ΤΟ BLOG
10/05/2019 13:37 EEST | Updated 10/05/2019 13:37 EEST

«Selfie: Στο βάθος πίσω η πόλη»

«Το παρελθόν της Θεσσαλονίκης εξακολουθεί να ζει μέσα στο παρόν της»

SELFIE photo by © Karol Jarek

Μια πολύ ενδιαφέρουσα παράσταση (ή «αστική περιπετειώδη αφήγηση», όπως την αποκαλεί ο εμπνευστής της) παίζεται ήδη με επιτυχία στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου και θα συνεχίσει μέχρι και τις 19 Μαϊου. Υπό τον τίτλο «Selfie: Στο βάθος πίσω η πόλη», με πρώτη ύλη μια σύνθεση κειμένων των Βασίλη Βασιλικού, Γιώργου Ιωάννου και Νίκου - Γαβριήλ Πεντζίκη, τρεις άντρες και ισάριθμες γυναίκες ηθοποιούς και ηχητική επένδυση από έναν θαυμάσιο μουσικό που παίζει ζωντανά επί σκηνής ο εξαίρετος ηθοποιός αλλά και σκηνοθέτης για περισσότερο από μια δεκαετία πλέον Ακύλλας Καραζήσης οραματίστηκε και έστησε με άριστο τρόπο μια παράσταση - η οποία δεν πρωτοτυπεί απλά αλλά καινοτομεί επί της ουσίας και δίχως να αυτεπαίρεται για αυτό - όχι τόσο ως φόρο τιμής στην γενέθλια πόλη του Θεσσαλονίκη όσο σαν μιαν αποτύπωση και ανάλυση της ανθρωπογεωγραφίας της σε μια συγκεκριμένη χρονική και ιστορική περίοδο που σε μεγάλο βαθμό διαμόρφωσε και εξακολουθεί να επηρεάζει την σημερινή. Συνομίλησα μαζί του για τα αίτια που τον οδήγησαν σε αυτό το εγχείρημα, τα αιτήματα τα οποία διατυπώνει διαμέσου του και τι επιθυμεί εντέλει να καταδείξει με αυτή την παράσταση.

Ο Ακύλλας Καραζήσης

Καταρχήν πως προέκυψε η παράσταση, ήταν ανάθεση ή δική σου ιδέα;

Οι καλλιτεχνικοί διευθυντές της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου, ο Ανέστης Αζάς και ο Πρόδρομος Τσνικόρης, με προσκάλεσαν να κάνω κάτι σε αυτήν. Τους έκανα κάποιες προτάσεις, επέλεξαν αυτήν και έτσι προχωρήσαμε στην υλοποίηση της.

Προσπαθείς να δηλώσεις κάτι με αυτή με αυτή την παράσταση, τόσο με το περιεχόμενο όσο και με την μορφή της;

Τίποτα περισσότερο από μια πάγια πεποίθηση μου την οποία διατυπώνω και υποστηρίζω έμπρακτα εδώ και πολλά χρόνια, ότι θέατρο δεν είναι μόνο τα αυθεντικά θεατρικά κείμενα, αυτά δηλαδή που έχουν γραφτεί για να παιχτούν, κλασικά και μη, παλαιότερα και σύγχρονα. Φυσικά και αυτά είναι η βάση της παγκόσμιας δραματουργίας και ως ηθοποιός τα υπηρετώ με συνέπεια και θα συνεχίσω να το κάνω. Ομως στην εποχή μας, δίπλα και παράλληλα σε αυτά, θέατρο μπορεί και πρέπει να είναι και πολλά άλλα πράγματα, έχουμε το σωματικό θέατρο, το θέατρο ντοκιμαντέρ και τόσα άλλα. Ως σκηνοθέτη με ενδιαφέρει αυτή η εκδοχή του θεάτρου πολύ περισσότερο από την «παραδοσιακή», αν θέλεις να την αποκαλέσουμε έτσι. Από εκεί και πέρα δεν θεωρώ ότι η συγκεκριμένη παράσταση εντάσσεται σε οποιοδήποτε από τα δεδομένα νέα είδη θεάτρου. Είναι απλά μια ακόμα σύγχρονη πρόταση θεάτρου και για αυτό την αποκαλώ αστική περιπετειώδη αφήγηση.

