ΔΙΕΘΝΕΣ
19/11/2014 08:22 EET | Updated 04/05/2015 13:37 EEST

Η αναγνώριση δικαιωμάτων στα παιδιά - εργάτες της Βιομηχανικής Επανάστασης

David Levenson via Getty Images
18th August 1980: Four year-old Tommy Stafford dressed as a chimney-sweep for the fancy-dress competition at the East Street Market centenary celebrations, London. (Photo by David Levenson/Keystone/Getty Images)

Οι πρώτες ουσιαστικές αναφορές περί «δικαιωμάτων των παιδιών», αλλά και οι πρώτες δημόσιες συζητήσεις που οδήγησαν σε συγκεκριμένα νομοθετήματα για την προστασία τους, αποτέλεσαν “γέννημα” της Βιομηχανικής Επανάστασης. Τότε ακριβώς που η εκμετάλλευση των παιδιών αποτελούσε κοινή πρακτική, προς εξυπηρέτηση του επιτελούμενου οικονομικού θαύματος της εποχής. Πρωτίστως της Βρετανίας.

Εκεί, στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα, θεσμοθετήθηκαν όριο ηλικίας για τους ανήλικους εργάτες, συγκεκριμένοι κανόνες συμπεριφοράς προς αυτούς, ωράριο ενώ αναγνωριζόταν επίσης το δικαίωμα των παιδιών στην εκπαίδευση και στην ξεκούραση. Βέβαια, συγκριτικά με τους ισχύοντες νόμους -στις αναπτυγμένες χώρες- και στον 21ο αιώνα, οι νόμοι της εποχής μπορεί να φαντάζουν και πάλι «μεσαιωνικοί» αλλά…αναφερόμαστε σε μια άλλη εποχή και τα βήματα που έγιναν τότε ήταν πραγματικά αξιοσημείωτα . Αυτό δε που είναι ίσως ακόμη πιο σημαντικό, είναι πως στο πλαίσιο της προσπάθειας που καταβλήθηκε για να προστατευθούν τα παιδιά από τα δεινά της εξουθενωτικής εργασίας, για πρώτη φορά απέκτησαν φωνή αφού τους δόθηκε η δυνατότητα, στο πλαίσιο του έργου ειδικών επιτροπών, να αναφερθούν στις συνθήκες εργασίας τους, στις ανάγκες τους και έστω και δειλά να διεκδικήσουν ένα διαφορετικό παρόν για τους ίδιους ή μέλλον για όσους θα ακολουθούσαν…

Τα παιδιά στη Βιομηχανική Επανάσταση

Η Βρετανία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως η χώρα που βίωσε τη Βιομηχανική Επανάσταση σε όλε της τις εκφάνσεις. Τα εργοστάσια πολλαπλασιάστηκαν όπως και οι κλωστοϋφαντουργίες και τα ανθρακωρυχεία, και γύρω από αυτά αναπτύχθηκαν άναρχα οι παραγκουπόλεις των εργατών. Το “παιδικό εργατικό δυναμικό” ήταν άφθονο, φθηνό, καταλληλότερο από τους ενήλικες για να φέρει σε πέρας μια σειρά απαιτητικών εργασιών και φυσικά είχε ακόμη λιγότερα μέσα αντίδρασης. Άρα ήταν και προτιμητέο.

Την ίδια περίοδο όμως (1760-1860), οπότε η Βρετανία ζούσε σε ρυθμούς Βιομηχανικής Επανάστασης, η Ευρώπη -και όχι μόνο- συνταρασσόταν από την “Άνοιξη των Λαών” ενώ τα ιδεώδη της Γαλλικής Επανάστασης παρέμεναν ζωντανά. Θέματα που αφορούσαν τα ανθρώπινα δικαιώματα και στη συνέχεια τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας άρχιζαν πλέον να απασχολούν εντονότερα μερίδες ανήσυχων πολιτών.

Η Βρετανία δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Το γεγονός μάλιστα ότι ήταν η ευρωπαϊκή “μήτρα” της Επανάστασης καθιστούσε και τα προβλήματα της εργατικής τάξης οξύτερα, μέσα σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον, έναν διαρκή μετασχηματισμό όχι μόνο της οικονομίας αλλά και της κοινωνίας, επηρεάζοντας αυτή έως τον πυρήνα της, την οικογένεια.

Ήταν η κοινωνία του Καρόλου Ντίκενς, συγγραφέα του «Όλιβερ Τουίστ». Σημαντικός αριθμός ορφανών ή παιδιών φτωχών οικογενειών εργάζονταν σε εργοστάσια, σιδηροδρομικούς σταθμούς, ανθρακωρυχεία, κλωστοϋφαντουργία, ναυπηγεία, ως καθαριστές καμινάδων κ.α.

