τελευταία στιγμή ο Κροάτης «Βελουχιώτης» κατάφερε να ξεφύγει. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Τίτο είχε έρθει πολύ κοντά στην άδοξη λήξη της επαναστατικής του σταδιοδρομίας, όμως η τύχη άλλα σχεδίαζε.

Γνωρίζοντας ίσως ότι ο στρατάρχης δεν κατείχε άριστα μόνον τα μυστικά του ανταρτοπολέμου, αλλά ότι ήταν και πετυχημένος νονός: γνώριζε να κάνει πολιτική με τα ονόματα κρατών, λαών και γλωσσών.Τα κεντρικά δημιουργήματά του – η Γιουγκοσλαβία και η Σερβοκροατική (που στην αρχή ήταν σερβο-κροατο-σλοβενική) δεν ζουν πια, μετά τις εθνοτικές συγκρούσεις που ξέσπασαν στη χώρα όταν τα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού – που κάποιοι του επιστημονικού μαρξισμού στην Ελλάδα φαίνεται να τα αναπολούν ακόμη με νοσταλγία μαζί με το Katyn – κατέρρευσαν. Όποιος μιλά σήμερα σε οποιαδήποτε από τις περιοχές της πρώην Γιουγκοσλαβίας για «Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας» σε παροντικό χρόνο, θα αντιμετωπίσει περίεργα βλέμματα, ενώ όποιος μιλά για την επίσημη γλώσσα της, την «Σερβοκροατική», κινδυνεύει να αντιμετωπίσει ανοιχτή εχθρότητα. Ούτε οι Σέρβοι, ούτε οι Σλοβένοι, ούτε οι Βόσνιοι και Μαυροβούνιοι, πολύ περισσότερο οι Κροάτες, δέχονται σήμερα ότι υπάρχει γλώσσα που ονομάζεται Σερβοκροατική.

Μετά από τόσο χρόνια, πώς πέθανε λοιπόν μια γλώσσα; Εξαφανίστηκε η ίδια η γλώσσα ή απλά άλλαξε όνομα; Εξαφανίζονται οι γλώσσες τόσο εύκολα; Δεν έχουν πλέον γλώσσα όλοι οι λαοί που αναφέρθηκαν πιο πριν; Ποιος «εθνολαϊκισμός» τους παρέσυρε να επιμένουν ότι δεν μιλούν Σερβοκροατικά, αλλά Σέρβικα, Κροάτικα, Σλοβένικα κοκ.; Γιατί τόσο κοντινές μεταξύ τους γλώσσες δεν μπόρεσαν να συγχωνευθούν στην «Σερβοκροατική», όπως επεδίωκε χάριν της ενότητας των λαών της Γιουγκοσλαβίας ο μεγάλος Νονός;

Υπάρχει, όμως, ένα δημιούργημα του Τίτο – προφανώς το δημιούργημα αυτό δεν ήταν εκ του μηδενός – που επιβίωσε: η FYROM. Και πίσω από αυτή, οι ετικέτες “μακεδονική γλώσσα” και η “μακεδονικό έθνος” για να προσδιορίζουν με “ευρηματικό” τρόπο μια γλωσσική πραγματικότητα και μια εθνολογική πραγματικότητα. Τρεις γενιές των βόρειων γειτόνων μας έχουν διαπαιδαγωγηθεί να αυτοπροσδιορίζονται εθνοτικά (και όχι απλώς μέσω υπηκοότητας, όπως π.χ. οι εθνοτικά Αλβανοί κάτοικοι της ίδιας χώρας) ως Μακεδόνες και έχουν μάθει να θεωρούν αυτονόητο ότι η εμπλουτισμένη με σερβισμούς και ελληνισμούς παραλλαγή της Βουλγαρικής που χρησιμοποιούν ως επίσημη γλώσσα δεν είναι Βουλγαρική, αλλά Μακεδονική. Φανταστείτε τους Αυστριακούς να διαπαιδαγωγούνται με την άποψη ότι η γλώσσα τους δεν είναι η Γερμανική, αλλά η Αυστριακή. Ή τους Κυπρίους να διδάσκονται ότι η γλώσσα της ελεύθερης Κύπρου δεν είναι η Ελληνική, αλλά η Κυπριακή.

