CULTURE
05/02/2020 13:52 EET

Προδημοσίευση: «Οι Αλτρουιστές» του Άντριου Ρίντκερ (Κλειδάριθμος)

Χαρακτηρίστηκε «καλύτερο βιβλίο της χρονιάς» από το People, τους Times, το Vanity Fair και τη New York Post.

Vasilisa_k via Getty Images

«Ο Άντριου Ρίντκερ καταφέρνει, στα χνάρια του Φράνζεν, να αποδομήσει με έναν ιδιαίτερα κωμικό τρόπο το μοντέλο της σύγχρονης οικογένειας. Η λεπτή του ειρωνεία διαπερνά και τον ίδιο τον τίτλο... αλτρουιστές... Πόσο θα αλληλοβοηθηθούν τα μέλη αυτής της κατακερματισμένης οικογένειας στον βωμό μιας κληρονομιάς; Οι συχνές αναδρομές στο παρελθόν συνθέτουν το παζλ της ζωής τους κι ενώ από τη μια γελάς, από την άλλη συμπονείς, εντέλει αυτό που εισπράττεις συνολικά είναι ένα γεμάτο μυθιστόρημα που θίγει με κοφτερό τρόπο και σε απλό λόγο ζητήματα ηθικής και ευθραυστότητας των ανθρώπων».

Το σχόλιο της Ασημίνας Γιαννοπούλου, υπεύθυνης Λογοτεχνίας των εκδόσεων Κλειδάριθμος για το βιβλίο του Άντριου Ρίντκερ, με τίτλο «Οι Αλτρουιστές» (μετάφραση Σοφία Τάπα, εκδόσεις Κλειδάριθμος, στα βιβλιοπωλεία 12 Φεβρουαρίου 2020), δίνει ένα πρώτο στίγμα.

Ο -μέχρι πρότινος παντελώς άγνωστος 29χρονος- Άντριου Ρίντκερ, έκανε πραγματικά αξιοσημείωτο ντεμπούτο, καθώς «Οι Αλτρουιστές», το πρώτο μυθιστόρημα του, ήταν υποψήφιο για το Prix du Meilleur livre étranger, ενώ διακρίθηκε ως New York Times EditorChoice. Χαρακτηρίστηκε «καλύτερο βιβλίο της χρονιάς» από το People, τους Times, το VanityFair και τη NewYorkPost και μεταφράζεται σε 18 γλώσσες.

Το στόρι είναι περίπου το εξής: Ο Άρθουρ Άλτερ, κακοπληρωμένος καθηγητής σε ένα πανεπιστήμιο του Μιζούρι, βρίσκεται σε αδιέξοδο. Δυσκολεύεται να αποπληρώσει το δάνειο του σπιτιού του και τα παιδιά του έχουν διακόψει κάθε επαφή μαζί του. Σκέφτεται τη μικρή περιουσία, για την οποία δεν είχε ιδέα, που η γυναίκα του κληροδότησε απευθείας στα παιδιά τους όταν πέθανε από καρκίνο. 

Ο γιος του, Ίθαν, αντικοινωνικός και αγχώδης, κλεισμένος σε ένα διαμέρισμα στο Μπρούκλιν, ζει χάρη στα χρήματα της μητέρας του. Η κόρη του, Μάγκι, είναι ακτιβίστρια που συμπαραστέκεται στους κατατρεγμένους και βασανίζει τον εαυτό της ζώντας σε μια αυτοεπιβεβλημένη φτώχεια.

Καθώς κοντεύει πια να χάσει το σπίτι του, ο Άρθουρ καλεί τα παιδιά του στο Σεντ Λούις με το πρόσχημα της συμφιλίωσης. Στην πορεία, ωστόσο, ανοίγει άθελά του το κουτί της Πανδώρας, γεμάτο συσσωρευμένες πικρίες και αναμνήσεις.

Όπως έγραψαν οι Sunday Times «μια δυσλειτουργική οικογένεια που ανατέμνεται από τον Ridker με πολλή αγάπη. Ένα πανέξυπνο μυθιστόρημα που ισορροπεί ανάμεσα στη σάτιρα και την τρυφερότητα». 

Η HuffPost προδημοσιεύει απόσπασμα: 

εκδόσεις Κλειδάριθμος
«Οι Αλτρουιστές»

«.... Οδηγούσαν βυθισμένοι σε μια αντρική σιωπή: τεταμένη, άσκοπη, μοναχική. Από την πλευρά του παραθύρου του οδηγού τρία κοιμητήρια, το ένα δίπλα στο άλλο, μοιράζονταν μια καταπράσινη έκταση, η οποία δεν φαινόταν από τον δρόμο, καθώς την έκρυβαν η οργιώδης βλάστηση, τηλεφωνικοί πυλώνες, άχρηστη σήμανση (<->) και πεσμένοι ηλεκτρικοί πυλώνες. Το Μιζούρι μετατρέπεται τόσο γρήγορα σε αγροτική περιοχή, ώστε δεν χρειάζεται καν να φύγεις από τα προάστια, συλλογίστηκε ο Ίθαν, έχοντας το βλέμμα καρφωμένο ευθεία μπροστά, τηρώντας τον πρώτο κανόνα της αντρικής σιωπής: κοιτάζεις αλλού.

