ΤΟ BLOG
06/05/2018 14:27 EEST | Updated 06/05/2018 14:27 EEST

Προσωπικές μαρτυρίες του Ροβήρου Μανθούλη: Από τον John Mayall στον Mick Jagger

Michael Ochs Archives via Getty Images

Στα χρόνια της δικής μου νεότητας η Ελλάδα, απασχολημένη με την πολιτική της απελευθέρωση, δεν άρμεγε ακόμα τα δυτικά πολιτιστικά κινήματα. Ήταν ακόμα ευχαριστημένη με τον εαυτό της. Ζούσαμε στον γαλαξία του Μάνου και του Μίκη. Όσοι βρεθήκαμε λόγω χούντας εξόριστοι «στην Ευρώπη» όπως λέγαμε - σαν εμείς να είχαμε έρθει από κάποια άλλη ήπειρο! - βρεθήκαμε ξαφνικά στον γαλαξία της Πιάφ και του Μπρασένςστη Γαλλία, των Μπιτλς και των Ρόλινγκ Στόουνς στην Αγγλία. 

Όλοι αυτοί ανήκαν στη συνομοταξία των «ηρώων» που ενδιέφεραν το πρόγραμμα της γαλλικής Τηλεόρασης, στο οποίο είχα ενταχθεί μετά τον Μάη του ’68.Το οποίο και εγκαινίασα με ένα γύρισμα στο Λονδίνο. Αρχίζοντας με τον John Mayall και καταλήγοντας στους Rolling Stones.

Το κοινό στη Γαλλία, συντηρητικό στην αρχή, μετά τον Μάη του 68 είχε ωριμάσει γι′ αυτά που ετοιμαζόμασταν να γυρίσουμε. Και για τον τρόπο που θα τα κινηματογραφήσουμε. Με μια γνήσια, υπεύθυνη και ποιητική φιλμική τεχνική. Ανάλογη με την ποιότητα του θέματος.

Το πρώτο πράγμα που ανακαλύψαμε στο Λονδίνο του 1968, ήταν κάτι που έγινε χωρίς τον Παρισινό Μάη του 68! Η βασιλεία των νέων παιδιών. Γενικοί διευθυντές μεγάλων εταιρειών δίσκων ήταν δεκαοκτάχρονοι έφηβοι! Η επαναστατικότητα στην Ελλάδα ήταν στα χέρια των ατσαλάκωτων απομάχων του Εμφυλίου. Στην Αγγλία και στην Αμερική, στα χέρια των τσαλακωμένων χίπηδων που αρνούνταν να πάνε να πολεμήσουν στο Βιετνάμ. Αρνούνταν και οι νέοι διανοούμενοι όπως ο Ντέιβιντ, ο τότε σύζυγος της Joan Baez, που είναι το θέμα μιας από τις ταινίες που γύρισα, στο σπίτι τους έξω από το Σαν Φρανσίσκο. Ένας τύπος μού πούλησε το τηλέφωνο της Μπαέζ για 50 δολάρια! 

Κάτι που μου έκανε εντύπωση στο Λονδίνο ήταν ότι εκεί έγινε η «αναγέννηση» των μπλουζ («the blues revival») η οποία, σε συνέχεια, μετακόμισε στην Αμερική! Όταν τα μπλουζ είχαν αρχίσει να ξεχνιούνται εκεί! Ο Τζον Μάγιαλ ήταν ένας απ′ αυτούς που ανακάλυψαν τα μπλουζ και τα εμφύσησαν στον Clapton, στους Μπιτλς και στους Ρόλινγκ Στόουνς. Αυτοί οι τελευταίοι πήραν το όνομά τους από ένα τραγούδι του (αμερικανού μπλούζμαν) Muddy Waters, το Rollin’ Stone Blues. Η βιβλική αυτή «Κυλιόμενη πέτρα» των gospelsongs των Μαύρων του Μισισιπή είναι αυτή που πέταξε ο Ιακώβ από το πηγάδι και χύθηκε το νερό για να πιει το διψασμένο κοπάδι(Γένεση 29:10). 

 

David Redfern via Getty Images
John Mayall

 

Ο Μάγιαλ ήταν ένας βυζαντινός άγιος που τραγουδούσε τα σωθικά του. Πώς να τον ντύσω, αυτόν και τη μουσική του; Το ποτάμι! Ο Τάμεσης δεν είναι ο Μισισιπής, εκεί που γεννήθηκαν τα Μπλουζ, αλλά αν τον ανέβεις δέκα χιλιόμετρα βορειότερα, εκεί που από χρόνια δεν πάει πλέον κανείς γιατί είναι σκέτη εγκατάλειψη, με χιτλερικές ακόμα μαούνες και χορευτικούς κύκνους ολόγυρά τους, ο Τάμεσης είναι άλλο ένα μουσικό ρυάκι. Που θαρρείς πως σε πάει, αν όχι στη Νέα Ορλεάνη, κατευθείαν στη Μέμφιδα του Tennessee. 

