ΤΟ BLOG
10/06/2019 11:07 EEST | Updated 10/06/2019 15:51 EEST

Πλάτη με πλάτη

Οι παραλιακοί δήμοι βλέπουν τη θάλασσα να απομακρύνεται.

Ακόμη και οι πολιτικοί που ευαγγελίζονταν νέα ήθη δεν ξέφυγαν από τη γνώριμη, φαιδρή παράδοση των προεκλογικών εγκαινίων οδικών έργων, συνήθως ημιτελών. Λίγες ώρες πριν ανοίξουν οι κάλπες της επαναληπτικής εκλογής, η απερχόμενη περιφερειάρχης Αττικής φωτογραφήθηκε με φόντο τη μισή παραλιακή του Φαλήρου – τον κλάδο προς ανατολάς που παραδόθηκε στην κυκλοφορία μετά από ένα μνημειώδες 24ωρο μποτιλιάρισμα.

Σχεδόν εξίσου κραυγαλέο με αυτή τη χρονική επιλογή είναι το γεγονός ότι, ακόμη και μετά την ολοκλήρωσή του, το νέο οδικό τμήμα (κόστους 150 εκατομμυρίων ευρώ) θα έχει μηδενική συνεισφορά στην διαχείριση των κυκλοφοριακών αναγκών. Αφενός, η κυκλοφοριακή ικανότητα δεν μεγαλώνει, μένοντας στις τέσσερις λωρίδες ανά κατεύθυνση όπως και πριν, χωρίς καμία νέα ή διευρυμένη σύνδεση. Αφετέρου, η προσθήκη σηράγγων εξ ορισμού αυξάνει (συγκρινόμενη με την ανοικτή οδοποιία) την επικινδυνότητα όπως και το κόστος λειτουργίας και συντήρησης σε αυτά τα σκάρτα δύο χιλιόμετρα.

Η παραλιακή που ξέραμε τα τελευταία σαράντα περίπου χρόνια, όπως και η συνεχόμενή της Συγγρού με την ομοίως ελεύθερη ροή, ήταν έργα προχωρημένα για την εποχή τους – εξασφαλίζοντας λύσεις στα κυκλοφοριακά ζητήματα πριν καν αυτά εκδηλωθούν. Στην αρχή της λειτουργίας τους, η κίνηση ήταν τόσο χαμηλή που τα βράδια μετατρέπονταν σε αυτοσχέδιες πίστες αγώνων, ενώ οι υπόγειες διαβάσεις τους «φιλοξενούσαν» μπόλικη νυχτερινή ανομία.

Παρόλο που στη συνέχεια αυτή η παράκαμψη της Ποσειδώνος / Εθνάρχου Μακαρίου έγινε απαραίτητο στοιχείο της ομαλής κυκλοφοριακής λειτουργίας της πρωτεύουσας, ενδιαφέρον είναι το ότι η -κατά τα άλλα κομβική- μελέτη Σμιθ για το κυκλοφοριακό της Αθήνας δεν είχε προβλέψει την δημιουργία νέας παραλιακής, κρίνοντας ότι η Αθήνα αναπτυσσόταν προς τα βόρεια και γι’ αυτό προείχε η αναβάθμιση των αξόνων βορρά-νότου (κυρίως) σε «ελεύθερες λεωφόρους».

Το τουριστικό μπουμ της δεκαετίας του Ζορμπά άλλαξε πολλά στον τρόπο που έβλεπε η Ελλάδα την ανάπτυξη εν γένει. Την επόμενη κιόλας χρονιά από τα χορευτικά κατορθώματα του Άντονυ Κουίν (1965), ο ΕΟΤ προκήρυξε αρχιτεκτονικό διαγωνισμό για το μέτωπο του Φαληρικού Όρμου. Μέρος των υποχρεωτικών διαμορφώσεων ήταν η κυκλοφοριακή αναμόρφωση της περιοχής, με νέο οδικό άξονα και ανισόπεδους κόμβους.

Η καθηγήτρια Μαρία Μάρκου αναφέρει ότι ένας από τους μελετητές αρχιτέκτονες περιγράφει με χαρακτηριστικό τρόπο τη μελλοντική παραλιακή λεωφόρο: Χάρη σε αυτήν, ο «αξιοποιούμενος» χώρος με τις ξενοδοχειακές και λουτρικές εγκαταστάσεις, όχι μόνο «δεν ενοχλείται από την πυκνή κυκλοφορία» αλλά, το κυριότερο, «οπτικά αποκολλάται από την πίσω του περιοχή που βρίσκεται (και θα βρίσκεται για πολύ καιρό ακόμα) σε άθλια κατάσταση».