"Τα κορίτσια μου έπιανα δουλειά στις 3 το πρωί τελείωναν στις 10το βράδυ... Τα τραντάζαμε διαρκώς ενώ τα ντύναμε για να ξυπνήσουν...Έπρεπε να τα κουνάμε συνέχεια και όταν τα ταΐζαμε κι αυτά διαρκώς τα έπαιρνε ο ύπνος με το φαΐ στο στόμα"

Σάμουελ Κούλσον, πατέρας κοριτσιών- εργατριών

Πολλά από τα παιδιά ξεκινούσαν τον εργασιακό τους βίο ακόμη και από την ηλικία των πέντε ετών και βρίσκονταν στο απόλυτο έλεος των αφεντικών τους η οποίοι συχνά τα απασχολούσαν ακόμη και επί 16 ώρες την ημέρα, χωρίς καν διάλειμμα για φαγητό. Τα παιδιά δε που καθάριζαν καμινάδες συχνά δεν τα τάιζαν για να μην αναπτυχθούν ή παχύνουν και δεν μπορούν να «γλιστρήσουν» μέσα σε αυτές. Τα αφεντικά τους είχαν απόλυτη ελευθερία να επιβάλλουν την πειθαρχία διά της άσκησης σωματικής βίας- με κάθε πρόσφορο μέσο- ενώ ο ψυχολογικός εκβιασμός ήταν καθημερινό φαινόμενο.

Οι συνθήκες εργασίας ήταν απερίγραπτες και κατά κανόνα τα καθήκοντα που αναλάμβαναν οι μικροί εργάτες ήταν τα πιο επικίνδυνα. Τα ατυχήματα ή δυστυχήματα ήταν συνηθισμένα, ενώ τα περισσότερα από τα παιδιά παρουσίαζαν προβλήματα στην ανάπτυξη ή εμφάνιζαν μόνιμα προβλήματα υγείας και κυρίως μυοσκελετικές παραμορφώσεις, δερματικές ασθένειες και πνευμονικά προβλήματα.

Kατά τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα όταν το ζήτημα της παιδικής εργασίας και η ανάγκη να τεθούν κανόνες που θα περιόριζαν την αυθαιρεσία των εργοδοτών τέθηκε σε ανώτατο επίπεδο. Όπως όμως αποδείχθηκε οι αντιστάσεις των επιχειρηματιών ήταν μεγάλες και το θέμα είχε δυναμική που προκάλεσε σοβαρές αναταράξεις στη Βουλή των Κοινοτήτων διαιρώντας τις κατά παράδοση συμπαγείς κοινοβουλευτικές ομάδες, των Φιλελεύθερων και των Συντηρητικών.

Τα πρώτα δικαιώματα μέσα από τις αφηγήσεις των παιδιών

Οι πρώτοι νόμοι (Factory Acts) υιοθετήθηκαν το 1819, μετά μάλιστα από την επίμονη στάση του βιομήχανου Ρόμπερτ Όουεν, αλλά τα βήματα που έγιναν δεν ήταν αρκετά τολμηρά αφού οι αντιδράσεις ήταν μεγάλες. Οι περιορισμοί δεν αφορούσαν όλους τους κλάδους ενώ το ηλικιακό όριο των 9 ετών και ο περιορισμός του ωραρίου στις 12 ώρες, ουσιαστικά δεν τηρήθηκαν ενώ αργότερα ο νόμος ουσιαστικά «ακυρώθηκε» με δικαστικές αποφάσεις.

Υπήρχαν όμως αρκετοί επίμονοι, όπως αποδείχθηκε, υποστηρικτές της ανάγκης να τεθούν αυστηρότεροι κανόνες οι οποίοι θα συνδυάζονταν με τα δικαίωματα των παιδιών στην εκπαίδευση, στην ξεκούραση και στο παιχνίδι.

"Γεμίζω ένα καρότσι με 100 ως 140 κιλά κάρβουνο, το δένω με την αλυσίδα του απ’ τη μέση μου και το μεταφέρω σέρνοντάς το 300-350 μέτρων, μέσα σ’ ένα άνοιγμα 60 ή 70 εκατοστών γεμάτο νερά και λάσπες. Σέρνομαι στη γη με τα χέρια και τα πόδια".