Ήταν, λοιπόν, ο στρατάρχης τόσο προκομμένος νονός που μπορούσε με τις λέξεις να δημιουργεί γεγονότα, καταστάσεις και συνειδήσεις; Μπορεί μια γενιά να μαθαίνει ότι είναι «Μακεδόνες» - όπου εδώ η λέξη χρησιμοποιείται αντιθετικά ως προς το Έλληνες – επειδή κάποια ηγεσία θεώρησε χρήσιμη για τα επεκτατικά σοσιαλιστικά της οράματα μια τέτοια ταυτότητα;

Στο σημείο αυτό καλό είναι να θυμηθούμε ότι ο Τίτο δεν ήταν μόνον πετυχημένος νονός, αλλά και προνοητικός επαναστάτης. Με τις ευλογίες του Στάλιν στην αρχή, είχε σχέδια για τη Βαλκανική, και τα ονόματα που έδινε δεν ήταν προϊόντα φιλολογικού οίστρου. Κατ’ αρχήν δεν έδινε μόνον ονόματα, αλλά και στρατόπεδα για τον μελλοντικό σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της Ελλάδας. Το Μπούλκες ήταν ένα από αυτά. Χωρίς τον κατοχικό εμφύλιο και τον Δεκέμβρη του 1944 είναι αδύνατον να καταλάβει κανείς τη σημασία του Μπούλκες, και χωρίς το Μπούλκες είναι αδύνατον να ερμηνεύσει τη συνέχιση του κατοχικού εμφυλίου σε πλήρη κλίμακα μετά το 1946. Και φυσικά έδινε, εκτός από εκτάσεις και καταλύματα για τους επαναστάτες, και πιο πεζά πράγματα για την πραγμάτωση των μεγαλεπίβολων σχεδίων του στη Βαλκανική: όπλα, πολεμοφόδια και στρατιωτικό υλικό στην κομμουνιστική πλευρά του εμφυλίου. Για ποιο λόγο;Για τη δημιουργία μιας σοσιαλιστικής Ελλάδας που αδελφωμένη με μια αυτόνομη στην αρχή και μετά ανεξάρτητη σοσιαλιστική Μακεδονία θα υλοποιούσαν στη βαλκανική γειτονιά την παγκόσμια επανάσταση, θα έφερναν την ισότητα, τη δικαιοσύνη και την ευημερία για πάντα. Εννοείται ότι όταν ο στόχος είναι τόσο υψηλός και τόσο ιερός, όλα τα μέσα επιτρέπονται και δικαιολογούνται. Αστικές αβρότητες, ευγένειες και επιφυλάξεις υπηρετούν μόνο την «αντίδραση», και ποτέ την επανάσταση.

Μάλλον ο Θεός έβαλε το χέρι του και φώτισε τον Τσώρτσιλ να πείσει τον πρόσκαιρο σύμμαχό του, τον Στάλιν, ότι η Ελλάδα πρέπει να μείνει στη δυτική ζώνη επιρροής και ο κόκκινος στρατός δεν κατέβηκε τελικά στην ελληνική Μακεδονία το Φθινόπωρο του 1944, όπως περίμεναν και λαχταρούσαν μερικοί. Πάλι ο Θεός ξανάβαλε το χέρι του λίγα χρόνια αργότερα και η κομμουνιστική πλευρά του ελληνικού εμφυλίου δεν μπόρεσε να δημιουργήσει μια Βόρεια Ελλάδα, σοσιαλιστική και ξεχωριστή από τη Νότια, όπου οι πόθοι του «μακεδονικού λαού» θα εύρισκαν επί τέλους τη δικαίωσή τους. Δεν ξέρουμε ποιο θα ήταν το όνομα αυτής της Βόρειας Ελλάδας, αν είχε δημιουργηθεί. Ίσως Μακεδονία του Αιγαίου, όπως μαθαίνει σήμερα η τρίτη μετατιτοϊκή γενιά στα σχολεία της γειτονικής και φίλης χώρας. Εν ονόματι βεβαίως του δικαιώματος του αυτοπροσδιορισμού και του δικαιώματος της ελεύθερης επινόησης του «θεμελιωτικού μύθου» στα πλαίσια της εθνογένεσης, όπως μας βεβαιώνουν οι χρήσιμοι για την προώθηση του αλυτρωτικού μακεδονισμού εγχώριοι σοφοί.

