Προδημοσίευση: «Χαμένοι στη Νάπολη» της Χέντι Γκούντριτς - Μια διπλή ιστορία αγάπης

Δυο νέοι στέκονται απέναντι στον κόσμο, έτοιμοι να ανοιχτούν σε κάθε εμπειρία, να απολαύσουν κάθε χαρά, να εκτεθούν σε κάθε πληγή.
ArtMarie via Getty Images

Η Χέντι είναι μια Αμερικανίδα φοιτήτρια γλωσσολογίας που σπουδάζει στη Νάπολη και μένει στην Ισπανική Συνοικία. Η ζωή στις παλιές πολυκατοικίες είναι φθηνή κι ο κόσμος ζει σε ετοιμόρροπα κτίρια που μοιάζουν κολλημένα το ένα με το άλλο· κτίρια ψηλά, με θέα τον ουρανό και τον Βεζούβιο, με μπαλκόνια και ταράτσες όπου οι φοιτητές περνούν τον χρόνο τους αγναντεύοντας τη Νάπολη, καπνίζοντας και συζητώντας.

Ο Πιέτρο είναι φοιτητής γεωλογίας, γιος μιας αγροτικής οικογένειας δεμένης με τη γη με έναν πρωτόγονο, άρρηκτο δεσμό. Παρόλο που το χωριό του απέχει μόλις εκατό χιλιόμετρα, ο Πιέτρο νιώθει στη Νάπολη τόσο ξένος όσο και η Χέντι.

Το «Χαμένοι στη Νάπολη» της Χέντι Γκούντριτς (εκδόσεις Κλειδάριθμος, μετάφραση Δήμητρα Δότση) είναι μια διπλή ιστορία αγάπης: για την πόλη και για έναν νεαρό άντρα. Δυο νέοι στέκονται απέναντι στον κόσμο, έτοιμοι να ανοιχτούν σε κάθε εμπειρία, να απολαύσουν κάθε χαρά, να εκτεθούν σε κάθε πληγή.

Έγραψαν για το βιβλίο:

«Τοποθετημένο σε μια υποβαθμισμένη γειτονιά, τη γνωστή “Ισπανική Συνοικία” της Νάπολης, διηγείται την ιστορία δυο φοιτητών που ψάχνουν απεγνωσμένα για την αγάπη και το αίσθημα του να ανήκεις σε ένα μέρος». New York Times Book Review

«Ένα πορτρέτο πρώτης αγάπης νοσταλγίας και μετάνοιας». Kirkus Reviews

«Πέρα από τις υποβαθμισμένες, κλειστοφοβικές γειτονιές της Φεράντε και τη βίαιη Γκομόρα («Γόμορρα») του Ρομπέρτο Σαβιάνο, η Χέντι Γκούντριτς δίνει μια τρίτη διάσταση στη Νάπολη, ιδωμένη μέσα από τα μάτια μιας ξένης που, περιέργως, βρήκε την πιο αυθεντική της φωνή ζώντας σε αυτήν». Cristina Taglietti, Corriere della Sera.

Το βιβλίο κυκλοφορεί την 1η Ιουλίου.

Η HuffPost προδημοσιεύει απόσπασμα:

Στο τέλος του καλοκαιριού, αφότου οι φοιτητές (συμπεριλαμβανομένου και του Πιέτρο και του Γκαμπριέλε) έφυγαν για να γυρίσουν πίσω στα πατρικά τους, η Νάπολη έμοιαζε με πόλη φάντασμα. Στην πραγματικότητα, χιλιάδες κάτοικοι είχαν μείνει πίσω, αλλά έκαναν αισθητή την παρουσία τους μονάχα αφού ο ήλιος κατρακυλούσε σαν βόλος πίσω από τον λόφο της Νάπολης, την ώρα που όλη η ανθρωπότητα ξεμύτιζε από τα σπίτια της, φρεσκομπανιαρισμένη, ξύπνια και λαίμαργη. Για πολλές ώρες όμως της ημέρας, οι κάτοικοι ήταν κλειδαμπαρωμένοι στα σπίτια τους, μακριά από τη λάβρα.

Ο καύσωνας της Νάπολης δεν ήταν απλώς μια καυτή ατμόσφαιρα. Ήταν ένα πράγμα. Μια απτή οντότητα, σχεδόν υλική, που ανέδιδε θειάφι στους δρόμους και βούταγε τα γλιτσερά της δάχτυλα στα σκουπίδια, για να σου χαϊδέψει μετά τον αυχένα, τα στήθη, τους γλουτούς.

Ό,τι κι αν έκανες, δεν μπορούσες να τον διαλύσεις. Τρύπωνε ανενόχλητος στα ισόγεια αλλά και στο δωμάτιό σου στον έβδομο όροφο, περνώντας ανεμπόδιστος από το παράθυρο και γλιστρώντας δίπλα σου στο κρεβάτι, πάνω από το οριγκάμι των σεντονιών σου. Σ’ εκείνον τον παραληρηματικό μεσημεριανό ύπνο, ο καύσωνας σε έπνιγε από τον λαιμό, σου έγλειφε τα μαλλιά και δεν σε άφηνε να ησυχάσεις.

Προσπαθούσα να διαβάσω, αλλά το μόνο που ήθελα ήταν να πάω στη θάλασσα. Ούτε κατά διάνοια. Ο κόλπος της Νάπολης, τα νερά του οποίου ήταν κατάλληλα μόνο για να θρέφουν μύδια, λαμπύριζε –εμείς όμως ξέραμε πως ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός– κλείνοντας το μάτι και γελώντας κατάμουτρα σε όσους είχαμε μείνει στην πόλη.

