ΤΟ BLOG
22/04/2019 07:53 EEST | Updated 22/04/2019 07:53 EEST

Ψάχνοντας τους απέχοντες

Με αφορμή το άρθρο του Κ. Παύλου Τσίμα

ASSOCIATED PRESS

Ένας στους δύο ψηφοφόρους μάλλον δε θα φτάσει στις επόμενες κάλπες, λένε οι δημοσκόποι. Ποιοι είναι όμως αλήθεια οι απέχοντες; Πέραν του παραδοσιακού 25% σχεδόν σε κάθε εκλογική αναμέτρηση -μέχρι το Σεπτέμβριο του 2015 που εκτινάχθηκε στο 44%- φαίνεται να δημιουργούνται δύο νέες κατηγορίες απεχόντων. Οι πρώτοι είναι οι σημερινοί σαραντάρηδες. Είναι δηλαδή οι τριαντάρηδες του πρώτου μνημονίου, ίσως η πιο αδικημένη γενιά της κρίσης – αν μπορούμε να τα βάλουμε σε ζυγαριά. Άνθρωποι που βρίσκονταν είτε στα πρώτα εργασιακά τους βήματα, είτε στην περίοδο της επαγγελματικής ανέλιξης, όταν ξεκίνησε η εποχή του Καστελόριζου.

Είχαν αρχίσει να χτίζουν τα όνειρα τους και να ορίζουν τις ανάγκες τους βάσει των αμοιβών της εποχής, όταν εν μια νυκτί έγιναν «αναλώσιμοι». Βρέθηκαν άνεργοι, υποαπασχολούμενοι ή εγκλωβισμένοι σε μια δουλειά χωρίς προοπτική, χωρίς ωράρια, χωρίς δικαιώματα, με μισθό «χαρτζιλίκι». Κυρίως όμως με ανασφάλεια, άγχος και απόλυτη απογοήτευση στα όρια της κατάθλιψης. Στο μυαλό τους δεν ευθύνονταν για την κρίση, δεν «τα έφαγαν μαζί», δεν πήραν μέρος στο πάρτι με τις μίζες, τα μαύρα και τα φακελάκια. Και όμως βρέθηκαν στον δρόμο. Κυρίως, έχασαν το τραίνο της εκπληκτικής τεχνολογικής ανάπτυξης που συντελέστηκε ακριβώς την ίδια δεκαετία. Αντί λοιπόν να εξελιχθούν και να αποτελέσουν το πιο παραγωγικό κομμάτι της κοινωνίας, είτε βρέθηκαν απλά να παλεύουν για επιβίωση, είτε επέλεξαν τη μετανάστευση.

Ξεπερασμένοι εργασιακά και φοβισμένοι οικονομικά. Αυτή είναι η ψυχοσύνθεση μιας γενιάς που κοίταζε μόνο προς τα πάνω. Η αιφνίδια μετατόπιση από την αισιοδοξία στη μελαγχολία έχει σαφείς πολιτικές προεκτάσεις. Τα focus groups με ανθρώπους αυτής της ηλικιακής ομάδας καταλήγουν σε δύο τίτλους: «απόλυτη απογοήτευση» και «χαμένη εμπιστοσύνη». Η αποτυχία των πολιτικών κομμάτων δεν είναι περισσότερο ορατή πουθενά αλλού παρά σε αυτό το ηλικιακό στρώμα. «Τα κόμματα δεν προτείνουν λύσεις, δεν κατευθύνονται καν προς τη βελτίωση της καθημερινότητάς τους», καταγράφουν οι ερευνητές. Και οι «δείκτες ευτυχίας» επαυξάνουν , δείχνοντας το 2016 τεράστια βουτιά για τη χώρα μας στην 99η θέση. Επιπλέον, το 2019 η Ελλάδα βρίσκεται στις πέντε πιο δυστυχισμένες χώρες οικονομικά, σύμφωνα με το Bloomberg Μisery Ιndex, μπροστά μόνο από τη Βενεζουέλα, την Αργεντινή, τη Νότια Αφρική και την Τουρκία.

Μια δεύτερη κατηγορία είναι οι νέοι, κάτω των 30. Μια γενιά που δεν πρόλαβε ποτέ να δει «κανονικούς» μισθούς, ωράριο και εργασιακά δικαιώματα. Δεν έζησαν κάτι άλλο και άρα η νέα νόρμα έγινε το δικό τους φυσιολογικό. Υπάρχει όμως μια τεράστια ειδοποιός διαφορά σε σχέση με τους μεγαλύτερους ηλικιακά: η τεχνολογική εξειδίκευση. Οι απέχοντες αυτής της κατηγορίας ακολουθούν μια αλλιώτικη διαδικτυακή ζωή. Η απόλυτη γνώση του κόσμου που υπάρχει στο κινητό τους, η ταχύτητα απορρόφησης της πληροφορίας, η ικανότητα αποκωδικοποίησης τεχνικών όρων και κυρίως η κατανόηση των τεχνολογικών δυνατοτήτων έχει γιγαντώσει το χάσμα με τις -όχι και τόσο- μεγαλύτερες γενιές.

Η αδυναμία επικοινωνίας με τη γενιά αυτή, από τα πολιτικά κόμματα δεν έγκειται τόσο στην απογοήτευση, αλλά στο απλό γεγονός ότι δεν υπάρχει ούτε ένα σημείο επαφής. «Όχι απλά οι πολιτικοί δεν μιλάνε την ίδια γλώσσα, αλλά δεν καταλαβαίνουν καν τη γλώσσα», μεταφέρουν οι ερευνητές από τα focus groups. Οι σημερινοί εικοσάρηδες & τριαντάρηδες και οι σημερινοί πολιτικοί είναι δυο διαφορετικοί κόσμοι που δεν συναντώνται πουθενά. Η απαξίωση των δεύτερων έρχεται από την αμφισβήτηση της αυθεντίας.

Μπαίνουμε σε προεκλογική περίοδο λοιπόν, με απογοήτευση, απαξίωση, έλλειψη οράματος και ελπίδας. Με τα social media trends να δείχνουν τις χαοτικές διαφορές μεταξύ των ζητημάτων επικαιρότητας και ενδιαφέροντος, με την πολιτική ατζέντα. Και με τους επικεφαλής των παλιών και νέων κομμάτων να έχουν αποφασίσει ότι σε αυτές τις εκλογές προχωράμε… με σκάνδαλα! Όπως υπέροχα ανέφερε ο Παύλος Τσίμας στο άρθρο του  Μου κάνει εντύπωση, ομολογώ, ότι οι πρωταγωνιστές της πολιτικής σκηνής δείχνουν συχνά να μην το καταλαβαίνουν. Να μην αισθάνονται καν την ανάγκη να αλλάξουν ύφος, να αλλάξουν λεξιλόγιο, να δοκιμάσουν να συνομιλήσουν έστω με το πλήθος της απογοητευμένης δυσπιστίας.»

 

Σημείωση: Η ανάλυση των δημοσκοπικών στοιχείων έγινε σε συνεργασία με τον κ. Γιάννη Κωνσταντινίδη, Αναπληρωτή Καθηγητή Πολιτικής Συμπεριφοράς στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και υποψήφιο Ευρωβουλευτή με το Ποτάμι