Τόσο δαιμόνιος, όμως, και τόσο πρωτότυπος στις ονοματοδοσίες δεν ήταν τελικά ο Τίτο. Είχαν ήδη εργαστεί διάφοροι πριν από αυτόν γι αυτόν, και μάλιστα χωρίς προηγούμενη επικοινωνία και συνεννόηση. Η ελληνική Αριστερά – πρωτίστως το κομμουνιστικό κόμμα, αλλά όχι μόνον αυτό - έκανε λόγο για μακεδονικό έθνος και μακεδονική γλώσσα πολύ πριν αρχίσει ο Τίτο να βαφτίζει περιοχές, έθνη και γλώσσες. Υπήρχε, άλλωστε, ήδη δεκαετίες νωρίτερα, ανώτατο καθοδηγητικό όργανο στον κομμουνιστικό κόσμο για το πώς πρέπει το επαναστατικό κίνημα να αντιλαμβάνεται και να ονομάζει περιοχές, πληθυσμούς και γλώσσες, πατώντας στα χνάρια του Γκότσε Ντέλτσεφ και του Τσακαλάρωφ και επικαιροποιώντας το δίλημμα για τους Ρωμιούς της Μακεδονίας «Εξαρχία ή Θάνατος». Όλα αυτά είναι λίγο πολύ γνωστά και δεν έχει νόημα να τα επαναλαμβάνει κανείς και να γίνεται κουραστικός. Όπως γνωστές είναι και οι εκπαιδευτικές προσπάθειες του ελληνικού κράτους να εντάξει γλωσσικά και πολιτισμικά τον σλαβόφωνο πληθυσμό της ελληνικής Μακεδονίας, το μεγαλύτερο τμήμα του οποίου αυτοπροσδιορίζεται εθνοτικά ως Έλληνες όχι μόνο μετά την απελευθέρωση της Μακεδονίας, αλλά και πριν, κατά τη διάρκεια του μακεδονικού αγώνα. Και για τους οποίους ο σλαβομακεδονικός αλυτρωτισμός είχε επινοήσει τότε, και από ό,τι φαίνεται διατηρεί μέχρι τις μέρες μας, ένα ενδιαφέρον όνομα: Γραικομάνοι.

Μετά την κατάρρευση των καθεστώτων του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού αναζωπυρώθηκε παντού στην ανατολική Ευρώπη και στα Βαλκάνια ο επιθετικός μετα-κομμουνιστικός εθνικισμός. Οι φορείς του και οι πολιτικοί του πάτρωνες ήταν πρώην ανώτατα στελέχη των αντίστοιχων κομμουνιστικών κομμάτων. Αυτό δεν τους εμπόδισε καθόλου να πρωτοστατήσουν στη ρητορική του αλυτρωτισμού. Για διάφορους λόγους η Ελλάδα δεν μπόρεσε τα τελευταία 25 χρόνια να αποκρούσει σε ιδεολογικό επίπεδο και να τιθασεύσει σε πολιτικό επίπεδο τον αλυτρωτισμό της FYROM. Ίσως κάποια πράγματα θα μπορούσαν να είχαν γίνει καλύτερα. Ένα όμως είναι βέβαιο: σε όλη αυτή την περίοδο όλοι εκείνοι που υποστήριζαν ότι εδώ υπάρχει κάποιο σοβαρό πρόβλημα – και αναφέρω ενδεικτικά τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Αριστόβουλο Μάνεση, τη Μελίνα Μερκούρη, τον Γιάννη Γεωργάκη, την Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, τον Δημήτρη Τσάτσο, και πρόσφατα τον Μίκη Θεοδωράκη - αντιμετωπίστηκαν από την ηγεμονεύσουσα εγχώρια αριστερή διανόηση - ιδεολογικοί πρόγονοι της οποίας συνέβαλαν τα μάλα στην ίδια την ανάδυση του προβλήματος σε παλαιότερες εποχές – ούτε λίγο ούτε πολύ ως επικίνδυνοι πατριδοκάπηλοι και εθνικιστές, ή επί το κομψότερον «εθνολαϊκιστές», καθότι δημιουργούν προσκόμματα στη ρεαλιστική διαχείριση των πραγμάτων. Ακριβώς όπως αντιμετωπίζονται αυτή την εποχή οι συμπολίτες μας που από γνήσια ανησυχία, και όχι για να φτιάξουν «καριέρες», διαδηλώνουν την αντίθεσή τους σε μια «λύση» που για άλλους μπορεί να συνιστά την ιδανική λύση, αλλά γι αυτούς δεν είναι λύση.

Μπορεί τελικά η «λύση» - αν όλα αυτά που βλέπουμε και ακούμε δεν είναι πρωτίστως πολιτικά παίγνια για εσωτερική χρήση δεδομένου ότι αυτή τη στιγμή δεν είναι εύκολο να εκτιμηθούν οι προθέσεις και δυνατότητες της άλλης πλευράς να την αποδεχθεί - να επιβληθεί με “προοδευτική” κοινοβουλευτική πλειοψηφία πάνω από τα κεφάλια όσων πιστεύουν ότι συμφωνία σημαίνει κάτι καλύτερο, και οπωσδήποτε ένας συμβιβασμός που δεν ενσωματώνει μέσα του τον σλαβομακεδονικό αλυτρωτισμό. Αλλά να τους αμφισβητείται το δικαίωμα να εκφραστούν και να χαρακτηρίζονται «εθνολαϊκιστές» όσοι διαφωνούν δημόσια με την προτεινόμενη από τις «μεγάλες δυνάμεις» λύση, είναι ατυχέστατη, αν όχι επικίνδυνη, διχαστική πρακτική.

Μήπως να τους ονομάζαμε καλύτερα «μαύρη αντίδραση» ή «μοναρχοφασίστες» για να ξεμπερδεύουμε πιο εύκολα;