ΤΟ BLOG
03/01/2018 10:58 EET | Updated 03/01/2018 10:58 EET

Προοπτικές της Ελληνικής οικονομίας το 2018

Francois Lenoir / Reuters

To 2018 είναι η χρονιά που η Ελλάδα αναμένεται να βγει από τα μνημόνια, ύστερα από οκτώ χρόνια επίπονων προσπαθειών. Όλα δείχνουν ότι τα πράγματα θα εξελιχθούν ομαλά εφόσον όλες οι πλευρές επιθυμούν να κλείσουν οι δύο αξιολογήσεις που απομένουν. Οι Ευρωπαίοι ανυπομονούν να φύγει η Ελλάδα από την Ευρωπαϊκή ατζέντα, όπου προτεραιότητα τώρα έχουν άλλα θέματα (Brexit, αρχιτεκτονική ΕΕ, προσφυγικό). Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ επενδύει στο αφήγημα της «καθαρής εξόδου» από τα μνημόνια και της επιστροφής στην ανάπτυξη. Υπάρχουν όμως σημαντικές εκκρεμότητες που πρέπει να διευθετηθούν, αλλά και ρίσκα στην πορεία εξόδου από τα μνημόνια τον Αύγουστο του 2018.

Σε εκκρεμότητα βρίσκονται η ελάφρυνση χρέους, η μορφή που θα πάρει η επιτήρηση των δανειστών στην μεταμνημονιακή εποχή, και η εκτίμηση του ΔΝΤ για τυχόν πρόσθετα μέτρα που απαιτούνται για την επίτευξη του στόχου ύψους 3,5% του ΑΕΠ την περίοδο 2018-22 με μόνιμα μέτρα. Οι Ευρωπαίοι εταίροι δεν μοιάζουν διατεθειμένοι να προσφέρουν σημαντική πρόσθετη ελάφρυνση χρέους, και η όποια ελάφρυνση θα συνοδεύεται από δεσμεύσεις. Ταυτόχρονα τους προβληματίζει το ενδεχόμενο διακοπής της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας και ανατροπής της δημοσιονομικής ισορροπίας μέσω παροχών.

Σύμφωνα με τους κανόνες της ΕΕ, η Ελλάδα θα βρίσκεται σε καθεστώς εποπτείας μέχρι να αποπληρώσει τουλάχιστον το 75% των δανείων που έχει λάβει από τους Ευρωπαίους εταίρους. Οι όροι της επιτήρησης μένουν να αποσαφηνιστούν, ενώ ταυτόχρονα το ΔΝΤ θα πρέπει να αποφασίσει αν η περικοπή συντάξεων και αφορολόγητου, που έχουν ψηφιστεί για το 2019 και 2020 αντίστοιχα, θα πρέπει να εφαρμοστούν ταυτόχρονα το 2019 προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ με μόνιμα μέτρα. Το ΔΝΤ έχει ήδη προϊδεάσει ότι αυτό είναι πιθανό να συμβεί, και έχει επί πλέον δηλώσει ότι δεν θα υπάρξει δημοσιονομικός χώρος για αντίμετρα πριν το 2023, όταν προβλέπεται να μειωθεί ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα από 3,5% του ΑΕΠ σε 2%-2,5%.

Ενώ είναι προφανές ότι οι υποχρεώσεις και η εποπτεία θα συνεχιστούν μετά τον Αύγουστο του 2018, η κυβέρνηση επιμένει στο αφήγημα της «καθαρής εξόδου» επικαλούμενη την μείωση του spread των ομολόγων και ισχυριζόμενη ότι «οι αγορές πανηγυρίζουν για την επιστροφή της Ελλάδας», όπως δήλωσε ο κ. Τσακαλώτος. Η έντονη αντίδραση της κυβέρνησης στις επιφυλάξεις που εξέφρασαν τόσο ο κ. Βενιζέλος στη Βουλή όσο και ο κ. Στουρνάρας στην πρόσφατη έκθεση της Τράπεζας Ελλάδος δείχνουν ότι προτιμά να αποσιωπά τυχόν δυσκολίες. Η κυβέρνηση επέλεξε να τους απαξιώσει αποκαλώντας τους «αποτυχημένους» για να διαφυλάξει το αφήγημα της καθαρής εξόδου και τους πανηγυρισμούς για το τέλος των μνημονίων. Αξίζει όμως να σταθούμε στις δυσκολίες.

Μετά την έξοδο από τα μνημόνια η Ελλάδα θα παύσει να έχει πρόσβαση σε φθηνό δανεισμό από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης (ESM) και θα πρέπει να αναχρηματοδοτεί το χρέος της από της αγορές. Η Ελλάδα παραμένει η χώρα με την χαμηλότερη πιστοληπτική διαβάθμιση και τα υψηλότερα επιτόκια στην Ευρωζώνη. Σήμερα η Γερμανία δανείζεται με 0,4% σε βάθος δεκαετίας, η Ισπανία με 1,5%, η Πορτογαλία με 1,8%, η Ιταλία με 1,9%, ενώ η Ελλάδα με 4,0%. Με τα σημερινά δεδομένα, αντί να δανειζόμαστε με 1% από τον ESM θα πρέπει να εκδίδουμε ομόλογα με επιτόκιο 4% μετά τον Αύγουστο 2018. Η κυβέρνηση σκοπεύει να δημιουργήσει ένα «μαξιλάρι» ρευστών διαθεσίμων ύψους περίπου 15δις ευρώ, με χαμηλότοκα δανεικά από τον ESM, ικανό να καλύψει την αποπληρωμή των δανείων που λήγουν μέχρι το τέλος του 2019. Αν όμως τα ρευστά διαθέσιμα ξοδευτούν, θα βρεθούμε έρμαιοι των συνθηκών που θα επικρατούν στις κεφαλαιαγορές τότε.

