ΤΟ BLOG
08/07/2019 14:00 EEST | Updated 08/07/2019 14:00 EEST

Πολιτικός διπολισμός  και κοινωνικά στρατόπεδα

Μια ιστορική αναδρομή για την πορεία της Αριστεράς και της Δεξιάς με σκοπό την κατανόηση του εκλογικού αποτελέσματος, αλλά και για το μέλλον των δύο υπαρκτών πολιτικών πόλων.

ASSOCIATED PRESS

Εάν  η μακρά περίοδος της μεταπολίτευσης στηρίχτηκε πολιτικά σε ένα σύστημα ατελούς δικομματισμού (δύο μεγάλα κόμματα που συγκέντρωναν το 80% των ψήφων τουλάχιστο και δυο ή τρία μικρότερα κόμματα, συνήθως της αριστεράς ή κάποτε και της ακροδεξιάς) η περίοδος των μνημονίων εμφανίστηκε ως  η αμφισβήτηση αυτού του ισχυρού διπολισμού.

Πλέον, στις εκλογές της μνημονιακής περιόδου οι πυλώνες του δικομματισμού περιορίζονται, κάποτε ακόμα και κάτω από το 50% των ψήφων, ενώ αναδεικνύονται νέες πολιτικές δυνάμεις. Έτσι, είτε ενισχύονται δραματικά παλαιότερα μικρά κόμματα (ο ΣΥΡΙΖΑ θα εκτιναχθεί από το 4% στο 36%  και η Χρυσή Αυγή από το 0,2% στο 9%) ) είτε εμφανίζονται «από το πουθενά» νέα πολιτικά σχήματα (ΑΝΕΛ, Ποτάμι, ΔΗΜΑΡ, ΛΑΕ κ.λπ.).  Επρόκειτο για μια αντανάκλαση στο πολιτικό πεδίο των βαθύτατων και αιφνίδιων αλλαγών που παρατηρούνταν στην κοινωνία και την οικονομία μετά την οικονομική καταστροφή και την επιβολή των μνημονίων.

Ωστόσο κατά την σχετικά μακρά περίοδο της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ η φορά των εξελίξεων έτεινε μάλλον να αντιστραφεί και το πολιτικό σύστημα να επιστρέψει εκ νέου, αργά αλλά σταθερά, σε έναν λιγότερο έντονο, αλλά εντούτοις υπαρκτό διπολισμό, όπου ο ΣΥΡΙΖΑ τείνει να αντικαταστήσει το ΠΑΣΟΚ ως ο δεύτερος πόλος του πολιτικού συστήματος. Γι’ αυτό και, σταδιακώς, πολλά από τα κόμματα που αναδείχθηκαν κατά την εποχή των μνημονίων συρρικνώνονται (Χρυσή Αυγή, ΛΑΕ, Ένωση Κεντρώων) ή ακόμα και εξαφανίζονται (ΑΝΕΛ, Ποτάμι, ΔΗΜΑΡ) χωρίς άλλα νεοεμφανιζόμενα (Ελληνική Λύση, ΜΕΡΑ25) να μπορούν να αναστρέψουν αυτή τη νέα επανενδυνάμωση του διπολισμού που πλέον συγκεντρώνει ποσοστά γύρω στο 70%.

Αυτές οι πραγματικές εξελίξεις αντανακλούν την εκκένωση της παλιάς αντίθεσης μνημόνιο-αντιμνημόνιο, μια και το «μνημόνιο» μεταβλήθηκε σε κανονικότητα, αποδεκτή από την κοινωνία έστω και δια της επιβολής, ενώ και τα τρία τουλάχιστον μεγαλύτερα κόμματα, που έχουν συμμετάσχει σε μνημονιακές κυβερνήσεις εμφανίζονται ή θέλουν να εμφανίζονται  ως μεταμνημονιακά.

