Πρωτομαρτιά στη Βόρειο Ήπειρο

Αυτό είναι η Βόρειος Ήπειρος...

Πόσο μπορεί να κρατήσει ένας καφές; Μπορεί και επτάμισι ώρες, αν είναι βορειοηπειρωτικός. «Είναι μεγάλο το ταξίδι του βορειοηπειρωτικού καφέ, οπότε θέλει χρόνο, δεν θέλει;».

Στο πεζοδρομημένο τμήμα της Αλεξάνδρου Πάντου, σε μία διατηρητέα μονώροφη πάλαι ποτέ κατοικία, στεγάζεται σήμερα ένα καλαίσθητο καφέ, γνωστό στις φοιτητικές παρέες με το όνομα της προηγούμενης διεύθυνσης, καίτοι η σημερινή έχει δώσει στον χώρο έναν άλλον αέρα. Ο Αλέξανδρος Πάντος υπήρξε νομικός και εθνικός ευεργέτης. Γόνος μεγαλοαστής οικογένειας με καταγωγή από Ζαγορά Πηλίου, άφησε με διαθήκη το σύνολο της περιουσίας του στο ελληνικό δημόσιο. Έτσι το 1931 ιδρύεται η Πάντειος Σχολή, στο προαύλιο της οποίας βρίσκεται ο τάφος του.

Όμως, εκείνη την ημέρα, πρώτη του Μάρτη και πρώτη της Άνοιξης, καίτοι στο μήνυμα «Μόλις έφτασα, μέσα ή έξω;» του είχε απαντήσει λόγω του προβλήματος υγείας που την ταλαιπωρεί «Μέσα πίσω αριστερά, έρχομαι», οι δυο τους δεν βρίσκονταν εκεί. Η αλήθεια είναι ότι πέρασαν όλη τη μέρα σεργιανίζοντας αλλού, «βορειότερα».

Το είχε χούι πάντα να κάθεται στα στέκια στο ίδιο τραπέζι, λες και σημάδευε το χώρο, τραπέζι εσωτερικό γωνιακό, να μπορεί να εποπτεύει το χώρο. «Τους κάνεις πολύ εύκολη τη δουλειά» την πείραζε και την μάλωνε ταυτόχρονα ο «αετός», ή τέλος πάντων, εκείνος με αυτό το παρατσούκλι. Με τον ίδιο τρόπο όμως γινόταν και η δική της δουλειά πιο εύκολη.

«Μόνο η μάνα και σημαία είναι οι μόνες που δακρύσαν, λέει ο στίχος. Έχεις ακούσει το μοιρολόγι του Ανταίου για τον Κωνσταντίνο; Μόνο η μάνα του και η σημαία τον έκλαψαν, όλοι εμείς κάνουμε χαβαλέ». Βούρκωσε για τον πόνο της μάνας, σάμπως αν έκλαιγε εκείνη, θα ξαλάφρωνε η μαυροφορεμένη, σάμπως να υπάρχει μία παγκόσμια τράπεζα μητρικού πόνου, στην οποία αν έκανε η ίδια πάραυτα κατάθεση, θα ημέρευε ο πόνος εκείνης λιγοστά χιλιόμετρα από τα σύνορα. «Όχι, όχι δεν είναι έτσι, υπάρχει μία “απέραντη αλληλεγγύη” που λέει ο Σεφέρης, δεν είναι έτσι».