Ύστερα, μιλώντας με τον Keith Richards, τον «κυλιόμενο» αυτόν βράχο των RollingStones, έχεις την εντύπωση ότι ακούς μια καινούργια γλώσσα, που πρέπει να βρεις τον κώδικά της, γιατί οι λέξεις κάτι άλλο σημαίνουν ή τουλάχιστο κάτι άλλο κρύβουν. Πάντως γοητευτικό. Δεν θα βάλουν την τάξη που επιθυμούν στα πράγματα γιατί οι κοινωνίες δεν ενδίδουν. Αλλά πάντως διασκεδάζουν. Και τους δίσκους αγοράζουν. Ο Keith Richards έμοιαζε να είναι ο ιεροκήρυκας της παρέας, ο Mick Jagger ήταν κάτι ανάμεσα στον Ζαπάτα και σ′ έναν αναστημένο Χριστό που επέστρεψε στη Μαγδαληνή του και στον Ιωάννη Βαπτιστή με τον οποίον επίσης έμοιαζε να είναι ερωτευμένος. Μιλούσε συνθηματικά, με σύντομα αναρχικά σλόγκαν. Πονηρός, με πονηρά μάτια, ερωτικό στόμα και χαμόγελο. Μου μιλούσε, ανάμεσα σε δύο πλάνα μιας σκηνής που γύριζε, καθισμένος στο μπροστινό κάθισμα της κατάλευκης Rolls-Royce του Τζον Λένον!

 

Bettmann via Getty Images

 

Αυτό που με διασκέδασε περισσότερο στην Αγγλία ήταν ένα μιούζικαλ που γύρισα με τους Magna Carta, σε αντιστικτικό μοντάζ με το Pop Festival που δόθηκε στο Hyde Park, δίκην Woodstock. Συνεργείο ελληνικό, του Φώτη Μεσθεναίου, παρά τις διαμαρτυρίες των συνδικάτων της γαλλικής Τηλεόρασης. Γύρισα μαζί του πολλές γαλλικές ταινίες, σε διάφορες χώρες και λόγω φιλίας και λόγω ποιότητας της δουλειάς του. Στο Hyde Park γυρίσαμε τον Eric Clapton, τον Richie Havens, τον Donovan και πολλούς άλλους διάσημους της pop music. Μπροστά σε 100.000 μαστουρωμένους θεατές. Μαστουρωμένους από τη μουσική. Από τι άλλο; Ύστερα γυρίσαμε το υπόλοιπο μιούζικαλ, με την Magna Carta στην «Αφρική» που περιβάλλει το Λονδίνο. Τεράστιες περιοχές - πάρκα με ελεύθερα τα άγρια ζώα. Τι άγρια, που παίξαμε μουσική στα λιοντάρια και στις καμηλοπαρδάλεις.! Αυτές οι τελευταίες μάς πλησίασαν σε απόσταση δύο μέτρων και άκουσαν ολόκληρο το τραγούδι. Μπορεί να το δει κανείς στην ταινία (Pop Power). Τέλος, φτάσαμε και στο Stonehenge. Ο μυστικιστικός αυτός ναός της λίθινης εποχής σίγουρα χτίστηκε για να υμνήσει την pop-music όλων των εποχών. Δεν σκεφτήκαμε όμως ότι ήταν αρχαιολογικός χώρος. Και δεν είχαμε άδεια. Τα ίδια είχα πάθει όταν γύριζα την ταινία για τον Ρίτσο, στη Μονεμβασία την γενέτειρά του. «Αρχαιολογικός χώρος - μου λέει ο απρόβλεπτος φύλακας - χρειάζεστε άδεια». Παίρνουμε στο τηλέφωνο την αρχαιολόγο. Συστήνομαι και της λέω τα καθέκαστα. Δώστε μου τον φύλακα, μου λέει. - Δεν αφήνεις τον κύριο Μανθούλη να μπει; του λέει αυστηρά. Η αρχαιολόγος είχε δει την ταινία που γυρίσαμε για την Ακρόπολη με το «δάσκαλό» της, τον έφορο του ιερού βράχου Γιάννη Μηλιάδη! Αλλά στην Αγγλία πού να βρω αρχαιολόγο που να με ξέρει; Παίρνω στο τηλέφωνο τη διευθύντρια που ήταν στο Λονδίνο και της λέω πως είμαι ο Μπομπ Ντίλαν! Και δίνω το ακουστικό στον φύλακα. «Δεν αφήνεις τον κύριο Ντίλαν να μπει;» του λέει αυστηρά.