Επί τη βάσει δε αυτών των εξελίξεων, πολλοί αναλυτές καταλήγουν στο συμπέρασμα πως εισερχόμεθα σε μια νέα περίοδο πολιτικού διπολισμού, όπου, απλώς, μετά από δέκα θυελλώδη χρόνια ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Τσίπρας θα έχουν υποκαταστήσει οριστικά το ΠΑΣΟΚ ως ο δεύτερος πυλώνας αυτού του νέου διπολισμού.

Εν τούτοις, πίσω από αυτή την πολιτική επιφάνεια, υπάρχει μια βαθύτατη αντιπαράθεση διαφορετικών πολιτικών στρατηγικών και κοινωνικών συμμαχιών.

Κατά την πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο το ΠΑΣΟΚ εμφανίστηκε ως επικεφαλής μιας κοινωνικής συμμαχίας των «μικρομεσαίων», δηλαδή των λαϊκών, εργατικών και αγροτικών τάξεων, καθώς κι ενός μεγάλου μέρους των  κατώτερων μεσαίων βιοτεχνικών και εμπορικών στρωμάτων. Η νέα αυτή συμμαχία ζητούσε «ισονομία», δηλαδή ενίσχυση του υποτυπώδους κοινωνικού κράτους και των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων, αύξηση των εισοδημάτων καθώς και πρόσβαση σε έναν κρατικό μηχανισμό, που αποτελούσε ένα κλειστό club της πελατειακής πολιτικής της δεξιάς, με όλη τη σχετική παράδοση (πιστοποιητικά νομιμοφροσύνης κ.λπ.)

Πράγματι το κράτος, σε όλη την μετεμφυλιακή και την πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο, αποτελούσε φέουδο των νικητών του εμφυλίου και κυρίως της δεξιάς. Η άρση αυτού του αποκλεισμού, με την έλευση του ΠΑΣΟΚ, η κατάργηση των εμποδίων στην πρόσβαση στον κρατικό μηχανισμό και η συνακόλουθη διόγκωση του (από 300.000 άτομα στα τέλη της δεκαετίας του 1970, και 7-8% του ενεργού πληθυσμού θα περάσει στα 600.000 δέκα χρόνια αργότερα, για να προσεγγίσει  το εκατομμύριο στη δεκαετία του 2000 και το 23% του ενεργού πλήθυσμού) θα οδηγήσει σε μια ριζική ανατροπή της κοινωνικής συγκρότησης του ΠΑΣΟΚ και της αντίστοιχης  της Αριστεράς που από την εργατική τάξη μετακινείται προς τους δημοσίους υπαλλήλους.

Είναι απολύτως χαρακτηριστική η εξέλιξη  της δύναμης των διαφόρων παρατάξεων στις εκλογές του συνδικαλιστικού οργάνου των δημοσίων υπαλλήλων, της ΑΔΕΔΥ. Στο 24ο Συνέδριο το 1979 την εποχή που στην ΑΔΕΔΥ δεν εκπροσωπούνταν ακόμα οι εκπαιδευτικοί, η δεξιά ξεπερνούσε τα 2/3  των Συνέδρων και πρόεδρος της ΑΔΕΔΥ εξελέγη για μια ακόμα φορά ο Μιχάλης Παπακώστας, υψηλόβαθμο στέλεχος της ΑΔΕΔΥ και στη διάρκεια της δικτατορίας. Όμως η κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα μεταβαλλόταν ταχύτατα και το 1983 η παλιά διοίκηση εξεδιώχθη  από τον Άρειο Πάγο και στο 25 Συνέδριο τον ίδιο χρόνο οι συσχετισμοί μεταβλήθηκαν άρδην. Η κυβερνητική παράταξη πήρε το  53,5%, η Νέα Δημοκρατία το 29% και οι αριστερές παρατάξεις το 17,5%. Ωστόσο μετά την εποχή των μνημονίων το 2016 στο 36ο Συνέδριο οι συσχετισμοί στο εσωτερικό του διπόλου ΠΑΣΟ-Αριστερά θα ανατραπούν δραματικά σε όφελος της τελευταίας. Η ΔΑΚΕ έλαβε μόλις το 21,5% η δε ΠΑΣΚΕ κατέρρευσε χάνοντας πάνω από 25 ποσοστιαίες μονάδες για να περιοριστεί στο 16,8%. Τέλος οι διάφορες αριστερές παρατάξεις πήραν ουσιαστικά πάνω από το 55%! Το κράτος είχε περάσει συνδικαλιστικά τουλάχιστον στα χέρια της Αριστεράς (χαρακτηριστικά δύο αριστερίστικες παρατάξεις έφθασαν το 21%!). Ακόμα πιο δραματικές υπήρξαν οι εξελίξεις στον χώρο των εκπαιδευτικών  που αποτελούν το σημαντικότερο πλέον αριθμητικά κλάδο του κρατικού μηχανισμού. Στο 18ο Συνέδριο της ΟΛΜΕ, το 2016 το ΠΑΣΟΚ θα καταβαραθρωθεί στο 9,3%, η Αριστερά θα φθάσει το 58% περίπου και η ΔΑΚΕ στο 30, 7%. 