Αποφάσισα ότι θα ήταν πιο εύκολο αν έμενα στο σπίτι της Ρίτα. Όμως κάποιες φορές, όταν τα βράδια πηγαίναμε βόλτα στον παραλιακό δρόμο του Καστελαμάρε ή στο Σορέντο, κοίταζα τον κόλπο που, με εξαίρεση τα κίτρινα σαν ηλεκτροκαρδιογράφημα φώτα στην επιφάνειά του, ήταν κατάμαυρος σαν πίσσα και ήξερα πως απέναντι έστεκε η Νάπολη που με κεραυνοβολούσε με το βλέμμα της. Τυλιγμένη σε μια πορτοκαλιά άλω, έμοιαζε σαν να έλιωνε σιγά σιγά στα αποκαΐδια μιας παλιάς πυρκαγιάς.

Έπρεπε να γυρίσω στην πόλη. Έπρεπε να είμαι εκεί, και στα καλά και στα άσχημα.

Μόλις ο Πιέτρο επέστρεψε στη Νάπολη, έδωσε εξετάσεις στην ιζηματολογία, αλλά δεν τις πέρασε. Αυτό δεν είχε να κάνει τόσο με τις δύο εβδομάδες μας στην Ελλάδα όσο με τις άπειρες αγροτικές δουλειές και τη διπλωματική του στην υδρογεωλογία. Ήταν αδύνατον όμως να δικαιολογηθεί στη μητέρα του όταν χτύπησε το τηλέφωνο.

«Εμπρός;» είπε εκείνος. «Έφαγες;»

Η μητέρα του δεν του απάντησε, παρά μονάχα τον ρώτησε: «Πέρασες το μάθημα;»

«Όχι.»

Του το έκλεισε.

Ο Πιέτρο έμεινε στον καναπέ με το ακουστικό να παραπονιέται στο χέρι του. Κατεβήκαμε προς το ιστορικό κέντρο σχεδόν αμίλητοι. Πέρασα από κόσκινο τη μνήμη μου για να τον παρηγορήσω με κάποιο παρόμοιο ανέκδοτο από τα χρόνια που ο πατέρας μου ήταν φοιτητής γεωλογίας. Δεν μου ήρθε τίποτα στο μυαλό.

Τα σοκάκια γύρω από το πανεπιστήμιο αποδομούνταν σιγά σιγά αντηχώντας συζητήσεις σχετικά με τον

Καρτέσιο και τον Ντεριντά. Οι φοιτητές είχαν ήδη επανακαταλάβει την πόλη. Κι αυτό μεταφραζόταν σε εισπράξεις όχι μόνο για τα παλαιοβιβλιοπωλεία αλλά και για την αγαπημένη μας τρατορία, τη Λα Καμπανιόλα, όπου είχαμε ραντεβού με τη Σόνια και τα παιδιά, και όπου το μενού κάθε μέρα ήταν μια έκπληξη προχειρογραμμένη σ’ έναν πίνακα και ο λογαριασμός ένα κατά προσέγγιση προχειρογραμμένο ποσό πάνω σε λαδόκολλα. Το μέρος αυτό ήταν μια τρύπα που τσιτσίριζε από καλαμαράκια στο λάδι και έξυπνες ατάκες, ενώ η μυρωδιά της τηγανίλας πότιζε με δημοκρατικό τρόπο τα ρούχα όλων ανεξαιρέτως των πελατών: τα τουίντ σακάκια των καθηγητών, τις φόρμες των οικοδόμων λερωμένες με ασβέστες, τα ρετρό πουκάμισα των φοιτητών.

«Να παραγγείλουμε κόκκινο κρασί για όλους», μου είπε ο Πιέτρο. «Even if their red wine sucks.»

Σωστά, είχε παρέλθει η εποχή του λευκού κρασιού.

Και τώρα που είχαμε επιστρέψει στην παράδοξη κανονικότητά μας, δεν γινόταν πια να λειτουργεί η διάλεκτος ως ο μυστικός μας κώδικας.

Ο Πιέτρο έκανε νόημα στον ταβερνιάρη να μας φέρει δύο κανάτες. «Θα ξοδέψω όλα μου τα λεφτά», είπε, «αφού θα με αποκληρώσουν που θα με αποκληρώσουν οι δικοί μου».

«Ένα μάθημα ήταν. Θα το ξαναδώσεις στην επόμενη εξεταστική.»

Λίγα λόγια τη συγγραφέα

Η Χέντι Γκούντριτς γεννήθηκε στην Ουάσινγκτον το 1971 και έζησε επί μία δεκαετία στη Νάπολη. Είναι πτυχιούχος του τμήματος Ξένων Γλωσσών και Λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου Οριεντάλε. Καθηγήτρια σήμερα, τηρεί ένα δίγλωσσο blog στα ιταλικά και τα αγγλικά (Il buono, il brutto e l’ulivo) με θέμα τη μετάφραση, τη λογοτεχνία αλλά και διάφορες ειδήσεις. Ζει στο Όκλαντ της Νέας Ζηλανδίας με τον σύζυγό της και τα δυο τους παιδιά. Το βιβλίο της Χαμένοι στη Νάπολη είναι το πρώτο της μυθιστόρημα και εκδόθηκε για πρώτη φορά στην ιταλική γλώσσα. Στη συνέχεια η ίδια το μετέφρασε στα αγγλικά για την αμερικανική έκδοση, ενώ αναμένεται να εκδοθεί σε δέκα χώρες. Ήταν υποψήφιο για το NZ Booklovers Award 2020.

Δημοφιλή