Ποια ήταν τα αίτια που λειτούργησαν ως κίνητρο για να την κάνεις;

Το κυριότερο αίτιο ήταν μια έμφυτη νομίζω τάση ή και ανάγκη ακόμα του ανθρώπου, να επιστρέφει σε παλαιότερες εποχές του γενέθλιου τόπου του αλλά και της ίδιας της ζωής του από τις οποίες άλλωστε δεν παύει ποτέ να διατηρεί μνήμες, να τις επανεξετάζει και να τις αποτιμά, όχι μόνο για αυτό που ήταν αλλά και για το πως επηρεάζουν την ζωή του στο παρόν. Το γιατί επέλεξα την συγκεκριμένη περίοδο της Θεσσαλονίκης και όχι άλλη είναι νομίζω προφανές, τουλάχιστον σε όποιον γεννήθηκε και ζούσε εκεί τότε. Γεννήθηκα το 1957, ούτε καν μια δεκαετία μετά το τέλος του εμφυλίου, ήταν φυσικό λοιπόν καθώς μεγάλωνα οι μνήμες του να ήταν ακόμα νωπές. Φυσικά αυτό ίσχυε για όλη την Ελλάδα αλλά ακόμα περισσότερο για τη Θεσσαλονίκη, το γεγονός και μόνο της εγγύτητας της στα σύνορα ήταν αρκετό για αυτό. Εχω παιδικές έστω μνήμες από την δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη, ήμουν δέκα ετών όταν έγινε το πραξικόπημα που εγκαθίδρυσε τη χούντα η περίοδος της οποίας επίσης είχε ιδιαιτερότητες για τη Θεσσαλονίκη σε σχέση, για παράδειγμα, με την Αθήνα. Μπορεί λοιπόν να έφυγα από τη Θεσσαλονίκη στα δέκα οκτώ μου και έκτοτε να μην έχω ξαναζήσει μόνιμα εκεί αλλά το ότι πέρασα σε αυτή την πόλη την παιδική και εφηβική ηλικία μου ήταν αρκετό για να με σφραγίσει για την υπόλοιπη ζωή μου. 

SELFIE photo by © Karol Jarek

Μπορούμε να πούμε λοιπόν ότι πηγή έμπνευσης σου ήταν το παρελθόν αλλά όχι βέβαια η νοσταλγία για αυτό, έτσι δεν είναι;

Φυσικά και όχι, δεν με ενδιαφέρει καθόλου η νοσταλγία. Αλλωστε το παρελθόν δεν είναι κάτι νεκρό για να το νοσταλγείς, συνεχίζει να ζει μέσα στο παρόν και αυτό ισχύει τόσο για τους τόπους όσο και για εμάς τους ίδιους. Είμαστε η συνέχεια εκείνου που ήμασταν πριν και αύριο θα είμαστε η συνέχεια αυτού που είμαστε σήμερα.

Δεν πρόκειται όμως ούτε για ιστορική καταγραφή, σωστά;

Οχι, γιατί καταρχήν δεν μπορώ παρά να θυμηθώ τα προσωπικά βιώματα μου από την πόλη, πολύ νωρίτερα και πριν καν αποκτήσω συνείδηση του τι σημαίνει Ιστορία. Αργότερα βέβαια μπορεί να διαπιστώσεις ότι το άθροισμα όλων αυτών των προσωπικών βιωμάτων καθενός αποτελεί ένα πολύ μεγάλο τμήμα της Ιστορίας αλλά αυτό δεν το καταλαβαίνεις όταν τα αποκτάς. Τα πρώτα που βίωσα λοιπόν ήταν απλά πράγματα και γεγονότα της καθημερινότητας που άλλαζε με ταχύτατο ρυθμό, η δεκαετία του ’60 με την έντονη αστυφιλία της αλλά και το πρώτο μισό αυτής του ’70 ήταν μια εποχή ραγδαίων και πολύ μεγάλης έκτασης αλλαγών για την Ελλάδα και η Θεσσαλονίκη προφανώς κάθε άλλο παρά αποτελούσε εξαίρεση. Έζησα την περίοδο της αντιπαροχής, το πέρασμα από την μονοκατοικία ή το πολύ το διώροφο στην πολυκατοικία, θυμάμαι τα σπίτια με κήπο στον δρόμο του πατρικού μου να γίνονται ένα – ένα πολυκατοικίες. Θυμάμαι όμως και το να παρακολουθούνται οι αριστεροί πολίτες ή και ολόκληρες οικογένειες αυτής της πολιτικής τοποθέτησης, σαν μακρινή ανάμνηση και περισσότερο μέσα από συζητήσεις μελών της οικογενείας μου που δεν καταλάβαινα και τόσο αρχικά, στην παιδική ηλικία μου και αργότερα βλέποντας, διαπιστώνοντας και βιώνοντας το ο ίδιος καθώς μεγάλωνα την περίοδο της χούντας.