Δηλαδή στη διάρκεια της μεταπολιτευτικής περιόδου δεν διαπιστώνουμε μόνο μια διόγκωση του κράτους που ξεπερνάει κατά πολύ τις δυνατότητες συντήρησής του από μια συρρικνούμενη ελληνική οικονομία, μια και ο κρατικός προϋπολογισμός φθάνει στο 55% του ΑΕΠ. Ταυτόχρονα πραγματοποιείται και μια κοινωνική μετατόπιση της κεντροαριστεράς αρχικώς και της Αριστεράς εν συνεχεία. Πλέον ο κρατισμός έχει μετακομίσει και στην Ελλάδα από την Δεξιά στην Αριστερά. Μετατόπιση που στις συνθήκες της μνημονιακής κρίσης θα οδηγήσει  τους δημοσίους υπαλλήλους να εγκαταλείψουν ακόμα και το ΠΑΣΟΚ και να μετακινηθούν προς την Αριστερά και μάλιστα την Άκρα Αριστερά. Κατά παράδοξο, εκ πρώτης όψεως, τρόπο, όσο πιο αριστερά στην κλίμακα των πολιτικών ομαδοποιήσεων  μετακινούμαστε, τόσο μεγαλύτερο το ποσοστό τους στον χώρο των δημοσίων υπαλλήλων! Επί παραδείγματι η Ανταρσύα και η ΛΑΕ με ποσοστό 0, 7% στις τελευταίες εκλογές συγκέντρωναν κοντά στο 20% στις εκλογές των νοσοκομειακών γιατρών!

Παράλληλα με αυτή την θηριώδη ενίσχυση του κρατικού τομέα, το ΠΑΣΟΚ αρχικά και η Αριστερά στη συνέχεια (που αποτελούν το κυρίαρχο ιδεολογικοπολιτικό continuum της μεταπολίτευσης) συνδέονται στενά και με το κεφάλαιο των κάθε είδους προμηθευτών του δημοσίου: Κατασκευαστικές εταιρείες και προμηθευτές ηλεκτρολογικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού (Κόκκαλης, Μπόμπολας κ.λπ) εταιρείες διυλιστηρίων και πετρελαιοειδών (Βαρδινογιάννης), επιχειρηματίες τύπου (Ψυχάρης κ.ά) χρεωμένοι επιχειρηματίες (Κοντομηνάς, Καλογρίτσας) κ,λπ. κ.λπ. Όλοι αυτοί συνδέονται προνομιακά με την κεντροαριστερά/αριστερά (είτε στην Πασοκική είτε στην Συριζαϊκή εκδοχή τους) και θέτουν στην υπηρεσία της και τα ΜΜΕ τα οποία ελέγχουν. Μαζί τους ένα μεγάλο μέρος των διανοουμένων, εξαρτημένων από την κρατική πολιτική και παραγγελίες, στον χώρο των Πανεπιστημίων και των καλλιτεχνών. Τελευταίο, «λαϊκό», συμπλήρωμα αυτής της νέας κοινωνικής συμμαχίας είναι τα κατεστραμμένα τμήματα των λαϊκών τάξεων και των μικρομεσαίων στρωμάτων που δεν ελπίζουν πλέον να επανέλθουν στον χώρο της παραγωγής και μειονότητες που επιβιώνουν μέσω της επιδοματικής πολιτικής (τσιγγάνοι, επιδοτούμενοι κάθε είδους, περιθωριοποιημένα στρώματα) που αγγιστρώνονται στο κοινωνικό κράτος κουρελού του ΣΥΡΙΖΑ.