Η «πίσω περιοχή» δεν είναι άλλη από τις περιοχές που μεσολαβούν ανάμεσα στο Παλαιό και το Νέο Φάληρο. Η Καλλιθέα και το Μοσχάτο, μεσοπολεμικές γειτονιές προσφύγων και εργατών, είχαν τα κέντρα αναφοράς τους όχι στη θάλασσα αλλά γύρω από τους αντίστοιχους σταθμούς του Ηλεκτρικού. Οι παραλιακές εγκαταστάσεις αναψυχής, ιδίως στην Μπελ Επόκ του εμβληματικού «Ακταίου», βρίσκονταν στις στέρεες άκρες του φαληρικού όρμου – ενώ η ενδιάμεση έκταση μάλλον υπέφερε από το νερό παρά το επιθυμούσε.

Το Μοσχάτο, ειδικά, είναι (τηρουμένων των αναλογιών) το πρώτο ελληνικό πόλντερ – η περιοχή του παλιού κοινού δέλτα των Κηφισού και Ιλισού που, μετά την εκτροπή του τελευταίου, ανακτήθηκε και έγινε μέρος του αττικού αστικού χώρου. Όχι χωρίς προβλήματα: παρά τα αντιθέτως λεγόμενα, οι πλημμύρες της περιοχής δεν αποτελούν αποτέλεσμα των παραλιακών επιχωματώσεων του 1968 αλλά υπήρχαν από την αρχαιότητα (όπως και σε όλη την έκταση του έλους του «Αλιπέδου») και έχουν αποτυπωθεί και στο περίφημο ρεμπέτικο του Βαμβακάρη, χρονολογίας 1934.

Ήταν, ωστόσο, εύλογο το αίτημα των παραλιακών δήμων να έχουν τη δική τους πρόσβαση στη θάλασσα – ανεξάρτητα από τη ματαίωση, κυρίως λόγω ρύπανσης, των σχεδίων τουριστικής ανάπτυξης. Και ήταν θλιβερή εξέλιξη η απώλεια της μεγάλης ευκαιρίας που έδιναν οι Ολυμπιακοί του 2004. Όταν «έσβησαν τα φώτα» των Αγώνων, το παράκτιο μέτωπο έγινε σύμβολο της εγκατάλειψης ακόμη και αυτών των περιορισμένων υποδομών που έδωσαν μια διαφορετική, έως και σέξυ (βοηθούντος και του beach volleyball), όψη στην παραλία – κι όσο για το Μοσχάτο και την Καλλιθέα, συνέχισαν να ζητούν «μια φέτα» από το όνειρο.

Δεν θα την αποκτήσουν όπως θα την ήθελαν, ακόμη και (ότ)αν ολοκληρωθούν οι εργασίες της παραλίας. Τα αρχικά σχέδια για μετατροπή της ζώνης σε νησί έχουν δώσει τη θέση τους σε υπερυψωμένες και στεγνές «αντιπλημμυρικές τάφρους». Ο δε μετατοπισμένος αυτοκινητόδρομος θα καλυφθεί, στην περιοχή των τούνελ, με τεχνητούς λόφους – οπτικό εμπόδιο ψηλότερο και από το «τείχος του αίσχους» που, γύρω στο 1980, έκρυψε τον Σαρωνικό από τους διερχόμενους στην «παλιά» λεωφόρο.

Η θάλασσα θα απομακρυνθεί κι άλλο. Κι όσο κι αν δείχνουν όμορφες οι εξέδρες του Ρέντζο Πιάνο, σε αναβίωση υποτίθεται της παλιάς φαληρικής λουτρόπολης, πιθανότατα θα προσεγγίζονται με αυτοκίνητο (προκαλώντας πρόσθετες περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις) από τους περισσότερους επισκέπτες τους, όπως και η υπόλοιπη «αθηναϊκή ριβιέρα». Συμπεριλαμβανομένου του νέου, αναμφισβήτητα σημαντικού τοπόσημου του Ιδρύματος «Σταύρος Νιάρχος», που για κάποια ακόμη χρόνια θα είναι ο σοβαρότερος λόγος για να βρεθεί κανείς στην περιοχή. Διδαγμένος, πιθανότατα, από την ιστορία των «ράβε-ξήλωνε» της παραλίας, ο Ιταλός αρχιτέκτονας φρόντισε να σχεδιάσει το Κέντρο Πολιτισμού εφαρμόζοντας μια ειρωνική αντιστροφή της προσέγγισης των Ελλήνων συναδέλφων του από τα sixties: προσανατολίζοντάς το προς την Ακρόπολη και το εσωτερικό του λεκανοπεδίου – και γυρίζοντας την πλάτη στο Φαληρικό Δέλτα και στην, επίμονη, «άθλια κατάστασή» του.