Αν όμως όλα αυτά ήταν η έμπνευση θα έλεγα ότι η αφορμή και όχι μόνο το μέσο ήταν τα κείμενα αυτών των τριών συγγραφέων. Γιατί επέλεξες τους συγκεκριμένους;

Κάθε τόπος, κάθε πόλη έχει τους συγγραφείς που αφηγούνται την Ιστορία της και προφανώς και η Θεσσαλονίκη έχει αρκετούς τέτοιους. Για εμένα όμως αυτοί οι τρεις, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, ήταν εκείνοι που διαμέσου των βιβλίων τους ήρθα σε επαφή και γνώρισα την ζώσα Ιστορία της Θεσσαλονίκης καθώς αυτή εξελισσόταν και για αυτό είναι φυσικό να αισθάνομαι πιο κοντά στα κείμενα τους. Για τον Βασίλη Βασιλικό ήταν ο σχεδόν δημοσιογραφικός τρόπος που κατέγραφε γεγονότα και καταστάσεις, σαν αληθινό χρονικό, ειδικά στο βιβλίο του «Οι Φωτογραφίες». Στα βιβλία του Γιώργου Ιωάννου αρκετές φορές πρωταγωνιστεί η ίδια η Θεσσαλονίκη και παρουσιάζεται μια άλλη πλευρά της, αθέατη τότε για ορισμένους από τους κατοίκους της, η σύνθετη καθημερινή πραγματικότητα της. Τέλος ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης είναι ο κατεξοχήν συγγραφέας που ύμνησε με τον τόσο προσωπικό τρόπο του τη Θεσσαλονίκη με τα κείμενα του να αποτελούν έναν συνεχή διάλογο όχι μόνο με τους ανθρώπους αλλά και με την αρχιτεκτονική, ακόμα και την γεωγραφία της. Να τονίσω φυσικά ότι αυτοί οι συγγραφείς ήταν οι καθοριστικοί για τον δικό μου αποκλειστικά τρόπο αντίληψης και σκέψης για τη Θεσσαλονίκη. Κάποιος άλλος μπορεί να επέλεγε άλλους οι οποίοι να είχαν εξίσου μεγάλη σημασία για τον δικό του. Θα ήταν μια άλλη, εντελώς διαφορετική από την δική μου αλλά εξίσου δόκιμη αφήγηση για την πόλη. Σε κάθε περίπτωση θα ήταν αδύνατο να μην είναι απολύτως προσωπική καθώς εκκινεί από την βιωματική σχέση του αφηγητή με τη Θεσσαλονίκη.

Ο τίτλος λοιπόν θα μπορούσε και να υπονοεί ότι είναι ένα ενσταντανέ της τότε πραγματικότητας της Θεσσαλονίκης όπως θα το έβλεπε κανείς από την οπτική γωνία του σήμερα;

Σε ένα πρώτο επίπεδο ναι αν και η φωτογραφία και η έννοια της έχει πολλαπλή σημειολογία για την παράσταση. Αυτός ήταν ο τίτλος του βιβλίου του Β. Βασιλικού που διάβασα σε ηλικία δέκα τεσσάρων ετών και για πρώτη φορά μου αποκάλυψε τόσα για την πόλη όπου είχα γεννηθεί και ζούσα. Αλλά οι φωτογραφίες παίζουν και ουσιαστικό ρόλο στην παράσταση, τόσο στο πως χρησιμοποιούνται από τους χαρακτήρες όσο και στο πως βγαίνουν από το χαρακτηριστικό «ερμάρι» του Πεντζίκη.