Αντιστοίχως μεταβλήθηκε σε βάθος και η κοινωνική σύνθεση της Δεξιάς. Η παλιά καραμανλική δεξιά αποτελούσε μια προνομιακή κοινωνική συμμαχία της ιδιωτικής επιχειρηματικής τάξης, μικρής και μεγάλης, με τον κρατικό μηχανισμό. Μέσα από τις αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν στα σαρανταπέντε χρόνια της μεταπολίτευσης και ιδιαίτερα στα μνημονιακά χρόνια, όχι μόνο απώλεσε την κυριαρχία της στον κρατικό μηχανισμό αλλά έχασε και ένα μεγάλο μέρος της κοινωνικής της βάσης. Πράγματι η συρρίκνωση κατά 40% τουλάχιστον του αριθμού των μικρομεσαίων και των ελευθέρων επαγγελματιών στη διάρκεια των τελευταίων δέκα χρόνων και η αυξανόμενη αποβιομηχανοποίηση αποδυνάμωσαν έτι περαιτέρω την παραδοσιακή κοινωνική βάση της δεξιάς. Ταυτόχρονα έστρεψαν τους «μικρομεσαίους» του παραγωγικού και του εμπορικού τομέα , για πρώτη φορά στην ελληνική ιστορία, προς μια έντονα αντικρατιστική ιδεολογία. Εξ ου και η συμμαχία τους με τα μη κρατικοδίαιτα στρώματα της αστικής τάξης. Καθόλου τυχαία τα δύο μεγάλα συγκροτήματα που υποστηρίζουν τη ΝΔ , εκείνο του Σκαι-Καθημερινής- Αλαφούζου και εκείνο του Μαρινάκη, ελέγχονται από εφοπλιστές που δεν δραστηριοποιούνται στην εσωτερική ελληνική αγορά και επομένως δεν εξαρτώνται από τις κρατικές προμήθειες.

Επομένως η σύγκρουση Ν.Δ.–Συριζα εκφράζει την αντιπαράθεση αυτών των μεγάλων κοινωνικών συνασπισμών, γι’ αυτό και υπήρξε τόσο σφοδρή τα προηγούμενα χρόνια, γι’ αυτό και επί παραδείγματι το ΚΙΝΑΛ δεν μπορεί εύκολα να αποκοπεί απόν ομφάλιο λώρο του κρατισμού και προτίμησε αντίθετα να αποπέμψει τον «αντικρατιστή» Βενιζέλο. Γι’ αυτό και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατέρρευσε όπως πολλοί προσδοκούσαν.

Τα δύο στρατόπεδα είναι σχεδόν ισομεγέθη αλλά το κρατικιστικό μοντέλο έχει ηττηθεί ιδεολογικά και πολιτικά και αυτό δεν αποτελεί μια συγκυριακή εξέλιξη, αλλά μια εξέλιξη βάθους που θα καθορίσει την ελληνική κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα για πολλά χρόνια ακόμα. Χωρίς αυτό να σημαίνει όμως και την επιβίωση, ως έχουν σήμερα, των δύο υπαρκτών πολιτικών πόλων, αλλά θα επιφέρει την βαθύτατη μετάλλαξή της ελληνικής πολιτικής ζωής, τέτοια που ίσως δεν μπορούν να τη φανταστούν οι δύο σημερινοί πρωταγωνιστές του διπόλου. Αποτελούν απλώς την απόληξη μιας ιστορικής αντιπαράθεσης και την απαρχή απλώς της νέας. Το μέλλον θα είναι πολύ πιο σύνθετο. Αλλά γι’ αυτά σε ένα άλλο σημείωμα.