Παίζοντας «κόντρα» για την κοινή νίκη

Δύο πιάνα/δύο πιανίστες στο Μέγαρο Μουσικής
Ο Χρίστος Παπαγεωργίου (πίσω) και ο Αναστάσιος Πάππας
Ο Χρίστος Παπαγεωργίου (πίσω) και ο Αναστάσιος Πάππας
.

Η συναυλία των Χρίστου Παπαγεωργίου και Αναστάσιου Πάππα στο πλαίσιο του κύκλου «Ελληνες Σολίστ» του ΜΜΑ ήταν από τις καλύτερες μέχρι τώρα της εφετινής σεζόν καθώς δεν διέθετε απλά πολύ υψηλή μουσικότητα και δεξιοτεχνία αλλά και ένα πολύ έξυπνα επιλεγμένο πρόγραμμα και κυρίως αξιοποιούσε άριστα τόσο τις δυνατότητες δύο αληθινών βιρτουόζων όσο και του κοινού οργάνου τους, του πιάνου.

Η ιδέα για αυτή τη συναυλία ήταν πολύ απλή, δύο καταξιωμένοι στην κλασική μουσική σολίστ του πιάνου να παίξουν, χωριστά και μαζί, έργα μη κλασικά αλλά από άλλα ιδιώματα, κατά κύριο λόγο jazz, με κλασικό και…όχι μόνο πρώτο. Θα πω εξαρχής ότι λειτούργησε και με το παραπάνω, περισσότερο ίσως ακόμα και από το αναμενόμενο.

Αυτό φάνηκε ήδη από το ξεκίνημα με το «Heartland», μια πραγματικά υπέροχη, ακριβώς στο μεταίχμιο jazz και κλασικής, σύνθεση του μεγάλου Keith Jarretτ που απέδωσε υποδειγματικά ο Αναστάσιος Πάππας.

Στη συνέχεια, μαζί με τον Χρίστο Παπαγεωργίου, έπαιξαν τρία αποσπάσματα από την σουίτα «Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας» του Περικλή Κούκου, έργου ιδιαίτερα πολυσυλλεκτικού ως προς το ύφος και υψηλών δεξιοτεχνικών απαιτήσεων στο οποίο ανταποκρίθηκαν απόλυτα και με τέλειο μεταξύ τους συντονισμό.

Ακολούθησε η τετραμερής Σουίτα για δύο πιάνα του Βρετανού συνθέτη και πιανίστα Richard Rodney Bennett (1936 – 2012) ο οποίος ασχολήθηκε με μια αξιοσημείωτη ποικιλία ιδιωμάτων, λόγιες συνθέσεις για ορχήστρα και μικρότερα σύνολα, κινηματογραφική και θεατρική μουσική αλλά και jazz που την αγαπούσε ιδιαίτερα και επιδόθηκε σε αυτήν και ως πιανίστας, ακόμα και σαν ερμηνευτής περιστασιακά. Το συγκεκριμένο έργο συνοψίζει τόσο αυτή την προσέγγιση του στην μουσική όσο και το πνεύμα και την ιδέα της συναυλίας και αποδόθηκε θαυμάσια, με έμπνευση και σχεδόν…«ομοψυχία» όπως το απαιτεί από τους δύο σολίστ.

Ο Χρήστος Παπαγεωργίου
Ο Χρήστος Παπαγεωργίου
.

Στη συνέχεια ο Χρίστος Παπαγεωργίου παρουσίασε την σύνθεση του «Προσευχή και Αυτοσχεδιασμός στο όνομα του K.J.:, έναν φόρο τιμής γενικότερα στην jazz και ειδικότερα στον Keith Jarretτ που ανέδειξε την δεξιοτεχνία του πριν το πρώτο μέρος ολοκληρωθεί με το έργο του «The Musical Suite» το οποίο κινείται στην ίδια κατεύθυνση αλλά με όχημα δύο πιάνα και όχι ένα.

Το δεύτερο μέρος ήταν εξολοκλήρου αφιερωμένο σε ένα έργο που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Ο Γάλλος συνθέτης και πιανίστας Claude Bolling (1930 – 2020) ήταν μια αρκούντως ιδιαίτερη περίπτωση δημιουργού. Αν και είχε κλασική μουσική παιδεία από την εφηβική ήδη ηλικία του πρωτοστάτησε στην jazz σκηνή της χώρας του και ασχολήθηκε πάρα πολύ με την κινηματογραφική μουσική. Εκτός όμως από τις αμιγώς jazz συνθέσεις του ένα πολύ μεγάλο μέρος του έργου του βασίζεται στην προσπάθεια του να συνυπάρξουν αρμονικά εντός της ίδιας σύνθεσης η jazz και η κλασική μουσική, κάτι που πάντα κατόρθωνε με ευφυή και πολύ όμορφο τρόπο. Μια ιδιαίτερη κατηγορία έργων του είναι αυτή για μικρά jazz σύνολα, κατά κανόνα τρίο, στα οποία πρωταγωνιστεί το πιάνο (που βέβαια έπαιζε ο ίδιος) και ενός οργάνου ορχήστρας. Στο πλαίσιο αυτής έγραψε και δύο Σονάτες για δύο πιάνα, κοντραμπάσο και ντραμς η δεύτερη εκ των οποίων αποτέλεσε το δεύτερο μέρος της συναυλίας.

Πρόκειται για έργο ευφάνταστο, με πολλές και συνεχείς εναλλαγές, αρκετά σύνθετη δομή αλλά και πολύ ευχάριστο για το ακροατήριο. Με την σύμπραξη άλλων δύο εξαίρετων μουσικών, του κοντραμπασίστα Τεό Λαζάρου και τον ντράμερ Νίκου Κασσαβέτη, τον Αναστάσιο Πάππα στο jazz πιάνο και τον Χρίστο Παπαγεωργίου στο κλασικό αποδόθηκε αριστοτεχνικά, με πολύ κέφι, υψηλή ενέργεια και τους μουσικούς φανερά να το απολαμβάνουν όσο και το κοινό.

Ο Αναστάσιος Παππάς
Ο Αναστάσιος Παππάς
.

Το φινάλε ήταν ένα κλασικό jazz τραγούδι, το «The Man I Love» του George Gershwin, σε μετεγγραφή του Αναστάσιου Πάππα για δύο πιάνα, κοντραμπάσο και ντραμς με επιπλέον έκπληξη τα εμβόλιμα «ψήγματα» γνωστών ποπ τραγουδιών του διεθνούς ρεπερτορίου. Το ίδιο κουαρτέτο το εκτέλεσε άψογα, με πολύ καλή «χημεία» των μουσικών και αρκετούς αυτοσχεδιασμούς όλων τους.

Ηταν η ταιριαστή και σαγηνευτική κατάληξη μιας συναυλίας που διέρρηξε στην πράξη - αλλά με καθόλου «βίαια» μα αντίθετα απόλυτα φυσικό τρόπο και με σεβασμό στο έπακρο στο πνεύμα και την φύση αμφοτέρων – των ορίων της jazz και της κλασικής μουσικής από δύο κορυφαίους σολίστ οι οποίοι όχι μόνο κατέχουν σε υπερθετικό βαθμό το κοινό όργανο τους αλλά και έχουν το όχι και τόσο συνηθισμένο προτέρημα να κινούνται με πολύ μεγάλη ευελιξία και άνεση σε μια γκάμα ρεπερτορίου πολύ ευρύτερη από το «κυρίως αντικείμενο» τους.