Η επιλογή του Μιχάλη Σιγανίδη για να επενδύσει μουσικά την παράσταση έγινε μόνο λόγω της κοινής σας καταγωγής από τη Θεσσαλονίκη; Μαζί αποφασίσατε ποια και πως θα ήταν αυτή η επένδυση ή του άφησες απόλυτη ελευθερία ως προς το πως θα κινηθεί;

Φυσικά και καταρχήν τον επέλεξα επειδή και εκείνος γεννήθηκε και έζησε στην (και την) Θεσσαλονίκη, πολύ περισσότερο μάλιστα από εμένα αφού εξακολουθεί να κατοικεί εκεί και καθώς είμαστε σχεδόν συνομήλικοι τα βιώματα μας από την πόλη είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό κοινά. Είναι όμως και ένας μουσικός που έχω παρακολουθήσει την διαδρομή του και μου αρέσει και βρίσκω πολύ ενδιαφέρουσα όχι μόνο την ίδια την μουσική του αλλά και τον τρόπο που την προσεγγίζει, η αυτοσχεδιαστική βάση της έχει πολλά κοινά με το πως δουλεύω και εγώ ως σκηνοθέτης με τους ηθοποιούς. Για αυτό και τον ήθελα παρόντα στις πρόβες από την πρώτη στιγμή, η μουσική του διαμορφώθηκε παράλληλα με την παράσταση και σε συνεχή συνομιλία με αυτήν. Οπως έχω ξαναπεί σε όλες τις παραστάσεις που σκηνοθετώ η μουσική έχει έναν πολύ σημαντικό ρόλο. Ακόμα περισσότερο όμως σε αυτήν καθώς δεν πρόκειται για απλή επένδυση, για εμένα η μουσική του Μιχάλη λειτούργησε ως ένα ακόμα κείμενο, όχι με λέξεις όπως των τριών συγγραφέων αλλά με νότες και ήχους. Το πως βέβαια «έγραψε» αυτό το κείμενο ήταν θέμα του ιδίου, δεν γνωρίζω μουσική και έτσι τον εμπιστεύθηκα απόλυτα για να το κάνει δίχως να τον κατευθύνω ούτε στο ελάχιστο. Για αυτό πάντως και δεν θα μπορούσε παρά να παίζει ζωντανά και μάλιστα πάνω στη σκηνή, η μουσική αλλά ακόμα και η παρουσία του έχουν ενεργό και πολύ σημαντικό ρόλο στην παράσταση, σχεδόν αν όχι εξίσου με αυτόν των ηθοποιών.

Δημιουργικός μουσικός και όχι απλά βιρτουόζος εκτελεστής ο κοντραμπασίστας και συνθέτης Μιχάλης Σιγανίδης δεν είναι από τους πρωτεργάτες μόνον εκείνης της Θεσσαλονίκης αλλά και συνολικά της εγχώριας σύγχρονης jazz σκηνής. Με τους οκτώ μέχρι στιγμής προσωπικούς δίσκους του οι οποίοι μουσικά αρδεύονται από την «αναρχική» προσέγγιση του, για παράδειγμα, αείμνηστου Frank Zappa και στιχουργικά/κειμενικά εμπνέονται από την εξίσου ανατρεπτικό πνεύμα των – κυρίως Ελλήνων αλλά όχι αποκλειστικά – σουρεαλιστών ποιητών και με πολλές και εκλεκτές συνεργασίες με την πλειοψηφία των κορυφαίων εκπροσώπων της ελληνικής jazz και ευρύτερης αυτοσχεδιαστικής σκηνής η διαδρομή του είναι αντισυμβατική και αταλάντευτα προσωπική και σίγουρα θα συνεχίσει να είναι. Παράλληλα το ότι είναι ιδρυτικό μέλος των πολύ διαφορετικών μεταξύ τους αλλά εξίσου σπουδαίων σχημάτων Χειμερινοί Κολυμβητές και Primavera En Salonico (που συνοδεύουν σχεδόν αποκλειστικά την εξαίρετη ερμηνεύτρια Σαβίνα Γιαννάτου στους προσωπικούς δίσκους της αλλά και στις ανάλογες ζωντανές εμφανίσεις της) καταδεικνύει τόσο την εκτελεστική ευελιξία του όσο και το σύνθετο των μουσικών ενδιαφερόντων του. Οπως ακριβώς τονίζει ο Ακύλλας Καραζήσης η συμβολή του στο «Selfie: Στο βάθος πίσω η πόλη» είναι κατά πολύ μεγαλύτερη και σημαντικότερη από μιαν απλή μουσική επένδυση και για αυτό η θέση και η άποψη του για την παράσταση έχουν βαρύνουσα σημασία για να κατανοήσει κανείς περισσότερο και εις βάθος την τελευταία. 