17χρονη εργάτρια Μεταξύ αυτών ο Συντηρητικός Ρίτσαρντ Όλστερ ο οποίος συγκλόνισε τη Βρετανία με τη δημοσίευση επιστολής του υπό τον τίτλο «Η σκλαβιά του Γιόρκσάιρ» μετά το θάνατο 17 παιδιών - εργατών σε εργοστάσιο στον Κόλν Μπρίτζ. Σε αυτή περιέγραφε τις φρικώδεις συνθήκες εργασίας παιδιών στα εργοστάσια βασιζόμενος μάλιστα σε πληροφορίες από έναν ιδιοκτήτη εργοστασίου.

Από τους μεγαλύτερους όμως μαχητές των δικαιωμάτων των παιδιών, αν και όχι με το πλήρες σημερινό περιεχόμενο, ήταν ο Μάικλ Σάντλερ και ο Λόρδος Άσλεϋ της συντηρητικής πτέρυγας ο οποίος συγκρούστηκε ανοιχτά με τους κομματικούς του συντρόφους τους οποίους κατηγόρησε ότι δεν στήριζαν την προσπάθειά του σε αντίθεση με τους αντιπάλους του, του κόμματος των Φιλελευθέρων.

Ο Σάντλερ αρχικά και ο λόρδος Άσλευ στη συνέχεια, ανέλαβαν να συγκεντρώσουν όλο το απαραίτητο υλικό, λαμβάνοντας καταθέσεις προκειμένου να σχηματίσουν μια ολοκληρωμένη εικόνα για τις συνθήκες εργασίας των ανηλίκων.

Η ‘’Επιτροπή Παιδικής Εργασίας στα Εργοστάσια’’, συγκέντρωσε ένα τεράστιο όγκο καταθέσεων οι οποίες καταχωρήθηκαν σε βιβλίο, έφεραν αύξοντα αριθμό και μαζί με το πόρισμα της Επιτροπής τέθηκαν υπ’ όψιν της κυβέρνησης. Αυτό το αρχείο αποτελεί μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς στους μελετητές θεμάτων παιδικής εργασία κυρίως γιατί περιλαμβάνει καταθέσεις των ίδιων των παιδιών.

Αυτό άλλωστε είναι και ένα ένα από τα πλέον αξιοσημείωτα στοιχεία του έργου της Επιτροπής. Ο λόγος δίδεται στα παιδιά. Οι μικρές και μικροί εργάτριες και εργάτες, στο πλαίσιο του έργου της Επιτροπής αποκτούν φωνή κάτι που εκείνη την εποχή ήταν ανήκουστο ακόμη και για τους ενήλικες εργάτες. Οι αφηγήσεις τους για τους εξουθενωτικούς όρους εργασίας στους οποίους αναγκάζονταν να πειθαρχήσουν και οι συνέπειες αυτών «ζωντάνεψαν» μέσα στις αίθουσες συνεδριάσεων της Επιτροπής και άνοιξαν το δρόμο για να συζητηθεί για πρώτη φορά, ουσιαστικά, το θέμα «δικαιώματα του παιδιού».

Τελικά μετά από αρκετές οπισθοχωρήσεις, εκπτώσεις, αντιπαλότητες και κοινοβουλευτικές μάχες, το 1833 πέρασε νόμος ο οποίος απαγόρευε τελικά την εργασία σε παιδιά κάτω των 9 ετών- αν και όχι σε όλους τους κλάδους- ενώ ακολούθησαν αρκετες ακόμη νομοθετικές πράξεις που σταδιακά μείωσαν τη διάρκεια εργασίας στις 8 ώρες ενώ εισήχθη και πρόβλεψη για τουλάχιστον δύο ώρες εκπαίδευσης ημερησίως. Αυτά ήταν τα πρώτα ουσιαστικά βήματα ενώ αργότερα, το 1901 νέος νόμος προέβλεπε, μεταξύ άλλων, την απαγόρευση εργασίας σε παιδιά μικρότερα των 12 ετών. οι αγώνες όμως κατά της παιδικής εργασίας συνεχίστηκαν και...συνεχίζονται.

Κάπως, έτσι άνοιξε ο δρόμος για να φτάσουμε στη Διεθνή Συνθήκη για τα Δικαιώματα του Παιδιού του ΟΗΕ (1989), χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται από τη Συνθήκη, είναι πάντα σεβαστά ακόμη και από τις συμβαλλόμενες χώρες…

Κάποιες μάλιστα από τις ιστορίες που διηγήθηκαν τα παιδιά- εργάτες της Βρετανίας, αντιστοιχούν σε σημερινές ιστορίες παιδιών ανά τον κόσμο που συνεχίζουν να μην έχουν φωνή…

Sponsored Post