Πριν από δύο χρόνια, μεσάνυχτα ένα βράδυ χειμώνα είχε πάρει από πάνω τηλέφωνο τη μάνα της με αναφιλητά: «Πως είναι δυνατόν τη στιγμή που για αυτό το θέμα έχει γράψει ο Ελύτης, ο Εγγονόπουλος, ο Σεφέρης, ο Σικελιανός, ο Παλαμάς, ο Βαλαωρίτης, ο Καββαδίας, να απαιτούν από εμένα να μην αισθάνομαι; Πώς είναι δυνατόν τη στιγμή που αυτό το ζήτημα έχει κάνει να λυγίσουν και οι πιο δυνατές πένες, να μην αναγνωρίζουν σε εμένα το δικαίωμα να γράψω;». Εκείνη την ημέρα στο καφέ έμαθε ότι άνθρωποι σπουδαίοι, ιερά τέρατα συγκρότησης, έχουν μοιραστεί εμπράκτως τα ίδια αισθήματα, τις ίδιες ιδέες με εκείνη. Κι αυτό απάλυνε κάπως τη μοναξιά της μεταξύ των Ελλαδιτών. Ήταν βλέπεις και οι συγκυρίες αυτών των ημερών, τούτων των ετών, οι δυσμενέστερες.

«Τον πήρε και του είπε κλαίγοντας μας φάγανε το παιδί, και άλλος ξέρεις τι του απάντησε; Καλά κάναν και το φάγανε και του το ’κλεισε, γιατί το τηλέφωνό του “το ακούνε πολλοί” και δεν μπορούσε να πει τίποτα άλλο, κι αυτός εκσφενδόνισε το κινητό στην Αχαρνών, το έκανε χίλια κομμάτια».

Το δικαίωμα στο λόγο είναι απαράγραπτο, συνήθιζε εκείνη να λέει, μα την ημέρα εκείνη κατάλαβε ότι απαράγραπτο είναι και το δικαίωμα της καρδιάς. Οι άνθρωποι την κοιτάνε με λοξό κεφάλι σαν απορημένα κουτάβια, όταν διατείνεται με πάθος ότι η γείτονα είναι μία χώρα παράφορης ομορφιάς, ότι όπως λέει ένας πολύ αγαπημένος «Η Αλβανία είναι μια δύσκολη και ακριβή ερωμένη», κι είναι αυτή ακριβώς η αβάσταχτη δυσκολία που σε μεθά. Για να αντέξεις. Και μόλις περνάς τα σύνορα, το ταξίδι είναι στο χρόνο πια, και όχι στον χώρο, και ταξιδεύεις και περνάς μέσα από τα σπλάχνα των κάμπων, μέσα από τα έγκατα των φαραγγιών, καθώς δεν υπάρχει εθνικό οδικό δίκτυο όπως το εννοούμε εμείς στην «Ευρώπη», και οδηγείς μέσα από τα χωριά, σύριζα από τα σπίτια, ακολουθώντας στωικά τις κοίτες των ποταμών και τους γκρεμούς σε δρόμους με ανεπίτρεπτη κλίση, καθώς εξ υπαρχής δεν φτιάχτηκαν για αυτοκίνητα από τους Αυστριακούς αιχμαλώτους φαντάρους κατά τον Β′ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Αυτά τους έλεγε, και μετά μιλούσε για τους ανθρώπους, που είναι δυνατοί, ευφυείς και ικανοί, και το μεγαλύτερο λάθος είναι να τους υποτιμήσεις. Πρέπει να είσαι σταθερός και να μην τους φοβηθείς, πρωτίστως μη δείξεις φόβο. Μα άνθρωπος που δεν είχε πάθει εκείνη την χώρα, ειδικά το Νότο της, δεν μπορούσε να την καταλάβει. Γιατί κοντολογίς, αυτό είναι η Βόρειος Ήπειρος, μέρες που έρχονται Σαρακοστής και πλησιάζει το μέγα Θείο πάθος. Ή το παθαίνεις, ή όχι. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να σου το χρεώσει κανείς.

Όταν πια βγήκαν από το καφέ, -το ραντεβού ήταν πρωινό-, είχε για τα καλά νυχτώσει. «Να σκεφτείς το καλύτερο για την οικογένειά σου και το παιδί σου», του είπε, «αλλά εσύ δεν θα καταφέρεις να επιβιώσεις στην Αμερική. Δίχως τη γη που αγαπάς, θα μαραζώσεις». Και τον αποχαιρέτισε αγωνιστικά, γιατί «με σας αισθάνομαι σαν να είμαι μες στην κοιλιά της μάνας μου».

Popular in the Community