 

Υποθέτω ότι θα δέχτηκες όχι μόνο πρόθυμα αλλά και με χαρά την πρόταση του Ακύλλα Καραζήση να δημιουργήσεις την μουσική για την παράσταση, έτσι δεν είναι;

Προφανώς, πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά για μια παράσταση που θέμα της είναι η πόλη μου και μάλιστα κατά την περίοδο στην οποία μεγάλωνα και διαμορφωνόμουν ως προσωπικότητα αλλά και σε ένα βαθμό μουσικά και όταν εμπνευστής της είναι ένας άλλος Θεσσαλονικεύς που την εργασία του – ως ηθοποιού μα και σκηνοθέτη –εκτιμώ μάλιστα ιδιαίτερα; Από εκεί και πέρα ήδη από την πρώτη στιγμή συνειδητοποίησα ότι ο τρόπος που είχε οραματιστεί αλλά και δομούσε την παράσταση ο Ακύλλας συνιστούσε για εμένα μια πολύ μεγαλύτερη δημιουργική, ακόμα και εκτελεστική, πρόκληση από άλλες θεατρικές παραστάσεις στις οποίες είχα αναλάβει την μουσική. Αλλά αυτό με την σειρά του την έκανε ακόμα πιο ενδιαφέρουσα, ένας ακόμα και πολύ σημαντικός λόγος για να αποδεχτώ μιαν ήδη τιμητική πρόταση!

Οι τρεις αυτοί συγγραφείς ήταν καθοριστικοί και για την διαμόρφωση της δικής σου αντίληψης για τη Θεσσαλονίκη και, κατά προέκταση, της σχέσης σου με αυτήν;

Σαφώς και ναι, σε διαφορετικό βαθμό βέβαια καθένας από ό,τι για τον Ακύλλα όπως είναι φυσιολογικό να συμβαίνει γιατί μπορεί μεν να έχουμε κοινά βιώματα από τον ίδιο τόπο αλλά δεν παύουμε να είμαστε δύο διακριτές προσωπικότητες όπως είναι κάθε άνθρωπος σε σχέση με τους υπόλοιπους. Για τον ίδιο λόγο είναι φυσιολογικό για εμένα να υπάρχουν και άλλοι συγγραφείς που αποτύπωσαν περισσότερο ή καλύτερα τι είναι η Θεσσαλονίκη από αυτούς. Οχι βέβαια από τον Πεντζίκη με το έργο του οποίου, όπως γνωρίζουν κάποιοι, ασχολούμαι εδώ και πολλά χρόνια και εμπνέομαι από αυτό. Δίνω μάλιστα και πολύ μεγάλη σημασία στην μεταφυσική διάσταση του που φυσικά περιλαμβάνει και την σχέση του με την πόλη η οποία δεν ενδιαφέρει τον Ακύλλα καθώς ο ίδιος εστιάζει στην πολιτικοκοινωνική πλευρά της. Ομως εκείνος είναι ο εμπνευστής, ο δραματουργός και ο σκηνοθέτης της παράστασης και όλοι οι υπόλοιποι συντελεστές δεν μπορούσαμε παρά να προσαρμοστούμε στο δικό του όραμα ώστε να λειτουργήσουμε εντός αυτού για να φτάσουμε στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Νομίζω ότι όλοι μαζί το καταφέραμε...

