LIFE
31/03/2019 17:48 EEST | Updated 31/03/2019 17:50 EEST

Πως τα λιοντάρια έχασαν τη δύναμή τους: Ο ανθρώπινος παράγοντας και το DNA

Tι άλλαξε μέσα σε λίγα χρόνια.

Todd Ryburn Photography via Getty Images

Για περισσότερο από έναν αιώνα, οι ερευνητές έχουν προειδοποιήσει για τον πιθανό αντίκτυπο του κυνηγιού των λιονταριών και άλλων άγριων ζώων στην Αφρική. Τώρα οι επιστήμονες είδαν τα αποτελέσματα αυτής της απειλής, όπως γράφει ο Guardian

Ο αριθμός τους και η ποικιλία τους έχουν μειωθεί, όπως επίσης και η γενετική τους ικανότητα και αντοχή.

Μια ανησυχητική νέα μελέτη αποκάλυψε ότι τα λιοντάρια που είχαν σκοτωθεί από κυνηγούς πριν από περισσότερα από 100 χρόνια, ήταν γενετικά διαφορετικά από αυτά που τώρα κατοικούν στην Αφρική. Η ανακάλυψη είναι ανησυχητική επειδή δείχνει ότι ο αγώνας του είδους για επιβίωση, μπορεί να είναι ακόμη πιο δύσκολος από ότι είχε προηγουμένως θεωρηθεί.  

«Η απώλεια της γενετικής ποικιλομορφίας σημαίνει ότι τα λιοντάρια είναι πλέον λιγότερο ικανά να αντέξουν νέες ασθένειες ή περιβαλλοντικά προβλήματα, όπως ο καύσωνας ή οι ξηρασίες», δήλωσε ο επικεφαλής συγγραφέας Simon Dures, του τμήματος ζωολογίας  του Λονδίνου. «Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να είμαστε ακόμη πιο προσεκτικοί για το πώς προσπαθούμε να τα προστατέψουμε».

Η αυξημένη χρήση της γης από αγρότες καθιστά πιο δύσκολη την αλληλεπίδραση των λιονταριών, μειώνοντας περαιτέρω τη γενετική ποικιλομορφία τους. Στα τέλη του 19ου αιώνα υπήρχαν περίπου 200.000 λιοντάρια του είδους Panthera Leo της Αφρικής. Τότε οι Ευρωπαίοι αποικιοκράτες έφθασαν στην Αφρική και άρχισαν μαζικά να σκοτώνουν τα λιοντάρια. Με λιγότερα από 20.000 λιοντάρια να ζουν πλέον στην Αφρική, το είδος έχει πλέον χαρακτηριστεί ως ευάλωτο.  

«Γνωρίζαμε ότι υπήρξαν σημαντικές μειώσεις στον αριθμό των λιονταριών», δήλωσε ο Dures. «Ωστόσο, δεν γνωρίζαμε πόσο άσχημη γενετική πρόοδο σημείωναν», πρόσθεσε.

Για να λάβει απαντήσεις, η ομάδα χρησιμοποίησε δύο πηγές DNA λιονταριών. Το πρώτο προήλθε από δείγματα που ελήφθησαν από άγρια λιοντάρια στην προστατευόμενη περιοχή Kavango-Zambezi, μια τεράστια περιοχή που εκτείνεται σε τμήματα της Μποτσουάνα, της Ναμίμπια, της Ζάμπια και της Ζιμπάμπουε. Είναι μια από τις μεγαλύτερες περιοχές που έχουν απομείνει στην Αφρική, όπου τα λιοντάρια μπορούν να ζήσουν σχετικά ανενόχλητα.  

Η άλλη πηγή DNA προέρχεται από δείγματα δέρματος και οστών που ελήφθησαν από δείγματα που φυλάσσονται στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας. Αυτά τα λιοντάρια είχαν σκοτωθεί και απεστάλησαν στο μουσείο από εξερευνητές και κυνηγούς μεταξύ 1879 και 1935.  

Το DNA εξήχθη και από τις δύο ομάδες από τους ερευνητές από τη Βρετανία, τη Μποτσουάνα, τη Νότια Αφρική και τη Ναμίμπια  και συγκρίθηκε. «Αυτό που βρήκαμε ήταν εντυπωσιακό», δήλωσε ο Dures. «Η γενετική ποικιλομορφία του σύγχρονου πληθυσμού των λιονταριών είχε μειωθεί κατά περίπου 15%».

Αυτό σημαίνει πως το DNA τους ήταν πλέον πολύ πιο διαφορετικό και όπως αποδείχτηκε τα έκανε πιο ευάλωτα, με σημαντικές επιπτώσεις. Με μια υψηλή γενετική ποικιλομορφία, ένας πληθυσμός οποιουδήποτε ζώου διαθέτει μια ευρύτερη επιλογή διαφορετικών εκδόσεων γονιδίων, σε σχέση έναν πληθυσμό με χαμηλή γενετική ποικιλότητα. 

Επιπλέον, το είδος με υψηλές γενετικές επιδόσεις, είναι σε θέση να αντιμετωπίσει καλύτερα τις περιβαλλοντικές αλλαγές, τις ασθένειες και άλλες απειλές. Η νέα έρευνα έδειξε ότι τα λιοντάρια έχουν χάσει κάποιες από αυτές τις ικανότητες μέσα στα τελευταία 100 χρόνια και υποδηλώνει ότι εμπλέκονται στην αλλαγή αυτή το κυνήγι και η μείωση των οικοτόπων.  

Το πόσο γρήγορα έγινε αυτό ή το πόσο κράτησε, δεν έχει ακόμη εξακριβωθεί, αλλά η έρευνα θα συνεχιστεί και με άλλα δείγματα. Όμως αυτή είναι ήδη μια σημαντική ανακάλυψη. Η αλλαγή του κλίματος απειλεί να προκαλέσει νέες ασθένειες μεταξύ της αφρικανικής άγριας πανίδας και να προκαλέσει έντονες ξηρασίες και καύσωνα. Με μειωμένη γενετική ποικιλομορφία, τα λιοντάρια θα απειληθούν περαιτέρω. Επιπλέον, η αυξημένη χρήση της γης από τους αγρότες καθιστά όλο και πιο δύσκολο για τα λιοντάρια να κινούνται και να αλληλεπιδρούν, μειώνοντας περαιτέρω τη γενετική ποικιλομορφία τους. 

«Είναι ένα σύγχρονο πρόβλημα, αλλά τα προειδοποιητικά σημάδια ήταν εδώ και πολύ καιρό, ορατά», πρόσθεσε ο Dures. 

 Πηγή: Guardian