 

Ο Άρθουρ υποχώρησε πρώτος.

 

«Ωραία παράσταση.»

 

Ο Ίθαν κατένευσε. «Μμ.» 

 

«Ήταν… γεμάτη χάρη.»

 

«Ναι.» 

 

Η σιωπή αποτελεί πρόσφορο έδαφος για τη θλίψη, η οποία πάντα ξυπνά αναμνήσεις, αλλά το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ο Ίθαν ήταν το θέαμα που μόλις είχε δει. Τις τελευταίες ώρες. Τους συμμετέχοντες, τον μάγο, τους κύκνους, τον θάνατο. Μέσα από το παράθυρό του είδε μια σειρά από διπλά υποθηκευμένα ράντσα απλωμένα σ’ έναν λόφο. 

 

«Λοιπόν;…» του είπε ο Άρθουρ. «Τι λες;»

 

«Τι λέω;» 

 

«Ναι.»

 

«Για τη Λίμνη των Κύκνων που ανέβασε το Πανεπιστήμιο του Μιζούρι Σεντ Λούις;»

 

«Ναι.»

 

Ο Ίθαν κούνησε το κεφάλι του, δεν πίστευε στ’ αυτιά του. «Δεν… λέω τίποτα. Δεν ξέρω. Τι ήταν τώρα αυτό;»

 

«Συμφωνώ ότι ήταν λίγο υπερβολική.»

 

«Όχι, άλλο εννοώ… Μπαμπά, γιατί το κάναμε αυτό;»

 

Ο Άρθουρ ξερόβηξε. «Πίστευα ότι μπορεί να ήταν διασκεδαστικό.»

 

«Το μπαλέτο;»

 

«Μμ.»

 

«Αυτό κάνεις τελευταία; Είναι κάποιο χόμπι που έχεις ξεκινήσει;» 

 

«Όχι.»

 

«Και τότε γιατί περάσαμε δυόμισι ώρες σ’ εκείνο το αμφιθέατρο;»

 

«Για εσένα.»

 

«Για εμένα;»

 

«Ακριβώς.»

 

«Γιατί;»

 

«Επειδή ενδιαφέρομαι. Για εσένα. Δείχνω ότι ενδιαφέρομαι.»

 

«Για εμένα;» τον ρώτησε ο Ίθαν. «Μα τι σχέση έχει το μπαλέτο με…» Και ξαφνικά κατάλαβε.

 

Και γέλασε. 

 

Δεν είχε καμία πηγή προέλευσης το γέλιο. Τίποτα που να το πυροδότησε. Ωστόσο εκτοξεύτηκε από κάτω προς τα πάνω στο σώμα του, τραντάζοντας όλα τα όργανα μέσα του, κάνοντας όλες τις φλέβες του να πάλλονται σαν χορδές. 

 

Ο Άρθουρ τσιτώθηκε. «Πού; Πού είναι το αστείο;»

 

Ο Ίθαν προσπάθησε να του απαντήσει, αλλά το γέλιο του ήταν ένας κλειστός κύκλος. Ένας κύκλος ανατροφοδότησης. Τρεφόταν από τον ίδιο του τον εαυτό, πνίγοντας τα λόγια. 

 

«Πού είναι;»

 

Προσπάθησε να απαντήσει, αλλά δεν μπορούσε, τώρα πλέον χτυπιόταν ολόκληρος από ένα σπασμωδικό γέλιο, ένα γέλιο που δεν είχε λόγια, ένα γέλιο απελευθερωμένο από την πηγή του, που το άκουγε μα δεν ήξερε από πού προερχόταν, σολιψιστικό, υπερβολικό, απολίτιστο.

 

«Πού είναι το αστείο!» εξερράγη ο Άρθουρ.

 

Πού είναι το αστείο; Πού είναι το αστείο; Ιδού ποιο είναι το αστείο: το τμήμα του Άρθουρ συστεγαζόταν με το τμήμα Σπουδών Φύλου και πλέον ο πατέρας του θα είχε σίγουρα εμπεδώσει τις διαφορές μεταξύ βιολογικού και κοινωνικού φύλου, τα πρότυπα ομορφιάς ως κοινωνικές κατασκευές και τα κανονιστικά φαντάσματα που εξωθούν τους ανθρώπους σε μια αμοιβαία δυσάρεστη επαφή. Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι ο πατέρας του γνώριζε την κουίρ θεωρία, ο Ίθαν συνειδητοποίησε εν μέσω μιας κρίσης υπέροχου γέλιου ότι ο πατέρας του δεν καταλάβαινε καθόλου τα κουίρ άτομα. Ο πατέρας του δεν καταλάβαινε τον γιο του. Και μεμιάς αποκαλύφθηκε το σκεπτικό του Άρθουρ:

 

Ομοφυλόφιλος -> Μπαλέτο

 

Και του φάνηκε επιπόλαιο, μειωτικό και τόσο υπερβολικά απλοϊκό, ώστε το μόνο που μπόρεσε να κάνει ήταν να γελάσει...»