SELFIE photo by © Karol Jarek

 Φαντάζομαι ότι εξαρχής ήταν φανερό ότι, κατά τον μεγαλύτερο βαθμό τουλάχιστον, θα λειτουργούσες αυτοσχεδιαστικά ή όχι απαραίτητα;

Από μια πλευρά ναι καθώς προέρχομαι από τον χώρο του αυτοσχεδιασμού και σε αυτόν κυρίως εξακολουθώ να ανήκω. Από την άλλη όμως έχω πλέον αρκετή πείρα από μουσική για το θέατρο ώστε να γνωρίζω ότι ένα τμήμα της πρέπει να είναι γραμμένο, να έχει συντεθεί. Τόσο αυτό το τμήμα όμως όσο και κυρίως όλο το υπόλοιπο διαμορφώθηκαν στις πρόβες τις οποίες παρακολούθησα από την αρχή, παρατηρώντας το πως «δενόταν» σιγά – σιγά, τον ρυθμό αλλά και την «αναπνοή» της. Είναι το πρώτο που πρέπει να αντιληφθείς όταν κάνεις την μουσική για μια θεατρική παράσταση ώστε να μπορέσεις να συντονιστείς μαζί της. Γιατί πάντα στο θέατρο, ακόμα περισσότερο όμως σε μια παράσταση σαν και αυτήν, το πρώτο που έχει σημασία είναι το να καταλάβεις σε ποια σημεία χρειάζεται μουσική και που αρκεί ο λόγος και η σκηνική δράση δίχως να χρειάζεται τίποτα παραπάνω.

Ο Ακύλλας Καραζήσης σου έδωσε κάποιες οδηγίες ή σε άφησε να κινηθείς όπως εσύ ήθελες;

Αναμφίβολα μου έθεσε ένα πλαίσιο και όχι τόσο με συζητήσεις όσο με τον ίδιο τον τρόπο που σκηνοθετούσε την παράσταση. Από την στιγμή όμως που εντάχθηκα σε αυτό είχα απόλυτη ελευθερία ως προς το πως να λειτουργήσω. Αυτό άλλωστε νομίζω ότι ήθελε και επεδίωκε και εκείνος, γνωρίζει το πως αντιμετωπίζω συνολικά την μουσική πράξη και μου πρότεινε να συνεργαστούμε ακριβώς γιατί πίστευε ότι η θεώρηση μου ταιριάζει και είναι κατάλληλη με την συγκεκριμένη παράσταση.

Το γεγονός ότι παίζεις ζωντανά την μουσική σου και δεν είναι ηχογραφημένη όπως συνήθως συμβαίνει στις θεατρικές παραστάσεις υποθέτω ότι όχι μόνο δεν σε ξάφνιασε αλλά αντίθετα πρέπει και να σε διευκόλυνε σε ένα βαθμό, έτσι δεν είναι;

Προφανώς ναι, συνάδει απόλυτα με τον αυτοσχεδιαστικό τρόπο που λειτουργώ μουσικά και έτσι όχι μόνο μου άρεσε αλλά και το βρήκα πολύ ενδιαφέρον. Επιτρέπει να υπάρχει η μέγιστη δυνατή διαδραστικότητα της μουσικής με την παράσταση, κάτι που δεν είναι μόνο χρήσιμο αλλά και εξαιρετικά επωφελές για το τελικό αποτέλεσμα.

Το γεγονός όμως ότι σε ανέβασε στη σκηνή και παίζεις σε αυτήν είναι πολύ διαφορετικό από ό,τι συμβαίνει ακόμα και σε άλλες παραστάσεις στις οποίες η μουσική είναι ζωντανή. Γιατί αυτό σημαίνει ότι σου έδωσε και έναν ρόλο πολύ μεγαλύτερο και ευρύτερο από αυτόν του μουσικού, υπό μιαν έννοια σε έκανε τμήμα του δρώμενου.

Σίγουρα είναι διαφορετικό και για αυτό έπρεπε να ανακαλύψω έναν δικό μου τρόπο, έναν δικό μου κώδικα αν θέλεις για να μπορέσω να λειτουργήσω σε αυτή την συνθήκη και μάλιστα προς όφελος του συνόλου της εργασίας. Αυτός ήταν το να δημιουργήσω νοερά έναν δικό μου χώρο, ένα δικό μου «δωμάτιο» πάνω στη σκηνή. Επί της ουσίας είναι σα να επιστρέφω στο δωμάτιο μου στο πατρικό σπίτι μου από το παράθυρο του οποίου παρατηρώ την ζωή τότε στη Θεσσαλονίκη αλλά με την οπτική και την θεώρηση που έχω σήμερα και σχολιάζοντας το όσα βλέπω μουσικά.