Υπάρχει προοπτική αναβάθμισης της πιστοληπτικής διαβάθμισης της Ελλάδας ώστε να μειωθεί το κόστος δανεισμού; Βεβαίως υπάρχει. Προϋποθέτει όμως μία κρίσιμη μάζα μεταρρυθμίσεων ώστε να καταστεί η χώρα πόλος έλξης επενδύσεων που θα βελτιώσουν την αναπτυξιακή προοπτική. Αντίθετα, η κυβέρνηση ανέβαλλε όσο μπορούσε τις ιδιωτικοποιήσεις και τις μεταρρυθμίσεις που αφορούν το άνοιγμα των επαγγελμάτων, την άρση εμποδίων στον ανταγωνισμό, την λειτουργία του κράτους και της δικαιοσύνης – θέματα καθοριστικά για το επιχειρηματικό κλίμα. Ακόμη και αν κάποια από αυτά τα θέματα κλείσουν στην τέταρτη και τελευταία αξιολόγηση, είναι απίθανο η κυβέρνηση να τα εφαρμόσει πλήρως και εγκαίρως με το προσωπικό που διαθέτει. Αν οι επενδύσεις παραμείνουν στο σημερινό χαμηλό επίπεδο, είναι ορατός ο κίνδυνος η οικονομία να περιέλθει σε μια μακροχρόνια ισορροπία χαμηλής ανάπτυξης.

Η Ελλάδα κινδυνεύει να παγιδευτεί σε συνθήκες χαμηλής ανάπτυξης και υψηλών επιτοκίων δανεισμού που θα ανατρέψουν τις προβλέψεις για σταδιακή μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ. Ο κ. Στουρνάρας τόνισε ότι ένα προληπτικό πρόγραμμα στήριξης μετά το τέλος του μνημονίου μπορεί να δράσει υποστηρικτικά για την οικονομία, μειώνοντας το κόστος δανεισμού του κράτους από τις αγορές εφόσον θα υπάρχει δίχτυ ασφαλείας, αλλά και των τραπεζών από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Αν η Ελλάδα βρεθεί εκτός προγράμματος, τα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου θα παύσουν να είναι αποδεκτά από την ΕΚΤ ως ενέχυρο για άντληση ρευστότητας λόγω της χαμηλής πιστοληπτικής διαβάθμισής τους. Αν δεν αναβαθμιστεί ηπιστοληπτική ικανότητα της χώρας κατά έξι βαθμίδες, από την κατηγορία «σκουπίδια» Β- σήμερα στην «επενδυτική βαθμίδα» ΒΒΒ- (investment grade), οι τράπεζες θα χάσουν την πρόσβαση στην ΕΚΤ και θα αναγκαστούν να δανείζονται από τον ακριβό ELA της Τράπεζας Ελλάδος. Τέτοια αναβάθμιση αποκλείεται να συμβεί σε σύντομο χρονικό διάστημα, ακόμη και με μία νέα, μεταρρυθμιστική κυβέρνηση, δεδομένου ότι χρειάζεται χρόνος για να κερδηθεί η εμπιστοσύνη των αγορών και των οίκων αξιολόγησης. Ενδεικτικά αναφέρω ότι η πιστοληπτική ικανότητα της χώρας σήμερα παραμένει κάτω από εκεί που βρισκόταν στα τέλη του 2014, πριν τις ραγδαίες υποβαθμίσεις που υπέστη στη διάρκεια της καταστροφικής διαπραγμάτευσης του 2015. Χωρίς πρόγραμμα η Ελλάδα δεν θα μπορέσει συμμετάσχει στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, είτε στην κανονική του διάρκεια είτε επανεπενδύοντας σε νέους τίτλους μετά τη λήξη του.

Οι εξελίξεις τους επόμενους μήνες θα είναι καθοριστικής σημασίας για την πορεία της οικονομίας. Η επιστροφή στην ομαλότητα προϋποθέτει άμεση υλοποίηση των προαπαιτούμενων για να κλείσουν οι δύο τελευταίες αξιολογήσεις, επιτυχή ολοκλήρωση των stress tests στις τράπεζες, ρύθμιση χρέους, αποσαφήνιση των όρων εποπτείας μετά την λήξη του προγράμματος, άρση των capital controls, και επιστροφή στις αγορές. Τα πράγματα θα δυσκολέψουν μετά το κλείσιμο της τρίτης αξιολόγησης καθώς η κυβέρνηση άφησε τα δύσκολα για το τέλος. Όλα αυτά θα πρέπει να γίνουν με την συγκρουσιακή ρητορική και την αμφιθυμία που χαρακτηρίζει την κυβέρνηση για να δικαιολογεί τα «νεοφιλελεύθερα» μέτρα στην εκλογική της πελατεία, με αντιπερισπασμούς και ρήξεις με τη δικαιοσύνη και τις ανεξάρτητες αρχές. Κάποια δικαιολογία θα βρεθεί για να αποδράσει ο κ. Τσίπρας από τα δύσκολα μέσω εκλογών, ελπίζοντας σε “comeback” στις επόμενες εκλογές που θα διεξαχθούν με απλή αναλογική βάσει του ισχύοντος νόμου.

Το βιβλίο της Μιράντα Ξαφά  «ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΡΕΟΣ»κυκλοφορεί στη σειρά «Μικρές Εισαγωγές» των Εκδόσεων Παπαδόπουλος.