Φυσικά στη διάρκεια της παράστασης κυρίως παίζεις το όργανο σου, το κοντραμπάσο αλλά όχι μόνον, έτσι δεν είναι;

Ναι, παίζω και κιθάρα, ακουστική και ακόμα περισσότερο ηλεκτρική, με ένα δικό μου κούρδισμα που έχω καθιερώσει, όπως την χρησιμοποιώ αρκετά και στις προσωπικές συναυλίες μου τα τελευταία χρόνια. Χωρίς όμως βέβαια να είμαι και να θεωρώ τον εαυτό μου πιανίστα παίζω επίσης και πιάνο σε μερικά σημεία. Πιστεύω μάλιστα ότι σε μία συγκεκριμένη, ονειρική θα έλεγα, σκηνή το πιάνο, ο ίδιος ο ήχος του δεν θα μπορούσε να ταιριάζει περισσότερο με το δρώμενο, είμαι πραγματικά πολύ ικανοποιημένος από το πως συνδυάζονται και το αποτέλεσμα αποπνέει ακριβώς την αίσθηση την οποία επιθυμούσαμε. 

SELFIE photo by © Karol Jarek

 Το να παίζεις όμως μόνος σου ήταν δική σου επιλογή; Δεν θα ήθελες να έχεις και μερικούς ακόμα μουσικούς μαζί σου στη σκηνή;

Αυτό είναι πάντα σχετικό...Ναι, αν είχα στη διάθεση μου και δυο – τρεις άλλους μουσικούς αφενός θα ήταν πιο εύκολο και αφετέρου θα είχα πολλές περισσότερες δυνατότητες. Από την άλλη όμως υπάρχουν πάντα και οι πρακτικές συνθήκες, κυρίως οικονομικές αλλά όχι μόνο που όταν η παραγωγή δεν είναι δική σου δεν μπορείς να υπερβείς. Πρέπει και οφείλεις να λειτουργήσεις εντός αυτών οπότε αυτό έκανα και νομίζω ότι το κατάφερα δίχως κανένα συμβιβασμό ή παραχώρηση σε βάρος του άρτιου συνολικού αισθητικού αποτελέσματος.

Θα έλεγες ότι η μουσική σου για την παράσταση ακολουθεί κάποιο συγκεκριμένο ιδίωμα ή ύφος;

Πολλά και ταυτόχρονα κανένα, στην πραγματικότητα ακολουθεί την ίδια την παράσταση, τις διακυμάνσεις της δράσης και την εξέλιξη της. Εντέλει δεν ξέρω αν πρέπει να την αποκαλέσω μουσική ή εγκατάσταση, ένα ηχητικό περιβάλλον το οποίο χρησιμοποιεί και άλλα στοιχεία όπως ήχους, ακόμα και κάποια ηχογραφημένα μέρη. Πρόκειται μάλλον για αυτό που διεθνώς λέγεται sound design και η μουσική είναι βέβαια ένα πολύ σημαντικό τμήμα του αλλά όχι το μοναδικό. Ενα είδος ψηφιδωτού, τμήμα ενός ακόμα μεγαλύτερου το οποίο επιχειρεί να δείξει στον σημερινό θεατή ένα μέρος του τι ήταν η Θεσσαλονίκη σε μια συγκεκριμένη περίοδο της Ιστορίας της όπως το βίωσαν και το ανακαλούν κάποιοι οι οποίοι μεγάλωναν τότε εκεί.

Και το κατορθώνει με τέτοια υψηλή αισθητική και τόσο ενδιαφέροντα τρόπο ώστε οι «ανήσυχοι» θεατρόφιλοι αλλά και μουσικόφιλοι ακόμα αξίζει πραγματικά να το παρακολουθήσουν, είναι το μόνο που θα προσέθετα εγώ... 

SELFIE photo by © Karol Jarek